Το μάθημα των Θρησκευτικών

Κύρε διευθυντά

Με αφορμή τα δύο άρθρα του συνεργάτη της «Καθημερινής» κ. Τάκη Θεοδωρόπουλου σχετικά με το ζήτημα της διδασκαλίας του μαθήματος των Θρησκευτικών, νομίζω ότι είναι χρήσιμο να επισημανθούν τα εξής.

Η βασική αντίρρηση για την υποχρεωτική (άμεσα ή έμμεσα) διδασκαλία του μαθήματος αυτού είναι ότι πρόκειται, όπως διδάσκεται ακόμη σήμερα, για μάθημα-κατήχηση του μαθητή, μάθημα επιβολής θρησκευτικών πεποιθήσεων. Η πρώτη διάταξη του άρθρου 13 του Συντάγματος (διάταξη που είναι μη αναθεωρήσιμη, άρα θεμελιώδης) κατοχυρώνει ως απαραβίαστη την ελευθερία της θρησκευτικής συνείδησης. Aρα η διάταξη του άρθρου 16 του Συντάγματος (διάταξη αναθεωρήσιμη) που προβλέπει ότι αποστολή της παιδείας είναι, μεταξύ άλλων, και η «ανάπτυξη θρησκευτικής συνείδησης» (όχι χριστιανικής ή χριστιανορθόδοξης, όπως προέβλεπαν παλαιότερα Συντάγματα) δεν έχει το νόημα επιβολής θρησκευτικών απόψεων. Οι διατάξεις του Συντάγματος δεν μπορεί να αντιφάσκουν μεταξύ τους.

Συνέπεια τούτων είναι το εξής απλό, που κάποιες σκοπιμότητες μας κάνουν να το ξεχνάμε, μολονότι πρόκειται για ανθρώπινα δικαιώματα: ότι το μάθημα των Θρησκευτικών δεν πρέπει να είναι μάθημα-κατήχηση, αλλά μάθημα διδασκαλίας των θρησκειών (θρησκειολογία ή όπως αλλιώς μπορεί να ονομασθεί), στο οποίο, φυσικά, η στενά συνδεδεμένη με τη χώρα μας διδασκαλία του Χριστιανισμού και ειδικότερα της Ορθόδοξης Εκκλησίας είναι απολύτως εύλογο να καταλαμβάνει περισσότερες διδακτικές ώρες από ό,τι η διδασκαλία άλλων θρησκειών. Σημειώνω ότι η ελευθερία της συνείδησης είναι ο ακρογωνιαίος λίθος των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Υπήρξε ιστορικά η μήτρα από την οποία απέρρευσαν (μετά τους αιματηρούς θρησκευτικούς πολέμους στην Ευρώπη που οφείλονταν σε μισαλλοδοξία) τα άλλα ανθρώπινα δικαιώματα. Τελικά και ο κ. Θεοδωρόπουλος, μεταβάλλοντας σιωπηρώς την αρχική του θέση, καταλήγει στο δεύτερο άρθρο του με την εξής συνόψιση της θέσης του: «Στο σχολείο πρέπει να διδάσκεται Χριστιανισμός». Αλλά μια τέτοια διδασκαλία μπορεί και πρέπει κάλλιστα να γίνεται και σε ένα μάθημα θρησκειολογίας. Αν αυτό αρκεί στον συνεργάτη σας, όπως προκύπτει από το παραπάνω συμπέρασμά του, τούτο σημαίνει ότι συμφωνεί με την κατάργηση των Θρησκευτικών ως μαθήματος κατήχησης.

Το πρόβλημα είναι βέβαια γενικότερο. Αυτά τα αυτονόητα οι εκάστοτε αρμόδιοι αρνούνται να τα δεχθούν και πολύ λιγότερο να τα υλοποιήσουν. Μάλιστα, επειδή δεν βρίσκουν πειστικά επιχειρήματα επί της ουσίας, συχνά επικαλούνται επιχειρήματα-προσχήματα (π.χ. ότι η μεταβολή αυτή δεν είναι ακόμη ώριμη, δεν είναι τώρα η κατάλληλη στιγμή, δεν πρέπει να γίνει βιαστικά και «άτσαλα» κ.λπ.). Τα επιχειρήματα αυτά τα ακούμε επί πολλές δεκαετίες τώρα και θα συνεχίσουν να λέγονται και στο μέλλον επί πολλές ακόμη δεκαετίες (το ζήτημα προφανώς δεν θα έχει, κατ’ αυτούς, ποτέ ωριμάσει), όσο δεν υπάρχει η τόλμη να πούμε, μεταξύ άλλων, και στην Εκκλησία τουλάχιστον ότι ο εξαναγκασμός είναι αντίθετος όχι μόνον προς το Σύνταγμα, αλλά και προς τη χριστιανική διδασκαλία («όστις βούλεται οπίσω μου ελθείν»). Eχει, άραγε, ανασφάλεια η Εκκλησία ως προς το ότι μπορεί, π.χ. με δική της οργάνωση κατηχητικών σχολείων, να διαδίδει με απήχηση και στις νέες γενιές τα πιστεύω της Ορθοδοξίας;

