Κύριε διευθυντά
Στο άρθρο του κ. Θ. Πάγκαλου με τίτλο «Η Αντιγόνη στο κελί του Μαντέλα» που δημοσιεύθηκε στην «Καθημερινή» της 5/2/2017 υπάρχει ένα μικρό λάθος. Ο διαπρεπής Ελληνας δικηγόρος και νομικός σύμβουλος του Μαντέλα, στον οποίο αναφέρεται ο αρθρογράφος, δεν λεγόταν Γεώργιος Μπέζος αλλά Γεώργιος Μπίζος, με καταγωγή από το Βασιλίτσι Μεσσηνίας. Πρόκειται για μια σπουδαία προσωπικότητα που είναι εν ζωή, έχει συχνές επαφές με το χωριό του και είναι ιδιαίτερα αγαπητός από τους συγχωριανούς του. Για την προσωπικότητα αυτή κρίνω σκόπιμο να αναφέρω λίγα λόγια προς ενημέρωση των αναγνωστών σας.
Ο Γιώργος Μπίζος υπήρξε συνήγορος του Μαντέλα στις διώξεις που υφίστατο από το ρατσιστικό καθεστώς της χώρας του και, μετά την πτώση του καθεστώτος αυτού, διαδραμάτισε, ως μέλος της Νομικής και Συνταγματικής Επιτροπής του Εθνικού Αφρικανικού Κογκρέσου, σημαντικό ρόλο στη συγγραφή της Διακήρυξης των Δικαιωμάτων, καθώς και στη διαμόρφωση του νέου Συντάγματος της Νότιας Αφρικής. Για τους αγώνες του αυτούς το 2001, ύστερα από πρόταση της Διεθνούς Ακαδημίας Δικηγόρων, ανακηρύχθηκε στην Ουάσιγκτον «Δικηγόρος της Χρονιάς», ενώ η Νομαρχία Αθηνών του απένειμε τον τίτλο του «Πρεσβευτή του Ελληνισμού».
Εχει γράψει τα βιβλία «Οδύσσεια προς την Ελευθερία» και «Κανείς Υπόλογος;». Στο πρώτο από αυτά εξιστορεί την «Οδύσσειά» του. Πρόκειται για την ιστορία της ζωής του από το 1941 που, όντας μόλις 13 ετών, επιβιβάζεται σε βάρκα μαζί με τον πατέρα του, πρόεδρο της Κοινότητας Βασιλιτσίου, και ομάδα κυνηγημένων από τους Γερμανούς Νεοζηλανδών που κρύβονταν στο χωριό και τους οποίους με κίνδυνο της ζωής τους ανέλαβαν να φυγαδεύσουν στην Κρήτη (τελικά κατέφυγαν στην Αίγυπτο με αγγλικό πλοίο που τους περισυνέλεξε στη θάλασσα), μέχρι που νεαρός δικηγόρος στη Νότια Αφρική αναλαμβάνει την υπεράσπιση του φίλου του, από τα φοιτητικά χρόνια, Μαντέλα. Στο δεύτερο περιγράφει αναλυτικά τους υπεράνθρωπους δικαστικούς του αγώνες για τη σωτηρία του Μαντέλα και τα πολλά νομικά, και όχι μόνο, εμπόδια που όρθωνε μπροστά του κάθε τόσο το ρατσιστικό καθεστώς. Εκτός των άλλων, ο Γ. Μπίζος συνέβαλε αποτελεσματικά και στην ίδρυση του ελληνικού σχολείου ΣΑΧΕΤΙ, το οποίο είναι το μόνο ημερήσιο ελληνικό σχολείο (δημοτικό, γυμνάσιο, λύκειο) στη Ν. Αφρική και εκείνο που πρώτο δέχτηκε μαύρους.
Βασιλειος Γουλας, Επίτ. δ/ντής ΓΛΚ – Αθήνα
Η βιβλιοθήκη του Βησσαρίωνος
Κύριε διευθυντά
Στο φύλλο της εφημερίδας σας της 8ης Ιανουαρίου ο εκλεκτός συνεργάτης σας κ. Τ. Θεοδωρόπουλος, σε άρθρο του με τον τίτλο «Το μίσος για τα αρχαία», αναφερόμενος στη μετάδοση των κλασικών γραμμάτων στη Δύση, γράφει επί λέξει: «Μην ξεχνάμε τον ρόλο που έπαιξε η πώληση των χειρογράφων από τον Βησσαρίωνα στη Μαρκιανή Βιβλιοθήκη της Βενετίας». Επειδή έχω ασχοληθεί ιδιαίτερα με τον Βησσαρίωνα στο τελευταίο βιβλίο μου «Οι άνεμοι του Χρόνου» (εκδ. Ψυχογιός), παρακαλώ να μου επιτρέψετε να παρατηρήσω ότι στο σημείο αυτό ο κ. Θεοδωρόπουλος έχει λάθος. Την τεράστια και πολύ σημαντική βιβλιοθήκη του, η οποία περιελάμβανε 746 κώδικες μεταξύ των οποίων 482 ήσαν ελληνικοί, ο Βησσαρίων δεν «πώλησε», αλλά δώρισε προς τη Γερουσία της Γαληνοτάτης Δημοκρατίας της Βενετίας. Η δωρητήρια επιστολή του με ημερομηνία 12 Μαΐου 1468 φυλάσσεται σε πολύτιμη θήκη στη Μαρκιανή Βιβλιοθήκη. O Aχ. Κύρου στην περίφημη βιογραφία του Βησσαρίωνος με τον τίτλο «Βησσαρίων ο Ελλην» (σελ. 155-161) αναφέρεται διεξοδικά στη συλλογή των βιβλίων του Βησσαρίωνος και τη δωρεά της προς τη Δημοκρατία της Βενετίας.
