Η κυβέρνηση στο κοινοβουλευτικό σύστημα

Κύριε διευθυντά

Επανέρχομαι σε κείμενό μου «Σχηματισμός κυβέρνησης» που είχε δημοσιευθεί στην «Κ» (13.1.15), για να προσθέσω ορισμένες σκέψεις, αντικρούοντας, συγχρόνως, την αντίθετη άποψη που διατύπωσε ο καθ. Ν. Αλιβιζάτος σε ολοσέλιδο άρθρο του («Κ», 24-25.1.2015), με ρητή αναφορά στο δικό μου.

Εξέθεσα, τότε, την άποψή μου σχετικά με τη διαδικασία που έπρεπε να τηρηθεί για την εκλογή νέου ΠτΔ, με καθαρά νομική επιχειρηματολογία και χωρίς να αναφερθώ σε πρόσωπα. Ευτυχώς τα πράγματα εξελίχθηκαν ομαλά και έχουμε από την αρχή «κυβέρνηση συνεργασίας» και δεν θα υπήρχε λόγος να επανέλθω, εάν ο Ν.Α. δεν είχε προσθέσει απαξιωτικούς χαρακτηρισμούς που με αναγκάζουν να απαντήσω.

Συνοπτικά, υποστήριξα ότι εφόσον κάθε προσπάθεια του ΠτΔ να σχηματιστεί κυβέρνηση θα αποτύγχανε, τότε οφείλει αυτός να αναθέσει σε πρόεδρο ανωτάτου δικαστηρίου «τον σχηματισμό κυβέρνησης, όσο το δυνατόν ευρύτερης αποδοχής, για να διενεργήσει εκλογές, και διαλύει τη Βουλή» (άρθρ. 37 παρ. 3 εδ. Τελευτ. Σ). Δηλαδή, υποχρεούται να τη διαλύσει, ακόμη και αν αυτή δεν έχει ακόμη συγκληθεί και δεν έχει συγκροτηθεί σε σώμα. [Πρβλ. και Αντ. Μανιτάκη σε κείμενό του στην «Κ» (11.1.2015).]

Ειδικότερα, η λύση αυτή επιβάλλεται από το λεγόμενο «εκλογικευμένο» κοινοβουλευτικό μας σύστημα, του οποίου θεμελιώδης αρχή είναι η εξασφάλιση κυβερνητικής σταθερότητας αναγκαίας για να λειτουργήσει το κράτος, τούτο δε επιτυγχάνεται εφόσον η Βουλή, που εκφράζει τη θέληση του εκλογικού σώματος, στηρίζει με την εμπιστοσύνη της την κυβέρνηση.

Εντεύθεν, το σύστημα αυτό αξιώνει τα χρονικά διαστήματα κατά τα οποία δεν θα υπάρχει κυβέρνηση που να απολαύει της εμπιστοσύνης της Βουλής, να είναι όσο το δυνατόν συντομότερα, διότι το σύστημα αυτό, που εντάσσεται στη «βάση» του πολιτεύματός μας (110 Σ), δεν ανέχεται κυβέρνηση που για μεγάλο χρονικό διάστημα θα ασκεί εξουσία, δεσμεύοντας το κράτος με τις ενέργειές της –η θεωρία για τις «τρέχουσες υποθέσεις» δεν ισχύει σ’ εμάς– χωρίς όμως να βρίσκει νομιμοποίηση από κάποια πλειοψηφία της Βουλής που να μπορεί να τη στηρίξει. Εντεύθεν, και οι ασφυκτικές προθεσμίες του άρθρου 37 Σ.

Η άλλη άποψη κάνει λογικό άλμα, παρακάμπτοντας το άρθρο 37 Σ και εφαρμόζοντας μόνο το άρθρο 32 παρ. 4 Σ, το οποίο όμως, εμμέσως πλην σαφώς, παραπέμπει υποχρεωτικώς στο άρθρο 37 Σ, αφού εκεί καταγράφονται οι πρώτες αναγκαίες ενέργειες που πρέπει να γίνουν αμέσως μετά τις εκλογές κατ’ επιταγή του κοινοβουλευτικού συστήματος. Ορθώς δε, διότι κατά το Σύνταγμα προηγείται ο σχηματισμός βιώσιμης κυβέρνησης που, αν δεν επιτευχθεί τελικά, η Βουλή διαλύεται αμέσως και προκηρύσσονται εκλογές.

