Κύριε διευθυντά
Στα όσα έγραψαν στο φύλλο της «Κ» της 27 Δεκ. 2016 η κ. Μάρω Αδάμη και ο Ν. Βατόπουλος περί του «Ξενία» της Αρτας, για τα οποία τους ευχαριστώ, επιτρέψτε μου να προσθέσω και τα εξής. Στην αρχή της δεκαετίας του ’60 ελήφθη από τις τότε αρμόδιες αρχές μια τολμηρή απόφαση, ήτοι να ανεγερθούν δύο από τα υπό κατασκευήν ξενοδοχεία «Ξενία», ένα στην Ακροναυπλία (αρχιτέκτων εκεί ο Γιάννης Τριανταφυλλίδης) και ένα στην Αρτα (με αρχιτέκτονα τον υπογράφοντα) και ως χώροι για την κατασκευή τους να χρησιμοποιηθούν τα ιστορικά φρουριακά συγκροτήματα –τα κάστρα– που υπάρχουν σε αυτές τις δύο πόλεις.
Αναφορικά με το φρούριο της Αρτας σημειώνω ότι μέχρι τότε εχρησιμοποιείτο ως φυλακή βαρυποινιτών, υπαγόταν στο υπουργείο Δικαιοσύνης και ο ελεύθερος εσωτερικός του χώρος ήταν πλήρως απροσπέλαστος και από τους κατοίκους και από τους επισκέπτες της πόλης, για τον πολύ απλό λόγο ότι εχρησίμευε ως χώρος προαυλισμού των κρατουμένων.
Ο ΕΟΤ με την έγκριση και την εποπτεία του τότε εφόρου Αρχαιοτήτων Ηπείρου Σωτήρη Δάκαρη, που είχε ως έδρα τα Ιωάννινα (η Αρτα δεν διέθετε δική της εφορεία), έκανε τα εξής με στόχο την ανάδειξη του φρουρίου ως σπουδαίου ιστορικού μνημείου της πόλης (να μην ξεχνάμε ότι η Αρτα διετέλεσε έδρα του βυζαντινού Δεσποτάτου της Ηπείρου και ότι διαθέτει σπουδαία βυζαντινά μνημεία, με προεξάρχουσα τη μοναδική Παρηγορίτισσα).
– Αφαιρέθηκαν όλα τα φυτά που είχαν φυτρώσει επάνω στα τείχη και σε ορισμένα σημεία εκάλυπταν όλη τους την επιφάνεια.
– Καθαρίστηκαν τα τείχη, μέσα και έξω, από κάθε είδους βρωμιά και σε όσα σημεία έπρεπε, στερεώθηκαν και αναστηλώθηκαν.
– Συγκεντρώθηκαν διάφορα διάσπαρτα μέλη (επίκρανα, κιονίσκοι, αψιδόλιθοι κ.λπ.), τα οποία και απετέλεσαν μια μικρή συλλογή που τοποθετήθηκε στην εσωτερική αυλή του ανατολικού προμαχώνα.