Oσο για την αριστερή κυβέρνησή μας (αριστερή στα λόγια), είχε την ευκαιρία να λάβει μια πραγματικά προοδευτική απόφαση, σύμφωνα με τη σωστή και σύμφωνη με το Σύνταγμα δήλωση της αναπληρώτριας υπουργού Παιδείας κ. Αναγνωστοπούλου. Διότι η ελευθερία της θρησκευτικής συνείδησης σημαίνει, μεταξύ άλλων, ότι κανείς δεν πρέπει να υποχρεώνεται να προβαίνει σε «ομολογία πίστεως» ή σε κάτι ανάλογο. Το αν και τι πιστεύει είναι δικό του θέμα. Εντούτοις, η κυβέρνηση ανέκρουσε πρύμναν (τρομοκρατημένη μήπως χάσει κάποιες ψήφους;) και δήλωσε στον Αρχιεπίσκοπο διά του υπουργού Παιδείας κ. Φίλη ότι δεν πρόκειται να λάβει μονομερείς αποφάσεις στο θέμα, δηλαδή ότι θα περιμένει πρώτα, πριν αποφασίσει, την άδεια της Εκκλησίας! Μπορούσε όμως απλώς να επισημάνει τα παραπάνω στον Αρχιεπίσκοπο, ο οποίος είναι πράγματι από τους πιο συνετούς ιεράρχες, αλλά στο συγκεκριμένο ζήτημα, απαντώντας στην κ. Αναγνωστοπούλου, άφησε, δυστυχώς, το θυμικό (και μάλιστα οργισμένο θυμικό) και όχι τη σύνεση να μιλήσει.

Μιχ. Σταθοπουλος – πρ. Υπουργός

Απάντηση

Στο άρθρο με το οποίο υπερασπίσθηκα τη διδασκαλία των Θρησκευτικών, εξήγησα σαφέστατα πως ο σημερινός τρόπος διδασκαλίας είναι προβληματικός. Oμως και ο τρόπος διδασκαλίας της Ιστορίας είναι προβληματικός, αλλά κανείς δεν σκέφτηκε να την καταργήσει. Χωρίς να μεταβάλω την αρχική μου θέση, προχώρησα τον συλλογισμό μου υποστηρίζοντας πως στο σχολείο πρέπει να διδάσκεται Χριστιανισμός, Παλαιά και Καινή Διαθήκη, Πατέρες της Ορθοδοξίας, αλλά γιατί όχι και Αυγουστίνος. Και χριστιανική ηθική στις μικρότερες ηλικίες, όταν το παιδί μαθαίνει παράλληλα για την επιλογή του Ηρακλή ανάμεσα στην Αρετή και την Κακία. Κι αυτό γιατί ο Χριστιανισμός αποτελεί, μαζί με τον ελληνορωμαϊκό πολιτισμό, το θεμέλιο της σημερινής Ευρώπης. Η μετανεωτερική άποψη που ταυτίζει την παγκοσμιοποίηση με την πολιτισμική και θρησκευτική ισοπέδωση θεωρώ πως είναι ένας από τους μεγάλους κινδύνους των καιρών μας. Και βέβαια, είμαι υπέρ της ελευθερίας της θρησκευτικής συνείδησης. Επειδή όμως το πρόβλημα δεν είναι νομικό, αλλά βαθύτατα πολιτισμικό, είμαι και υπέρ των αξιών του πολιτισμού μας που λειτουργούν ως ανάχωμα στην περιρρέουσα βαρβαρότητα και στην πολιτισμική αμνησία από την οποία πάσχει το κατά τα άλλα μεγαλειώδες ευρωπαϊκό οικοδόμημα.

Tακης Θεοδωροπουλος

Η Νέα Δημοκρατία

Κύριε διευθυντά

Ο κόσμος το ’χει τούμπανο και η Ν.Δ. κρυφό καμάρι. Η Ν.Δ. (και οι καραμανλικές, μητσοτακικές ή σαμαρικές συνιστώσες της) έχει ολοκληρώσει τον κύκλο της (όπως το Λαϊκό και το Φιλελεύθερο Κόμμα, ο Συναγερμός, η ΕΡΕ, η Eνωση Κέντρου και το ΠΑΣΟΚ) και χρειάζεται μια ριζική ανανέωση σε ιδέες, δομές, πρακτικές και ηγεσία. Αυτό δεν είναι μομφή. Είναι φυσιολογικό. Θα ήταν καλό αυτό να γίνει συναινετικά, με ένα ανοιχτό και έντιμο πολιτικο-ιδεολογικό διάλογο. Δυστυχώς, πλην ελαχίστων εξαιρέσεων, η κοινωνία μας, και ιδίως η Ν.Δ., δεν έχει κουλτούρα διαλόγου κι έτσι η διαφωνία, αντί να οδηγεί σε δημιουργικές συνθέσεις, συνήθως οδηγεί σε προσωπικές διενέξεις. Eτσι, αναγκαστικά θα γίνει με σύγκρουση, όπως έγινε όταν ο Παπάγος ίδρυσε τον Συναγερμό, ο Καραμανλής την ΕΡΕ και ο Ανδρέας το ΠΑΣΟΚ.