Στο κοινοβουλευτικό σύστημα, η Βουλή είναι τελικά παρακολούθημα της κυβέρνησης. Αν η σύνθεσή της δεν επιτύχει να εξασφαλίσει βιώσιμη πολιτική κυβέρνηση, ο ΠτΔ υποχρεούται να τη διαλύσει αμέσως.

Εκφράζει ακόμη ο Ν.Α. και την απορία πώς εγώ, ένας «πρώην ανώτατος δικαστικός» (σαν να λέμε απόστρατος λοχαγός), «αποφάσισα να παρέμβω στην πολιτική επικαιρότητα»! Δηλαδή, αμφισβητεί το δικαίωμα του κάθε δικαστή να έχει νομική άποψη και να την εκφράζει, λησμονεί δε, καθ’ ότι με αφορά, ότι εδώ και περίπου είκοσι χρόνια τυχαίνει να είμαι και εγώ καθηγητής του συνταγματικού δικαίου, κάτι που δεν μπόρεσε, φαίνεται, ακόμη να χωνέψει.

Στο κείμενό μου ρητά αναφέρω ότι, εφόσον δεν υπάρξει αυτοδυναμία, τα κόμματα πρέπει οπωσδήποτε να σχηματίσουν κυβέρνηση έστω μειοψηφίας, για να αποφύγει η χώρα μας και άλλη ταλαιπωρία. Από πουθενά, δε, δεν διαφαίνεται πρόθεσή μου να οδηγηθούμε σε δεύτερες εκλογές. Αντίθετα, ο Ν.Α. θεωρεί ότι το κείμενο αυτό αποπνέει «ανομολόγητες κομματικές σκοπιμότητες» (!), παραβιάζοντας, έτσι, και κανόνες ευπρέπειας. Εκτός και αν ο ίδιος είχε τέτοιες βλέψεις που όμως δεν τελεσφόρησαν. Τελικά, το κείμενο αδικεί τον συντάκτη του, τον οποίο εγώ τιμώ.

Πετρος Ι. Παραρας – Επίτ. αντιπρόεδρος ΣτΕ, Καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου

Περί οικονομίας

Κύριε διευθυντά

Τα τελευταία χρόνια έχουμε την τύχη να ακούμε πλήθη οικονομολόγων (ημεδαπών, αλλοδαπών, νομπελιστών, τραπεζιτών). Ουδέν κακόν τελικά, γιατί πάντοτε μπορούμε να ωφεληθούμε από οτιδήποτε, αρκεί να έχουμε την οξυδέρκεια να διακρίνουμε το χρήσιμο. Πιθανόν να επωφεληθούμε τα μέγιστα από την κρίση αυτή εάν πράγματι σπεύσουμε να «κλέψουμε» ό,τι μπορούμε από τους σοφούς του κόσμου όλου που μαζεύτηκαν και εκφέρουν παντοίες κριτικές για όσα έγιναν και πλήθος προτάσεων περί του πρακτέου. Οφείλω πάντως να ομολογήσω ότι μέχρι τώρα δεν αισθάνομαι να διαφωτίστηκα πολύ· αντιθέτως, οι απλές έννοιες μάλλον συσκοτίσθηκαν.

Επί όλων τούτων των οικονομόσοφων τελικά αναδύεται στη μνήμη μου η μορφή ενός απλού και αγαθού ανθρώπου της δεκαετίας του ’50-’60 στη Μαυρολεύκη της Δράμας, του μπαρμπα-Μανώλη του Λαζαράκου, που δεν έπαυε να μονολογεί «urbi et orbi», την απλή φράση του «η δουλειά νικά τη φτώχεια».

Ο μπαρμπα-Μανώλης ήταν εντελώς αγράμματος και ουδέποτε είχε ακούσει για το London School of Economics ούτε για την Οξφόρδη. Επαναλάμβανε την αγαπημένη του φράση, δίκην συμβουλής αλλά κυρίως προτροπής, στον κάμπο που φυλάγαμε τα ζώα μας, στα καφενεία και σε κάθε περίπτωση που οιοσδήποτε γκρίνιαζε για τη μιζέρια που περνούσαμε τότε.