Το ΥΠΠΟ τι προκρίνει;
Ενα εγκαταλελειμμένο και λεηλατημένο κτίριο σύγχρονης αρχιτεκτονικής για να βλέπουν οι πολίτες πώς ξοδεύονται τα δημόσια έσοδα ή ένα χώρο ξεκούρασης και αναψυχής όπου θα μπορούν να περπατούν, να αναπαύονται, να πίνουν έναν καφέ και να απολαμβάνουν τη θέα του Αραχθου, συμβάλλοντας συγχρόνως και στην τουριστική ανάπτυξη της πόλης τους και στην ανάδειξη ενός επιβλητικού μνημειακού συνόλου της πατρίδας τους;
Διονυσης Α. Ζηβας Ομότιμος καθηγητής ΕΜΠ
Το δικαστικό ένσημο και οι αγωγές
Κύριε διευθυντά
Με το άρθρο 2 του ν. ΓΠΟΗ/1912 θεσπίστηκε ότι επιβάλλεται τέλος δικαστικού ενσήμου ανάλογον με το αντικείμενο της αγωγής. Με το άρθρο 7 παρ. 3 και 4 του Ν.Δ. 1544/1942 εξαιρέθηκαν της καταβολής του δικαστικού ενσήμου οι αναγνωριστικές αγωγές. Με το άρθρο 70 του ν. 3794/2011 επανήλθε η επιβολή δικαστικού ενσήμου και για τις αναγνωριστικές αγωγές. Τέλος με το άρθρο 33 του ν. 4476/2016 θεσπίστηκε εκ νέου, ότι οι αναγνωριστικές αγωγές δεν υπόκεινται στο τέλος δικαστικού ενσήμου. Αρχήθεν ο σκοπός της επιβολής του τέλους του δικαστικού ενσήμου ήταν δημοσιονομικός, και ανέρχεται στο 0,92% του αντικειμένου της αγωγής. Μετά την Ολ. Α.Π. 13/1994, που επέλυσε την αμφισβήτηση και δέχθηκε ότι η αναγνωριστική αγωγή αποτελεί εντονότατη όχληση και από την επίδοσή της οφείλονται τόκοι υπερημερίας, οι διάδικοι προτιμούν την έγερση αναγνωριστικών αγωγών με διογκωμένο αντικείμενο και μόνον επί του επιδικασθέντος ποσού εκδίδουν διαταγή πληρωμής με την καταβολή του δικαστικού ενσήμου. Ο σκοπός του ν. 3794/2011 για την επιβολή δικαστικού ενσήμου και στις αναγνωριστικές αγωγές εκτός του δημοσιονομικού οφέλους, απέβλεπε και στην αποτροπή δικαστικής διεκδικήσεως υπέρογκων απαιτήσεων κυρίως αποζημιώσεων για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.
Ο σκοπός αυτός, παρά τη δυνατότητα περιορισμού του αντικειμένου της δίκης διά των προτάσεων, επετεύχθη σε ικανοποιητικό βαθμό γιατί εζητούντο πλέον λογικά ποσά για τη χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Δεν βρίσκω όμως επαρκή αιτιολογία για την παραπάνω κατάργηση, γιατί ούτε ο δημοσιονομικός σκοπός εξυπηρετείται, τα ελλείμματα από την εν γένει διαχείριση της δικαιοσύνης είναι τεράστια, ενώ ούτε αποτρέπεται η έγερση αγωγών με διογκωμένο αντικείμενο. Εξάλλου η αμοιβή του δικηγόρου του εναγομένου γα τη σύνταξη των προτάσεων ανέρχεται στο ποσοστό 2% επί του αντικειμένου της αγωγής και όχι όπως αυτό περιορίστηκε κατά τη συζήτηση, την οποία ένας απλός πολίτης, δημόσιος υπάλληλος, δημοσιογράφος, εκδότης, ακόμα και ο πτωχός πολιτικός επί αγωγών με διογκωμένο αντικείμενο δεν δύναται να αντιμετωπίσει με κίνδυνο να δικαστεί ερήμην. Σημειωτέον ο δικηγόρος φορολογείται βάσει της νομίμου αμοιβής του που καθορίζεται από τον νόμο και απαγορεύεται από τον Δικηγορικό Κώδικα η παροχή δωρεάν υπηρεσιών ή μείωση της αμοιβής. Το επιχείρημα ότι εάν απορριφθεί η αγωγή θα επιδικασθεί δικαστική δαπάνη δεν ευσταθεί πλήρως, διότι συνήθως η εκατέρωθεν δικαστική δαπάνη συμψηφίζεται εν όλω ή εν μέρει, κι αν ακόμη επιδικασθεί ολόκληρη σπανίως εισπράττεται. Ελπίζω τα παραπάνω ζητήματα να ληφθούν υπόψη από τους αρμοδίους για την απόδοση ουσιαστικής δικαιοσύνης υπέρ των αδυνάτων.
Λεανδρος Τ. Ρακιντζης, Αρεοπαγίτης Ε.Τ.
