Κύριε διευθυντά
Για τον κόσμο του βιβλίου και όχι μόνο το άρθρο της κ. Σελλά «Εκθεση βιβλίου αλλά όχι διεθνής» («Κ», 24.3.2015) αναφερόμενο στη 12η (τέως) Διεθνή Εκθεση Βιβλίου στη Θεσσαλονίκη, στο οποίο διαπιστώνεται ο από πέρυσι μαρασμός της έκθεσης, δημιούργησε στενοχώρια κι απογοήτευση. Μία ακόμα εμβληματική ελληνική πρωτοβουλία στον ευρωπαϊκό πνευματικό χώρο, η οποία δημιουργήθηκε με τα χρήματα του ελληνικού λαού, σβήνει.
Συγκεκριμένα στην έκθεση αυτή επί 11 χρόνια λάμβαναν μέρος κάθε χρόνο με δικά τους περίπτερα περίπου 200 εκδότες και γύρω στις 20 ξένες χώρες με επίσημες συμμετοχές (υπήρχε πάντα η τιμώμενη). Κατά το τριήμερο της έκθεσης λάμβαναν χώρα πάνω από 200 ποικίλες εκδηλώσεις με την παρουσία Ελλήνων και ξένων συγγραφέων (επιτυχημένο πρόγραμμα ΕΣΠΑ).
Για τη μοιραία κατάληξη της έκθεσης ευθύνεται το πνεύμα εξόντωσης κατά του Εθνικού Κέντρου Βιβλίου που εξέφρασαν δύο υπουργοί Πολιτισμού της κυβέρνησης Σαμαρά.
Δεν είναι όμως μόνον η έκθεση. Από τις δραστηριότητες του ΕΚΕΒΙ υπολειτουργεί ο τόσο αναγνωρισμένος και αποδεκτός διαδικτυακός κόμβος της Βιβλιονέτ, στο οποίο μέσα σε 24 ώρες γινόταν η καταγραφή με πλήρη στοιχεία των νέων εκδόσεων. Η επιτυχία της Βιβλιονέτ αποδεικνύεται από το ότι σήμερα έχουμε δύο λειτουργούντα αντίστοιχα προγράμματα: το ένα στο Ελληνικό Ιδρυμα Πολιτισμού (μέρος της παλαιάς Βιβλιονέτ), το άλλο στον ΟΣΔΕΛ ενώ ένα τρίτο οργανώνουν οι εκδόσεις Πατάκη («Επί τον ιματισμόν μου έβαλον κλήρον…»).
Στο ΕΚΕΒΙ έγινε πρωτοποριακό έργο για το βιβλίο. Με πολλά προβλήματα, με πολλές αδυναμίες / ελλείψεις. Είναι γνωστό –ας μου επιτραπεί– ότι ήμουν μεταξύ εκείνων που δημοσιοποιήσαμε ήδη από το 2004 λάθη. Αυτά όμως δεν αναιρούν το πρόγραμμα (ΕΣΠΑ) της «Φιλανάγνωσίας» (συνεργασία με 960 σχολεία σε όλη την Ελλάδα), τις 380 Λέσχες Ανάγνωσης, την κατάρτιση αρχείων με πλήρη στοιχεία για 2.200 Ελληνες συγγραφείς, για 1.945 βιβλιοπωλεία στην Ελλάδα, για 18.500 μεταφράσεις έργων Ελλήνων συγγραφέων, το πρόγραμμα «Φράσις» για επιχορήγηση μεταφράσεων Ελλήνων συγγραφέων στο εξωτερικό (το ελληνικό κράτος οφείλει από ετών περίπου 30.000 ευρώ σε εκδοτικούς οίκους του εξωτερικού που με συμβόλαια έκαναν μεταφράσεις), το πρωτοποριακό Εργαστήρι Δημιουργικής Γραφής (έχουν δημιουργηθεί δεκάδες παρόμοια μετά το ΕΚΕΒΙ), τη ζωντάνια στον χώρο του βιβλίου με εκδηλώσεις – εκδόσεις – κ.ά. πολλά.
Κατά τον νόμο, το ΕΚΕΒΙ το κληρονόμησε το Ελληνικό Ιδρυμα Πολιτισμού. Δεν έδωσαν όμως στο ΕΙΠ τα κονδύλια ούτε το εξειδικευμένο προσωπικό του ΕΚΕΒΙ που χρειάζονται για τη συνέχιση της λειτουργίας του. Το πρόγραμμα των δύο υπουργών πρόβλεπε τον στραγγαλισμό και όχι την αναδημιουργία στη λειτουργία του ΕΚΕΒΙ. Το γιατί είναι πασίγνωστο στους παροικούντες τον χώρο του βιβλίου.
