Κύριε διευθυντά
Η ολοκλήρωση του τρίτου προγράμματος τον Αύγουστο του 2018, η οποία συνεπάγεται και το τέλος χρηματοδότησης από τον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Σταθερότητας, φημολογείται ότι θα σηματοδοτήσει το τέλος μιας επίπονης και μακράς περιόδου οικονομικής προσαρμογής και θα επιτρέψει την επάνοδο στην περιβόητη κανονικότητα.
Τι σημαίνει όμως, «τέλος της οικονομικής προσαρμογής» και κατά πόσον είναι εφικτό; Ποια μορφή κανονικότητας οραματίζονται οι ευρωπαϊκοί θεσμοί;
Λίαν συντόμως αναμένεται η τέταρτη αξιολόγηση, η οποία θα καθορίσει την έγκαιρη ολοκλήρωση του προγράμματος. Σε αυτήν θα πρέπει να έχουν εφαρμοστεί τα μέτρα που συμφωνήθηκαν στην τρίτη αξιολόγηση, να διασφαλιστεί η βιωσιμότητα του χρέους και να εμπεδωθεί η εμπιστοσύνη των επενδυτών, διαβεβαιώνοντας ότι η δημοσιονομική πολιτική δεν θα διολισθήσει σε λάθος κατεύθυνση. Σκοπός όλων των ανωτέρω είναι η ομαλή έξοδος στις αγορές σε μια ευνοϊκή διεθνή οικονομική συγκυρία μετά μία πενταετία.
Ακόμη και αν όλα αυτά ολοκληρωθούν επιτυχώς, δεν υπάρχουν περιθώρια εφησυχασμού για την Ελλάδα. Το τέλος του προγράμματος προσαρμογής δεν συνεπάγεται αποδέσμευση από υποχρεώσεις της χώρας μας προς τα ευρωπαϊκά και διεθνή θεσμικά όργανα. Πιο συγκεκριμένα, ο Κανονισμός 472/2013 προβλέπει αυτόματη άσκηση εποπτείας μετά το πρόγραμμα επί του κράτους-μέλους, μέχρι να αποπληρώσει το 75% των δανείων που έχει λάβει. Στον ίδιο Κανονισμό αναφέρεται και το ενδεχόμενο παροχής προληπτικής στήριξης είτε ως «πιστωτική γραμμή υπό προϋποθέσεις», είτε ως «πιστωτική γραμμή υπό ενισχυμένες προϋποθέσεις». Εν ολίγοις, ο Κανονισμός προβλέπει νέο μνημόνιο συνεργασίας με θεσμούς. Πέραν της εποπτείας, λοιπόν, για την αποπληρωμή των δανειακών υποχρεώσεων, ένα ακόμη κρίσιμο ζήτημα είναι η δημιουργία αποθεμάτων ρευστότητας που θα διευκολύνουν την πρόσβαση στις αγορές σε περιόδους αστάθειας και αυξημένου κόστους αναχρηματοδότησης.
Το κρισιμότερο, όμως, ζήτημα είναι η αποτελεσματική διαχείριση των μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων. Οι τράπεζες οφείλουν να ακολουθήσουν ένα αυστηρό χρονοδιάγραμμα προκειμένου να μειωθεί το σύνολο μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων κατά 37% έως το 2019. Αντιλαμβανόμαστε πως οι μελλοντικές προκλήσεις είναι πολλές, για τον λόγο αυτό είναι επιτακτική η ανάγκη εθνικής αναπτυξιακής πολιτικής που δεν θα τεμαχίζεται από κυβερνήσεις αλλά θα διασφαλίζει την απρόσκοπτη συνέχιση των δημοσιονομικών μεταρρυθμίσεων, με κυριότερη, το φορολογικό σύστημα.
Η κανονικότητα δεν είναι όμοια με εκείνη του παρελθόντος αλλά σύμφωνη με τις επιταγές ενός νέου ανταγωνιστικού πολιτικοοικονομικού περιβάλλοντος. Η εμπιστοσύνη στο πρόσωπο της Ελλάδας πρέπει να ανακτηθεί.
Ελενα Καβαλλαρη, Πολιτικός επιστήμων με ειδίκευση στην Πολιτική Επικοινωνία & Στρατηγική, απόφοιτος Εθν. Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, University of Kent, Leiden University
