Κύριε διευθυντά
Στις κανονικές δημοκρατίες ριζωμένη είναι η πεποίθηση στον λαό ότι η Δικαιοσύνη αποτελεί την κορυφαία αρετή, που απ’ τον Θεό δίνεται, ως εντολή και δώρο, σε λειτουργούς που αγωνίζονται να κρατήσουν αναμμένο το λυχνάρι της Δικαιοσύνης μέσα στο οστράκινο σκεύος της σάρκας τους για να υπάρχει κράτος ευνομίας, να απονέμεται δηλαδή στον καθένα αυτό που του αναλογεί και του αξίζει: «η του ίσου κατ’ αξίαν εκάστω διανέμησις» με τρόπο αδέκαστο, με κρίση ανεξάρτητη, δηλαδή αμερόληπτη, ασύμβατη και ασυμβίβαστη με οποιαδήποτε εύνοια ή προκατάληψη.
Υπάρχουν, ωστόσο, και κάποιοι στους οποίους η ζυγαριά της κρίσης αποκλίνει από την ισόρροπη με τη θεϊκή εντολή κίνησή της.
Σε μια, λοιπόν, αληθινή δημοκρατία θα λειτουργούσε σωστά και η Δικαιοσύνη, και οι όποιοι «αποκλίνοντες», ευάλωτοι στις παρεμβάσεις, θα ήταν γνωστοί και ακίνδυνοι, γιατί η ίδια η Δικαιοσύνη με τη σοφία και γνώση της, κυρίως όμως με την πλήρη ανεξαρτησία, την οποία όντως θα είχε, θα μπορούσε να ρυθμίζει τα του οίκου της και να αποτρέπει την όποια «απόκλισή» τους.
Ποιος, όμως, μπορεί σήμερα σοβαρά να υποστηρίξει ότι έχουμε αληθινή δημοκρατία και πλήρως ανεξάρτητη Δικαιοσύνη; Οταν κυριαρχούν: το ψέμα, τα πάθη, η διαφθορά, η ασυδοσία, η αναρχία, και το χειρότερο, όταν διαρκώς επιβεβαιώνεται η άποψη ότι η εξουσία δεν θέλει το ευνομούμενο κράτος, αλλ’ αυτό των ευνοουμένων, γιατί στόχος της δεν είναι «η του ίσου κατ’ αξίαν», αλλά του ανίσου και υπέρ των επιτηδείων διανέμησις;
Με τέτοιες, λοιπόν, διαμορφωμένες κακές συνθήκες δεν μπορεί κανείς να αμφιβάλει για παρεμβάσεις στη Δικαιοσύνη, που συνιστούν, ωστόσο, τεράστιο κίνδυνο στα θεμέλια της ίδιας της δημοκρατίας, κίνδυνο αναστρέψιμο μόνον όταν αυτοί που ασκούν παρεμβάσεις και όσοι τις επιτρέπουν ή τις δέχονται καταλάβουν ότι υπηρετούν το ψέμα και τη δική τους πρωτίστως απώλεια: «για να γνωρίζουν πάσχοντες αυτό που φρόντιζαν θέλοντας, και να μάθουν δοκιμάζοντάς το στην πείρα, ότι ασυναίσθητα αγκάλιαζαν το θάνατο αντί της ζωής» (Μαξ. Ομολογητής).
Οσοι, λοιπόν, αγαπούμε τη Δικαιοσύνη ας μη στερήσουμε από τον εαυτό μας την αγαθή ελπίδα να εμπιστευόμαστε τη διαχείριση των πραγμάτων που δεν είναι στην εξουσία μας σ’ αυτούς που φωτίζονται από το φως της αληθινής δικαιοσύνης. Ετσι, μονάχα, μπορούμε να περάσουμε με ελπίδα και ανώδυνα από τα παραναλώματα του ψεύδους, της πλάνης και της φθοράς στην αντίπερα όχθη της κατάκτησης της πραγματικής δικαιοσύνης, όταν ακουστεί επιτέλους μέσα μας ο πάντα επίκαιρος θεϊκός λόγος: «Δικαιοσύνην μάθετε οι ενοικούντες επί της γης».
Αναστασιος Γ. Λεκκας, Συν/χος Δικηγόρος
