Κύριε διευθυντά
Ο Αγγελής δεν ήταν μεγάλος. Δεν ήταν βέβαια και μικρός. Ε, γύρω στα 70. Δεν ήταν αρρωστιάρης. Δεν ήταν βερεμιάρης.
Απρόσμενα έπεσε στο κρεββάτι. Δεν έτρωγε. Δεν έπινε. Δεν κουνιόταν. Δεν άνοιγε τα μάτια. Δεν μίλαγε.
Επεσε του «θανατά», όπως έλεγαν, σε ανάλογες περιπτώσεις, στο μικρό μου χωριό, το Σταυροδρόμι Γορτυνίας. Ρε Αγγελή, του έλεγαν οι συγγενείς, οι γειτόνοι. Ρε πατέρα, τα παιδιά του. Σε πονάει τίποτα; Μίλα μας, μας ακούς; Ο Αγγελής έμενε ασάλευτος. Με αριές αδύναμες αναπνοές. Με πρόσωπο κατακίτρινο, που έπαιρνε με τις ώρες το γνωστό θανατερό χρώμα.
Ο γιατρός που τον εξέτασε δεν άφησε ελπίδες για καλυτέρεψη. Ο παππούλης, δεν μπόρεσε να του δώσει τη Θεία Μετάληψη. Ειδοποιήθηκαν οι μακράν της… Βηθανίας βιούντες. Η Μάρθα, η παντοπώλισσα, προσέφερε τα σανίδια. Ο Χατζηπάνος, ερασιτέχνης φερετροποιός, ανέλαβε δωρεάν να μοντάρει το κουτί. Ο Μιχαλιός εδήλωσε ότι είναι πανέτοιμος για τα… χωματουργικά. Η θεια Φανιώ, η νεωκόρισσα, ξαδέρφη του Μπαρμπαγγελή, καταστενοχωρημένη, πήγε να ετοιμάσει την εκκλησία. Οι γυναίκες του χωριού έβγαλαν τα σκούρα για να είναι έτοιμα την ώρα της πένθιμης καμπανοκρουσίας. Ο δάσκαλος ζητούσε συνεχή ενημέρωση για να ρυθμίσει ανάλογα το ωρολόγιο πρόγραμμα. Δυο γειτόνοι μπήκαν στο κατώι για να ελέγξουν το πάτωμα μη γίνει κανά κακό από τον πολύ κόσμο. Ολα ήταν έτοιμα, κατά τα ήθη και τα έθιμα. Κατά τις περιστάσεις…
Η Λούλα, η Φουσκαρογιώργαινα, η περιβολάρισσα, ήταν γειτόνισσα. Εστιψε κάτι πορτοκάλια και μπήκε στην… «εντατική». Οι «Μάρθες» και οι «Μαρίες» προσπάθησαν να την αποτρέψουν, κάτι σαν το Ευαγγελικό «Τεταρταίος γαρ εστί», αλλά η Λούλα τις αγνόησε και κάθισε δίπλα στον «βαριά άρρωστο». Με το κουταλάκι έρριχνε λίγο λίγο το χυμό, στο στόμα του «θνήσκοντος». Με υπομονή και επιμονή. Με Πίστη! Στις δυo ώρες και πριν σβήσει και η τελευταία σπίθα ελπίδας, πρόσεξε κάποια ελάχιστη κίνηση στα χείλη. Σε μία ώρα ακόμα ο Μπαρμπαγγελής ανακάθησε στο κρεββάτι και απορημένος ρώτησε: «Λούλα γιατί μαζευτήκατε ούλοι εδώ»; Από την ώρα εκείνη, ο Μπαρμπαγγελής, ήταν γνωστός με το όνομα «Λάζαρος», μέχρι που πέθανε πραγματικά, το 1964! Φαίνεται ότι ήταν φίλος του Χριστού, όπως ήταν και ο πραγματικός Λάζαρος του Ευαγγελίου!
Μιχαλης Ιω. Μιχαλακοπουλος
