Κύριε διευθυντά
Σε δημοσίευμα με τίτλο «Επαναφορά επιδοτήσεων στην αγορά ενέργειας θέλει η ΡΑΕ» που δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα σας το Σάββατο 7 Μαρτίου, η συντάκτριά σας, παραθέτοντας σειρά ανακριβειών, επιχειρεί περισσότερο να «δημιουργήσει» παρά να αποτυπώσει μία πραγματικότητα. Επιπλέον, μας δημιουργεί εντύπωση και εύλογα ερωτήματα το πώς τόσο η «Κ» όσο και η εν λόγω συντάκτρια επιμένει να παρουσιάζει εσφαλμένως και μεροληπτικά το ζήτημα του Μηχανισμού Ανάκτησης Μεταβλητού Κόστους, αγνοώντας επιδεικτικά τα συμπεράσματα σειράς μελετών και επίσημων τοποθετήσεων φορέων που δημοσιεύονται στο πλαίσιο της σχετικής δημόσιας διαβούλευσης, όπως του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης και του Ανεξάρτητου Διαχειριστή Μεταφοράς Ηλεκτρικής Ενέργειας (ΑΔΜΗΕ), αλλά και των αρμόδιων υπηρεσιών της ΡΑΕ. Με το πρόσφατο δημοσίευμα μάλιστα, η συντάκτριά σας παραλείπει καίρια δεδομένα, φθάνοντας στο σημείο να υιοθετεί τις άκρως επικίνδυνες τάσεις που εμφανίζονται τελευταίως και επιχειρούν την αποδυνάμωση των Ανεξάρτητων Αρχών και την επιστροφή στις σκοτεινές ημέρες που η αγορά ήταν έρμαιο πολιτικών και κομματικών παθογενειών.
Καθώς η συντάκτριά σας επέμεινε στην τακτική αυτή, ακόμα και όταν της επισημάνθηκε ότι το δημοσίευμά της που αναρτήθηκε στις 4 Μαρτίου στην αγγλόφωνη έκδοση της ιστοσελίδας της «Καθημερινής» περιείχε ανακριβείς και λανθασμένες αναφορές, προτιμώντας την επαναδημοσίευσή του στο φύλλο της 7ης Μαρτίου, αποδίδοντας μάλιστα συγκεχυμένες δηλώσεις σε «κύκλους των ιδιωτών παραγωγών», σας παραθέτουμε τα ακόλουθα, προς αποκατάσταση της αλήθειας:
• Ο Μηχανισμός Ανάκτησης Μεταβλητού Κόστους (ΜΑΜΚ), ή αντίστοιχοι μηχανισμοί, αντίθετα με τη δαιμονοποιημένη εκδοχή που τον παρουσιάζει ως επιδότηση και ελληνική πρωτοτυπία, αποτελεί στην πραγματικότητα αναπόσπαστο και αναγκαίο κομμάτι όλων των αγορών ηλεκτρισμού διεθνώς που λειτουργούν –όπως η Ελλάδα– με το μοντέλο της υποχρεωτικής κοινοπραξίας (αγορά Νέας Υόρκης, Νέας Αγγλίας, Πενσυλβάνιας, Καλιφόρνιας και Ιρλανδίας), όπως διαπιστώνει και η σχετική μελέτη του ΑΠΘ που δημοσιοποιήθηκε στο πλαίσιο της δημόσιας διαβούλευσης στις 25 Φεβρουαρίου.
• Ο Μηχανισμός Ανάκτησης Μεταβλητού Κόστους διασφαλίζει ότι όταν μία μονάδα ηλεκτροπαραγωγής κληθεί από τον Διαχειριστή του Συστήματος (ΑΔΜΗΕ) να λειτουργήσει, υποχρεούμενη να εκτελέσει τις σχετικές εντολές ανεξάρτητα από την προσφορά της, θα αποζημιωθεί για τη διαφορά που προκύπτει ανάμεσα στο κόστος καυσίμου της και την αμοιβή που ορίζει εκείνη την ώρα η Οριακή Τιμή Συστήματος (ΟΤΣ), εφόσον φυσικά η δεύτερη υπολείπεται του κόστους καυσίμου.
• Ο Μηχανισμός Ανάκτησης Μεταβλητού Κόστους προβλέπει την αποζημίωση οποιασδήποτε μονάδας ηλεκτροπαραγωγής κληθεί να λειτουργήσει με κόστος καυσίμου υψηλότερο της ΟΤΣ, είτε η μονάδα ανήκει στη ΔΕΗ, είτε σε ιδιώτες, αφού θα ήταν παράλογο να απαιτηθεί από μία μονάδα να λειτουργήσει επί ζημία, καθώς είναι υποχρεωμένη βάσει του Κώδικα να προχωρήσει σε παραγωγή οποτεδήποτε κληθεί από τον Διαχειριστή του Συστήματος (ΑΔΜΗΕ).