«Η τύχη που θα είχαν οι οκτώ εάν…»
Κύριε διευθυντά
Εκπλήσσεται και απορεί ο αναγνώστης της κυριακάτικης «Καθημερινής» με την κατάληξη του άρθρου του έγκριτου αρθρογράφου σας κ. Κώστα Ιορδανίδη, σχετικά με τη γνωστή υπόθεση των Τούρκων αξιωματικών. Θα έπρεπε να γνωρίζει ο κ. Ιορδανίδης ότι το νομικό και ουσιαστικό ζήτημα, για το οποίο κλήθηκαν να αποφανθούν τα ελληνικά δικαστήρια, δεν είναι αν οι παραπάνω αξιωματικοί είναι κινηματίες ή διώκονται για τα φρονήματά τους, αλλά το εάν οι άνθρωποι αυτοί θα έχουν δίκαιη δίκη στην πατρίδα τους ή εάν κινδυνεύουν να υποστούν βασανισμούς και εξευτελισμούς που προσβάλλουν και ταπεινώνουν την ανθρώπινη αξιοπρέπεια.
Φαντάζομαι ότι ο έγκριτος αρθρογράφος σας να είδε στην τηλεόραση τον αρχηγό της τουρκικής αεροπορίας με τις εκχυμώσεις και το πρησμένο πρόσωπο, από την «περιποίηση» που προφανώς είχε από τους ανακριτές του κατά τη σύλληψή του μετά την αποτυχία του πραξικοπήματος. Οσο για την έμμεση προτροπή του αρθογράφου να αγνοήσει η ελληνική Δικαιοσύνη και διοίκηση στοιχειώδη ιδεώδη και επιταγές του νομικού πολιτισμού μας, νομίζω ότι μια τέτοια ενέργεια, να βάλουμε δηλαδή την ουρά υπό τα σκέλη, θα είχε τα αντίθετα αποτελέσματα, αποθρασύνοντας τον «καλό» μας γείτονα.
Χαριλαος Ιω. Καλπουζος, Επίτιμος δικηγόρος
Διαβάζοντας Μοντεσκιέ
Κύριε διευθυντά
Δεν γνωρίζω πόσοι από τους Ελληνες πολιτικούς έχουν διαβάσει τον Μοντεσκιέ (1689 – 1755), από τους κορυφαίους Γάλλους διαφωτιστές, ο οποίος, στο βιβλίο του «Εκτιμήσεις για τα αίτια του μεγαλείου και της παρακμής των Ρωμαίων» (μετάφραση Θ. Σκάσση, εκδ. Πόλις), με σπάνια οξυδέρκεια είχε προβλέψει ακόμα και την πορεία της ελληνικής οικονομίας και την αντιμετώπισή της από τους πολιτικούς ταγούς της χώρας.
Ετσι έγραφε αυτό που βιώνουμε. «Δεν υπάρχει κράτος που να έχει μεγαλύτερη ανάγκη φόρων από αυτό που εξασθενεί· κι έτσι όσο λιγότερο είναι σε θέση κανείς να σηκώσει βάρη, τόσο μεγαλύτερη είναι η ανάγκη να αυξηθούν αυτά». Γράφει ακόμα: «Οι λαοί που αλλάζουν τρόπο διακυβέρνησης, για να υιοθετήσουν κάποιον ο οποίος βρίσκεται σε αντίθεση με τις φυσικές ιστορικές τους ανάγκες, υφίστανται σοβαρές συνέπειες». Και «… το πλεονέκτημα ενός ελεύθερου κράτους είναι ότι δεν υπάρχουν ευνοούμενοι· όταν όμως αυτό δεν ισχύει, όταν στη θέση των φίλων και των συγγενών του ηγεμόνα πλουτίζουν οι φίλοι και οι συγγενείς όλων όσοι συμμετέχουν στη διακυβέρνηση, καταστρέφονται τα πάντα· οι νόμοι παρακάμπτονται με τρόπο επικίνδυνο από τις παραβάσεις ενός ηγεμόνα».
Θα έλεγα ότι οι Ελληνες πολιτικοί ενεργούν και πράττουν αντίθετα με όσα προειδοποιούσε να αποφεύγουν τα κράτη, από τον 18ο αιώνα ακόμα, ο Γάλλος βαρώνος.
Αντώνης Ν. Βενέτης, Μοναστηράκι Δωρίδος