Ηταν η εποχή που στον ντορβά μας δεν υπήρχε ποτέ τίποτε περισσότερο από ένα κομμάτι ψωμί και που πίναμε νερό από το ποτάμι και τα κανάλια. Η απλούστατη αυτή φράση του αγαθού μπαρμπα-Μανώλη, η μεγίστη των οικονομικών ρήσεων, δεν ακούγεται καθόλου από τους επαΐοντες και σοφούς τού σήμερα.

Θυμάμαι έναν εξαιρετικό Ελληνα πολίτη και επιτυχημένο πλοιοκτήτη που έλεγε: «Δούλευε όπου βρεις και αν ακόμη σου ζητήσουν  χωρίς καμιά αμοιβή να μεταφέρεις τούτο το στάρι από ’δω εκεί μακριά, εσύ να το κάνεις γιατί όλο και κάποιο σπειρί στάρι θα μείνει και σε σένα».

Η δουλειά –δηλαδή η παραγωγή–, η μόνη σωτηρία, η μόνη εν ζωή δυνατότητα να προσδώσει δύναμη, αυτάρκεια, αξιοπρέπεια, εκτίμηση, σεβασμό, στο άτομο και στο σύνολο, ελάχιστα μνημονεύεται. Ολοι μας  αναφερόμαστε στο τι θέλουμε όχι στο τι θα πράξουμε για να επιτύχουμε αυτό που θέλουμε. Αυτά που απαιτούμε  θα τα δημιουργήσει κάποιος από μηχανής Θεός και θα τα ρίξει δίκην μάννα εξ ουρανού για να τα φάμε εμείς.

Ακόμη –σε πρακτικότερο επίπεδο– θα τα δανειστούμε και μετά θα βρούμε τρόπο να αρνηθούμε την επιστροφή λέγοντας (τα ανήκουστα που λέγονται τώρα απ’ όλα τα χρώματα) ότι «οι δανειστές είναι τοκογλύφοι», ότι «γιατί μας δάνεισαν αφού ήξεραν πως δεν μπορούμε να τα επιστρέψουμε, άρα το έκαναν για να μας πάρουν το οικόπεδο» κ.λπ. Η αλήθεια και η σοφία μπορούν να κείνται και να απαστράπτουν σε πολύ ταπεινά μέρη.

Στη μνήμη του μπαρμπα-Μανώλη

Π. Π. Ζορμπας Μαυρολεύκη Δράμας

«Πριν αλέκτορα φωνήσαι…»

Κύριε διευθυντά

Ακόμη και μετά τις βαρύγδουπες –που ηχούν ακόμη στα αυτιά μας– επιβεβαιώσεις των κ. Σαμαρά – Βενιζέλου ότι δεν θα περικοπούν οι επικουρικές συντάξεις των δημοσίων υπαλλήλων, αλλά και τις δεσμεύσεις – εξαγγελίες της νέας διακυβέρνησης ότι θα εξασφαλίσει στο ακέραιο τις δικαιούμενες αποδοχές, δυστυχώς οι επικουρικές συντάξεις του μηνός Φεβρουαρίου μειώθηκαν κατά το ήμισυ (ένα από τα δύο επικουρικά ταμεία καταργήθηκε). Και η κατρακύλα έχει συνέχεια…

Κρίμα, πολύ κρίμα, για τους μεν, κρίμα δε και για τη νέα διακυβέρνηση που δεν απέτρεψαν ένα τόσο αντικοινωνικό μέτρο.

Το να αυξάνεται ο κατώτατος μισθός και οι συντάξεις σε αξιοπρεπή όρια διαβίωσης είναι καλοδεχούμενος και επιβεβλημένος, όχι όμως εις βάρος των ήδη υφισταμένων κύριων και επικουρικών συντάξεων. Υπάρχουν άλλες πηγές να αντλήσουν τα απαιτούμενα έσοδα!

Βασιλης Τσαρουχης

comment-below Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή

Editor’s Pick

ΤΙ ΔΙΑΒΑΖΟΥΝ ΟΙ ΣΥΝΔΡΟΜΗΤΕΣ

MHT