• Ο Μηχανισμός Ανάκτησης Μεταβλητού Κόστους το πρώτο εξάμηνο του 2014 –οπότε και λειτούργησε πριν την κατάργησή του την 1η Ιουλίου 2014– κόστισε συνολικά 51,9 εκατομμύρια ευρώ, εκ των οποίων τα 34,2 εισέπραξε η ΔΕΗ και τα 17,7 οι ιδιώτες. Αν λειτουργούσε και τους υπόλοιπους έξι μήνες του 2014, το κόστος θα ήταν κατ’ εκτίμηση 32 εκατομμύρια ευρώ, επιμερισμένο και πάλι αντίστοιχα μεταξύ ΔΕΗ και ιδιωτών.
• Oπως αναδεικνύουν και οι σχετικές μελέτες, εάν αντιπαραβληθεί το κόστος του Μηχανισμού Ανάκτησης Μεταβλητού Κόστους με το κόστος που επιφέρει η κατάργησή του, λόγω της αμυντικής συμπεριφοράς προσφορών των αποδοτικών ιδιωτικών μονάδων με στόχο την αποφυγή λειτουργίας τους και τον μετριασμό της ζημίας που υφίστανται, η οποία έχει ως αποτέλεσμα να λειτουργούν λιγότερο αποδοτικές και υψηλότερου κόστους μονάδες της ΔΕΗ για την κάλυψη της ζήτησης, είναι εξαιρετικά αμφίβολο αν η κατάργησή του συνεπάγεται οποιαδήποτε εξοικονόμηση κόστους. Oπως δε είναι γνωστό σε όλους τους φορείς της αγοράς αλλά και τα αρμόδια στελέχη της λοιπής βιομηχανίας, η εξοικονόμηση που επιτεύχθηκε από τις ρυθμιστικές αλλαγές που αποφασίστηκαν τον Αύγουστο του 2013, οφείλεται αποκλειστικά και μόνο στην κατάργηση του «κανόνα του 30%» και όχι του Μηχανισμού Ανάκτησης Μεταβλητού Κόστους αυτού καθαυτόν.
• Η κατάργηση του Μηχανισμού Ανάκτησης Μεταβλητού Κόστους υπήρξε παράλογη και απαράδεκτη απόφαση της ίδιας της Ρυθμιστικής Αρχής Ενέργειας και η επίκληση του Μνημονίου ωσάν όλα τα μέτρα που ελήφθησαν ποτέ στο πλαίσιό του να ήταν στο σύνολό τους ορθά και επιβεβλημένα, είναι τουλάχιστον ατυχής. Η κατάργηση του ΜΑΜΚ οδήγησε σε τυπική δημευτική λειτουργία των μονάδων ηλεκτροπαραγωγής των ιδιωτών, υποχρεώνοντάς τες να λειτουργούν κατ’ εντολήν του Διαχειριστή (ΑΔΜΗΕ – 100% θυγατρική της ΔΕΗ) για να καλύπτουν τις ανάγκες του Συστήματος, συσσωρεύοντας άμεσες ζημίες ύψους εκατομμυρίων ευρώ για τους ιδιώτες ιδιοκτήτες τους.
• Η Δημόσια Διαβούλευση που ξεκίνησε στις 25 Φεβρουαρίου και για την οποία η συντάκτριά σας εκφράζει την απορία της ως προς «τη βιασύνη» της ΡΑΕ, είναι στην πραγματικότητα εξαιρετικά καθυστερημένη, αφού έρχεται να εκκινήσει μία συζήτηση με υστέρηση 7 μηνών και αφού έχει διαπιστωθεί προ πολλού ότι ο δημευτικός χαρακτήρας που απέκτησε η αγορά ηλεκτρισμού με την κατάργηση του ΜΑΜΚ είναι ρυθμιστικά, επιχειρηματικά και ηθικά απαράδεκτος και απειλεί με αφανισμό τους ιδιώτες παραγωγούς, θέτοντας σε κίνδυνο την ευστάθεια του συστήματος ηλεκτρισμού της χώρας και παραδίδοντας πάλι την αγορά στα χέρια του μονοπωλίου της ΔΕΗ. Ως αποτέλεσμα αυτού μάλιστα θα συνεχίσουμε να βλέπουμε όχι μόνο τις λιγότερο αποδοτικές μονάδες φυσικού αερίου της ΔΕΗ να λειτουργούν, αντί των πιο σύγχρονων ιδιωτικών μονάδων φυσικού αερίου, αλλά θα ξαναδούμε και τις πετρελαϊκές μονάδες να λειτουργούν με τεράστιο κόστος εκατοντάδων εκατομμυρίων ευρώ επιπλέον κάθε χρόνο, που θα επιβαρύνει φυσικά τους καταναλωτές.
Το πιο σημαντικό είναι ότι τα προαναφερθέντα δεν αποτελούν απλά απόψεις του ΕΣΑΗ, καταγράφονται αναλυτικά στα έγγραφα της δημόσιας διαβούλευσης, τόσο από τη Ρυθμιστική Αρχή Ενέργειας, όσο και από τον Ανεξάρτητο Διαχειριστή Μεταφοράς Ηλεκτρικής Ενέργειας (ΑΔΜΗΕ) και το εξειδικευμένο Τμήμα του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Αν η συντάκτρια της «Καθημερινής» είχε μελετήσει τα εν λόγω έγγραφα ενδελεχώς, στο πλαίσιο ουσιαστικής δημοσιογραφικής έρευνας, αντί να στηρίζεται σε «απόψεις» μεμονωμένων κέντρων με συγκεκριμένη ατζέντα, θα το γνώριζε.