Διονυσης Κ. Μαγκλιβερας – Τελευταίος (άμισθος – εθελοντής) αντιπρόεδρος – διευθύνων του ΕΚΕΒΙ
Μέσα Ενημέρωσης
Kύριε διευθυντά
Είναι παρήγορο το γεγονός ότι η εφημερίδα σας, ακόμη και σε κύρια άρθρα (βλ. λ.χ. άρθρο της 28-02-2015), αναφερόμενη στην τηλεόραση χρησιμοποιεί τον όρο «Μέσα Ενημέρωσης» – και όχι «Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης». Ο τελευταίος αυτός όρος, αν και αδόκιμος, έχει επικρατήσει στη χώρα μας.
Ο όρος «Μέσα “Μαζικής” Ενημέρωσης» αναφέρεται κυρίως στην τηλεόραση, ως το κατ’ εξοχήν επικοινωνιακό μέσο. Ο όρος αυτός χρησιμοποιείται ευρέως στη χώρα μας ήδη από τον Αύγουστο του 1995, όταν ο τότε αρμόδιος για θέματα Τύπου υπουργός υπέγραφε τον νόμο 2328/1995 (ΦΕΚ Α΄, 159/03-08-1995) ως «υπουργός Τύπου και Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης». Eκτοτε, η κατάσταση αυτή διολίσθησε προς μία παράδοξη –σε σχέση με το Σύνταγμα– πραγματικότητα, αφού γενικεύτηκε (πλην εξαιρέσεων) η χρήση του αδόκιμου αυτού όρου, επί βλάβη της ουσίας της ενημέρωσης και του ποιοτικού θεάματος. Το Σύνταγμα (άρθρο 15 παρ. 1) χαρακτηρίζει εμμέσως, πλην σαφώς, τη ραδιοφωνία και την τηλεόραση ως μέσα μετάδοσης «λόγου» και «παράστασης» – και όχι ως μέσα «μαζικής» ενημέρωσης, τα οποία απευθύνονται σε μάζα, δηλαδή σε ευρύτατα στρώματα μη στοχαζόμενων τηλεθεατών, και στα ανθρώπινα ένστικτα, δηλαδή τηλεθεατών, οι οποίοι δεν διατηρούν αξιώσεις ως προς την ποιότητα του τηλεοπτικού λόγου. Απόδειξη, οι πολλές ανιαρές εκπομπές της ιδιωτικής τηλεόρασης. Η κατανόηση των φαινομένων της πραγματικότητας, καθώς και των στοιχείων που τη συγκροτούν, μπορεί να γίνει από ένα μέσο μετάδοσης λόγου, δηλαδή από μία δημόσια τηλεόραση, η οποία –εν αντιθέσει προς την ιδιωτική– παρουσιάζει τα δεδομένα της καθημερινότητας κατά τρόπο αντικειμενικό και ποιοτικό (Σύνταγμα, άρθρ. 15 παρ. 2). Η «μάζα» συνδέεται με την ιδιωτική τηλεόραση, η οποία –σύμφωνα με τη νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας– προσφέρει «ένα πολύ χαμηλού επιπέδου ραδιοτηλεοπτικό προϊόν, κύριο χαρακτηριστικό του οποίου είναι ο εύκολος εντυπωσιασμός, η πολιτιστική ένδεια και η αύξηση με κάθε δυνατό τρόπο της ακροαματικότητας, σε βάρος της ποιότητας και της αντικειμενικότητας» (απόφαση ΣτΕ 1901/2014, μειοψηφία). Ενώ και η «παράσταση» της ιδιωτικής τηλεόρασης παρουσιάζει συχνά έναν «λόγο» (λ.χ. εκπομπές αστρολογίας) που επιβεβαιώνει τον χαρακτηρισμό της μάζας, προσφέροντας το κατάλληλο «ηθικοπλαστικό» θέαμα, ενώ εκπομπές λόγου και τέχνης, απευθυνόμενες σε ποιοτικό κοινό, σπανίζουν.