Αντί να προκηρύξει ένα συνέδριο, ο Μεϊμαράκης υπέκυψε στα παλαιοκομματικά του αντανακλαστικά. Χολωμένος από την κριτική που του ασκήθηκε, προκήρυξε εσωκομματικές εκλογές και τώρα κάνει την Πυθία. Eτσι, έθεσε τέρμα σε κάθε κριτική και διάλογο για τα αίτια της ήττας. Και είτε θα επανεκλεγεί ο ίδιος είτε θα εκλεγεί κάποιος άλλος, εξίσου ακατάλληλος, σε καλλιστεία, χωρίς ουσιαστική κριτική ή διάλογο, αλλά και χωρίς προοπτική.

Eτσι, το ερώτημα πλέον είναι αν ένας νέος, στην ηλικία και στις ιδέες, με αποδεδειγμένες ικανότητες και έργο, άφθαρτος, εκτός της Κοινοβουλευτικής Ομάδας (που έχει τα χαρακτηριστικά της ήττας) και ξένος προς το κράτος των Αθηνών σαν τον Κωσταντίνο Καραμανλή θα τραβήξει μπροστά κι αν τα στελέχη πρώτα και οι ψηφοφόροι έπειτα θα τον ακολουθήσουν. Το ότι δεν θα είναι βουλευτής θα είναι πλεονέκτημα. Γιατί διαφορετικά δεν θα έκανε. Και γιατί αυτό θα οδηγήσει, επιτέλους, στη συλλογική ηγεσία μιας σύγχρονης κεντροδεξιάς παράταξης.

Σπυρος Μπαζινας

Διευθυντές σχολείων

Κύριε διευθυντά

Σχετικά με την επιλογή διευθυντών της Α/θμιας και Β/θμιας εκπαίδευσης, επιθυμώ να παρατηρήσω τα ακόλουθα και θέλω να πιστεύω ότι η παρούσα κυβέρνηση θα τα λάβει σοβαρά υπόψη της με τροπολογία που πρέπει να καταθέσει σύντομα στη Βουλή ή υπουργική απόφαση ή Π.Δ. 1. Εκπαιδευτικοί στο σχολείο που υπηρετούν να μην έχουν το δικαίωμα να θέσουν υποψηφιότητα να γίνουν διευθυντές στο ίδιο σχολείο. Είναι πολύ φυσικό στο ίδιο σχολείο να αναπτύσσουν μεταξύ τους σχέσεις φιλίας, συμπάθειας, γιατί όχι και αντιπάθειας. Εάν ένας από αυτούς επιλεγεί στο σχολείο όπου υπηρετεί διευθυντής, είναι γι’ αυτόν πολύ δύσκολο να συμπεριφέρεται προς όλους τους συναδέλφους του αμερόληπτα, δίκαια, αντικειμενικά, για το συμφέρον του σχολείου. Εφόσον ο εκπαιδευτικός αυτός έχει προσόντα, να επιλεγεί διευθυντής σε άλλο σχολείο. 2. Εάν ένας εκπαιδευτικός δεν επελέγη για διευθυντής σε ένα σχολείο που είχε θέσει υποψηφιότητα, να μην έχει το δικαίωμα στο ίδιο σχολείο, σε περίπτωση που κενωθεί θέση διευθυντή, να θέσει και πάλι υποψηφιότητα. Σε άλλο σχολείο να δύναται. 3. Εκπαιδευτικός, η υποψηφιότητα του οποίου έχει λάβει σε ένα σχολείο 80% αρνητικές ψήφους από τους συναδέλφους του που συνυπηρετούσαν, να μη δύναται στο ίδιο σχολείο να θέσει υποψηφιότητα.

Αγγελος Πολιτης – Συντ. εκπαιδευτικός

O όρκος

Kύριε διευθυντά

O πρωθυπουργός και οι υπουργοί των εκάστοτε κυβερνήσεων δίνουν έναν όρκο πριν αναλάβουν τα καθήκοντά τους. O πρωθυπουργός και οι υπουργοί έχουν πολιτική ασυλία και δεν δικάζονται για πράξεις που είναι κολάσιμες σύμφωνα με τους νόμους του κράτους και τον όρκο που έχουν δώσει. Mήπως ο όρκος είναι περιττός;

Θεοχαρης Γ. Παππας – Kηφισιά

comment-below Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή

Editor’s Pick

ΤΙ ΔΙΑΒΑΖΟΥΝ ΟΙ ΣΥΝΔΡΟΜΗΤΕΣ

MHT