Μας προξενεί, τέλος, εντύπωση πώς η «Καθημερινή» επί σειρά ετών αγωνιά για το μέλλον της ελληνικής βιομηχανίας και την ανάγκη στήριξης των παραγωγικών φορέων της χώρας, αλλά την ίδια στιγμή θεωρεί εύλογο και θεμιτό ένας άλλος βιομηχανικός κλάδος, ο κλάδος της παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας –με τη ζωτική σημασία που έχουν για την απελευθέρωσή του οι ιδιώτες παραγωγοί και προμηθευτές– να αποτελεί μία κλειστή, μονοπωλιακή και δημευτική αγορά, όπου οι επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται πρέπει να λειτουργούν επί ζημία για σειρά ετών και να επιδοτούν ουσιαστικά το κρατικό μονοπώλιο. Ενδεχομένως, η έννοια βιομηχανία έχει τελικά πολύ συγκεκριμένο περιεχόμενο και πρόσωπο.
Αναμένοντας την αυτούσια δημοσίευση της παρούσας επιστολής μας στο οικονομικό φύλλο όπου παρουσιάστηκε το εν λόγω δημοσίευμα, όπως ορίζει η δημοσιογραφική δεοντολογία, παραμένουμε στη διάθεσή σας για τυχόν διευκρινίσεις.
Αναστασιος Καλλιτσαντσης – Πρόεδρος ΕΣΑΗ (Ελληνικός Σύνδεσμος Ανεξάρτητων Εταιρειών Ηλεκτρικής Ενέργειας)
Απάντηση
Στο συγκεκριμένο άρθρο η κριτική εστιάζεται στη ΡΑΕ, η οποία αν και αρμόδια Αρχή για τη λειτουργία της αγοράς με βάση τους ευρωπαϊκούς κανόνες περί ανταγωνισμού, έδωσε προς διαβούλευση προτάσεις που κινούνται προς την ακριβώς αντίθετη κατεύθυνση. Προτείνει την επαναφορά του Μηχανισμού Ανάκτησης Μεταβλητού Κόστους (ΜΑΜΚ) που η ίδια κατάργησε με αποφάσεις της (338 και 339 του Ιουλίου του 2013) για μείωση του ενεργειακού κόστους. Σε ό,τι αφορά τα περί ανακριβών στοιχείων, σας παραπέμπω για λόγους οικονομίας χώρου (διότι είναι πλήθος τα στοιχεία) στις δημόσιες τοποθετήσεις του ίδιου του προέδρου της ΡΑΕ κ. Νίκου Βασιλάκου. Αναφέρει ότι τα απολογιστικά στοιχεία ένα χρόνο μετά την κατάργηση των μεταβατικών μηχανισμών δείχνουν με «τον πιο σαφή και ποσοτικά μετρήσιμο τρόπο» ότι ο στόχος για μείωση του κόστους παραγωγής του Συστήματος επιτεύχθηκε. Ποσοτικοποιεί μάλιστα το καθαρό όφελος για το Σύστημα μέσα σε ένα χρόνο σε 110 εκατ. ευρώ και από την πλήρη κατάργηση του ΜΑΜΚ σε επιπλέον 100 εκατ. ευρώ. Σε ό,τι αφορά την αιχμή για προσπάθεια αποδυνάμωσης των Ανεξάρτητων Αρχών, αυτή δεν θα πρέπει να απευθύνεται στην «Κ», αλλά στον ίδιο τον ΕΣΑΗ, ο οποίος έστειλε εξώδικο στη ΡΑΕ, κατηγορώντας την για «προδήλως παράνομη και στοχευμένη συμπεριφορά κατά των εταιρειών-μελών του». Τέλος, με την αιχμή περί «μεμονωμένων κέντρων με συγκεκριμένη ατζέντα…» δεν πρωτοτυπεί. Αντίστοιχα σχόλια είχε δεχθεί η υπογράφουσα όταν αποκάλυπτε μέσω της «Κ» το «φιάσκο» της λιανικής αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας, ενώ ανεξάρτητες αρχές και φορείς περί άλλων ετύρβαζαν, όταν αναφερόταν στη «φούσκα» των φωτοβολταϊκών πολύ πριν «σκάσει» αλλά και όταν πολύ πρόσφατα ασκούσε κριτική στη ΔΕΗ γιατί δεν μετακύλισε στην κατανάλωση τα οφέλη από την κατάργηση των μεταβατικών μηχανισμών. Συνεπώς, η μόνη σκοπιμότητα του άρθρου είναι, για μια ακόμη φορά, η λειτουργία του ανταγωνισμού στην αγορά ενέργειας και η φθηνή ηλεκτρική ενέργεια για τους καταναλωτές…
Χρύσα Λιάγγου