Νικος Ανδρουτσοπουλος – Δικηγόρος
Η κατάσταση στα πανεπιστήμια
Κύριε διευθυντά
Με πολλή προσοχή διάβασα το άρθρο των ακαδημαϊκών «Να σταματήσει η κίνηση προς ισοπέδωση στην παιδεία» στο φύλλο της εφημερίδας σας της 22ας Μαρτίου 2015. Θα ήθελα να διατυπώσω τις παρακάτω ενστάσεις: Κατά πρώτον όσον αφορά τα ΑΕΙ. «…Η κατάσταση της Ανώτατης Παιδείας στη χώρα μας δεν είναι τόσο κακή όσο συχνά αναφέρεται, αλλά είναι επιδεκτική σημαντικών βελτιώσεων…
…Το επίπεδο των φοιτητών στα ελληνικά πανεπιστήμια είναι υψηλό, κατά τη γνώμη μου υψηλότερο εκείνου των καλών αμερικάνικων πανεπιστημίων…», όπως αναφέρει στο άρθρο του στην «Κ» της 17ης Οκτωβρίου 2010 ο αείμνηστος ακαδημαϊκός Δ. Τριχόπουλος.
Είναι απολύτως κατανοητό οι επιστήμονές μας, που για ένα μέρος των σπουδών τους φοιτούν σε σημαντικά εκπαιδευτικά ιδρύματα του εξωτερικού, να υιοθετούν το σύστημα διοίκησης των ιδρυμάτων αυτών. Αλλά η μεταφορά των συστημάτων αυτών αυτούσιων στην Ελλάδα (π.χ. συμβούλια πανεπιστημίων) είναι λογικό να μην έχει τα αναμενόμενα αποτελέσματα, από τη στιγμή που δεν υπάρχουν παρόμοιες συνθήκες. Κατά δεύτερον, όσον αφορά τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση.
Το υπουργείο Παιδείας (ανεξαρτήτως της πολιτικής τοποθέτησης του εκάστοτε υπουργού) οφείλει να ασχολείται κατά κύριο λόγο με το σύνολο των δημοσίων σχολείων και όχι με τη διάκριση μεταξύ των μαθητών (άριστοι ή μη – πλούσιοι ή μη). Από την πολιτική του δε αυτή θα προκύψει η επιδιωκόμενη αναβάθμιση της εκπαιδευτικής διαδικασίας και από αυτήν την πολιτική θα κριθεί στο τέλος. Θα είχε ενδιαφέρον να μαθαίναμε πόσοι εκ των υπογραφόντων διακεκριμένων ακαδημαϊκών απεφοίτησαν από δημόσιο, πόσοι από πρότυπο και πόσοι από ιδιωτικό σχολείο. Είναι λυπηρό ότι οι ανωτέρω ακαδημαϊκοί συμπεραίνουν πως όλες οι βαθμίδες της εκπαίδευσης της χώρας νοσούν και διαβλέπουν το μέλλον ζοφερό. Αυτή η εικόνα, όμως, δεν συνάδει με τις τόσες επιτυχίες των πτυχιούχων ελληνικών πανεπιστημίων στον ερευνητικό και επιχειρηματικό χώρο, τόσο στην Ελλάδα όσο και στο εξωτερικό. Επίσης, ο λόγος για τον οποίο οι νέοι εγκαταλείπουν τη χώρα είναι η ανεργία (50% στους νέους) και όχι οι ελλείψεις του εκπαιδευτικού συστήματος.
Ελενη Τραυλου – Φυσικός
Ωράρια φαρμακείων
Κύριε διευθυντά
Τελευταία έχει γίνει πολύς ντόρος να επανέλθουμε στην προτέρα κατάσταση εφημερίας των φαρμακείων, και να μην έχουμε πρόσβαση στα φαρμακεία με εκτεταμένο ωράριο. Με άλλα λόγια, να επανέλθουμε στην προτέρα τριτοκοσμική κατάσταση, του να γυρνάμε πόρτα πόρτα μήπως βρούμε ανοικτό εφημερεύον φαρμακείο, αν είχαμε την γκαντεμιά να χρειαστούμε φάρμακα τα Σαββατοκύριακα. Ηταν πραγματικά ένας εφιάλτης. Εάν η παρούσα κυβέρνηση που έχει αποδοχή πάνω από 70% θέλει να ρίξει τα ποσοστά της εν μια νυκτί στο 20%, ας το κάνει. Είναι προφανές ότι όπως τα νοσοκομεία είναι για να υπηρετούν την «αυτού μεγαλειότητα τον ασθενή» και όχι να βολεύουν μερίδα ιατρών, έτσι και τα φάρμακα κυκλοφορούν για να ανακουφίζουν και θεραπεύουν «την αυτού μεγαλειότητα τον ασθενή» και όχι να εξυπηρετούν μια μερίδα του πανίσχυρου συνδικάτου των φαρμακοποιών.
Βασιλειος Βλαγκοπουλος – Παιδίατρος
