Ο Τίτο, η μακεντόνσκι, ο καπετάν Κώττας

Κύριε διευθυντά

Ποιος δεν ξέρει την προσευχή των Alcoholic Anonymous; «Μεγάλε Θεέ, δώσ’ μου τη δύναμη να δέχομαι τα πράγματα που δεν μπορώ να αλλάξω και να αλλάζω τα πράγματα που μπορώ. Δώσ’ μου και τη σοφία να γνωρίζω τη διαφορά (ποια πράγματα δηλαδή μπορώ να αλλάξω και ποια όχι)». Η περίπτωση της γλώσσας μακεντόνσκι ανήκει στην πρώτη κατηγορία.

Πρόκειται για μια τεχνητή γλώσσα βασισμένη στη φτωχή διάλεκτο που ωμιλείτο στην περιοχή από σλαβόφρονες και ελληνόφρονες, τους εξυπηρετούσε στις καθημερινές τους ανάγκες και τίποτε παραπέρα. Μια διάλεκτος στην οποία δεν γράφτηκε τίποτε στην παλιά εποχή και την οποία μιλούσαν και ντόπιοι Ελληνες ήρωες μακεδονομάχοι. Με εντολή του Τίτο, έγκριτοι γλωσσολόγοι έφτιαξαν τη νέα μακεντόνσκι, μια γλώσσα συγκροτημένη, την εισήγαγαν στα σχολεία, τη δίδαξαν μέχρι τώρα σε τέσσερις γενιές, την καταχώρισαν στις αρμόδιες αρχές του ΟΗΕ και κανείς, μα κανείς, δεν μπορεί να τους πείσει ότι η γλώσσα που μιλούν και γράφουν σήμερα δεν λέγεται έτσι.

Τέσσερις γενιές είναι αρκετές για τη δημιουργία συνείδησης τόσο εθνικής όσο και γλωσσικής. (Με την ευκαιρία αυτή να ερωτήσω πού είναι οι αντιδράσεις των ελληνικών κυβερνήσεων μετά τον πόλεμο σε όλα αυτά τα φαινόμενα, όπως γλώσσα και εθνότης των βορείων γειτόνων.)

Από τη στρατιωτική μου θητεία στη δεκαετία του ‘50 θυμάμαι τις διακρίσεις που έκαναν οι ελληνικές αρχές στις περιοχές που γειτνίαζαν με τη Βουλγαρία: ελληνόφωνοι-ελληνόφρονες, βουλγαρόφωνοι-ελληνόφρονες, βουλγαρόφωνοι-βουλγαρόφρονες. Παρόμοιες διακρίσεις υπήρχαν και στη Δυτική Μακεδονία. Οι Σλαβομακεδόνες σιγά σιγά επέρασαν τα σύνορα προς τα βόρεια, μας έμειναν όμως ακραιφνείς Ελληνες ομιλούντες τη σλαβομακεδονική. Αυτοί δεν είναι λιγότερο Ελληνες από ό,τι ο Κολοκοτρώνης ή οι Σουλιώτες, που μιλούσαν κυρίως αρβανίτικα. Μήπως και ο μάρτυρας καπετάν Κώττας δεν φώναξε «ντα ζίβι Γκ(ά)ρτσια! (ζήτω η Ελλάς)», πριν κλωτσήσει το σκαμνί της αγχόνης του στο Μοναστήρι το 1905; Μας έμειναν φυσικά και μερικοί Σλαβομακεδόνες των οποίων τον αριθμό δεν γνωρίζω, εικάζω τόσοι όσοι και οι ψηφοφόροι του Ουράνιου Τόξου.

Το εάν ο αριθμός αυτός δικαιολογεί τη διεκδίκηση του δικαιώματος να ονομάζονται μειονότης και μάλιστα να έχουν και μειονοτικά σχολεία, εξαρτάται από τα ισχύοντα στο διεθνές δίκαιο και στις περί ανθρωπίνων δικαιωμάτων διατάξεις. Από εκεί και πέρα, το να μας πιάνει τεταρταίος πυρετός όταν ακούμε τον όρο «μακεδονική γλώσσα» είναι αδικαιλόγητος φόβος. Σε μια εκπομπή της Μάγιας Τσόκλη είχα ακούσει ότι τα φροντιστήρια ελληνικής γλώσσης που λειτουργούν στην ΠΓΔΜ κάνουν χρυσές δουλειές. Αν κάποιος τολμούσε να ανοίξει παρόμοια φροντιστήρια και στην Ελλάδα, θα γινόταν «των Εξαρχείων».

Φυσικά, τόσο ως κράτος όσο και ως λαός πρέπει να επαγρυπνούμε για πολλά πράγματα. Πρέπει όμως να επαγρυπνούμε και για το τι συμβαίνει στο σπίτι του καθενός μας. Γαλουχούμε τα παιδιά μας στις αξίες που μας γαλούχησαν οι γονείς μας και δάσκαλοί μας πριν από κάποιες δεκαετίες; Ενισχύομε την αυτοπεποίθησή μας ως λαού; Είμαστε σε θέση να αξιοποιήσουμε την πλεονεκτική μας θέση απέναντι στους γείτονές μας και να τους επηρεάσουμε πολιτισμικά και οικονομικά ή μήπως αδικαιολόγητα τους φοβόμαστε και δεν μπορούμε να τους βάλουμε στη θέση τους με ειρηνικά μέσα, αν αυτό είναι αναγκαίο;

Δρ Δημητριος Γ. Καστρινακης

comment-below Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή

Editor’s Pick

ΤΙ ΔΙΑΒΑΖΟΥΝ ΟΙ ΣΥΝΔΡΟΜΗΤΕΣ

MHT