Στη δωρητήρια επιστολή του ο Βησσαρίων αναφέρει, μεταξύ άλλων, ότι έχοντας επίγνωση της θνητότητός του, της μεγάλης ηλικίας του και των ασθενειών, και μη γνωρίζοντας το τι του επιφυλάσσει το μέλλον, αποφασίζει να δωρίσει και να αφιερώσει όλα του τα βιβλία στην πόλη αυτή. «omnes libros meos,… dono, dedi, atque dicavi» επί λέξει. Οποιος θέλει να διαβάσει την επιστολή μπορεί να ανατρέξει στη σελ. 701, 702 και επ. του 161 τόμου της Πατρολογίας του Migne που υπάρχει και σε ηλεκτρονική μορφή ψηφιοποιημένη από το Google. Η επιλογή της Βενετίας δεν έγινε τυχαία. Ο Βησσαρίων εξηγεί τους λόγους στην επιστολή του. Την πόλη αυτή, λέει, επέλεξε ο ίδιος ως πατρίδα μετά την υποδούλωση της Ελλάδος. Η Βενετία είναι το κέντρο συναντήσεως όλων των εθνών και οι Ελληνες την επισκέπτονται περισσότερο από κάθε άλλη πόλη της Δύσης. «Ερχονται προς την πόλη σας, ως προς ένα άλλο Βυζάντιο («ut ad vestram appulsi urbem, quasi alterum Byzantium introire videantur»), χαρακτηριστικά αναφέρει. Σε άλλη εξάλλου επιστολή του, την οποία διέσωσε ο βιογράφος του Λ. Μόλερ, διαβάζει κανείς ότι εκείνο που τον απασχολεί είναι να εξασφαλίσει και να προφυλάξει την πνευματική κληρονομιά για τις επερχόμενες γενιές των Ελλήνων ώστε να ωφεληθούν από αυτή και να την επαυξήσουν. «Αλλ’ ως αν ει που νυν τε τινές ληφθείεν Ελληνες… έχοιεν όπη την φωνήν άπασαν, την γε νυν ουσαν, εν τινι ομού αποκειμένην ασφαλεί τόπω εύροιεν και εύροντες πολλαπλασιάσαιεν» (λυπούμαι γιατί δεν μπορώ να χρησιμοποιήσω τον ορθό τονισμό του κειμένου).
Θα πρέπει επίσης να λεχθεί ότι η Μαρκιανή Βιβλιοθήκη δεν υπήρχε όταν ο Βησσαρίων έκανε τη δωρεά. Παρά την υπόσχεση της Γερουσίας ότι θα τοποθετηθούν τα βιβλία στο καλύτερο μέρος του μεγάρου τους, εντούτοις τα βιβλία στεγάστηκαν προσωρινά σε διάφορες αίθουσες και έμεναν απρόσιτα στους μελετητές και εκτεθειμένα σε κλοπές. Μόλις το 1515 αποφάσισε η Γερουσία την ανέγερση ειδικού κτιρίου που ολοκληρώθηκε το 1556. Επεσήμανα το λάθος στο άρθρο του κ. Θεοδωρόπουλου επειδή φοβούμαι ότι μπορεί να οδηγήσει σε παρανοήσεις δίνοντας μια εσφαλμένη εικόνα του Βησσαρίωνος, μειώνοντας τη σημασία της χειρονομίας του. Θέλω να πιστεύω πως ο κ. Θεοδωρόπουλος, γνώστης της ελληνικής γραμματείας και Ιστορίας, θα συμφωνήσει μαζί μου και θα κάνει τη σχετική διόρθωση σε επόμενο άρθρο του, για την αποκατάσταση της αλήθειας και την απόδοση της τιμής που ανήκει στον μεγάλο αυτό άνδρα, τον Βησσαρίωνα. Φοβούμαι ότι τη συμβολή του Βησσαρίωνος στη διάσωση της κλασικής γραμματείας, και όχι μόνον, φαίνεται να την έχουμε λησμονήσει αφού μόνον ένα δρομάκι, ενός μόλις οικοδομικού τετραγώνου, φέρει το όνομά του, σε αντίθεση με τα ονόματα πολιτικών, σημαντικών και ασήμαντων, που κοσμούν πλείστους όσους δρόμους της πατρίδας μας.
Ελενη Κ. Τσαμαδου, Eπ. δικηγόρος, συγγραφεύς
Φιλαυτία και φιλαλληλία
Κύριε διευθυντά
Η φιλαυτία και η φιλαλληλία είναι δύο αντίρροπες δυνάμεις της ζωής που εμφωλεύουν ως πάθη μέσα στον άνθρωπο.
Η φιλαυτία, που είναι συνώνυμη με την αλαζονεία και την υπερηφάνεια, είναι η κεντρομόλος δύναμη που διαβάλλει, διασπά, διχάζει και διαιρεί τα όντα. Είναι συνώνυμη με τη μόνωση και την απομόνωση, την αποξένωση και την αλλοτρίωση και εκδηλώνεται ως ιδιοτέλεια και υστεροβουλία και παίρνει τις βασικές μορφές της φιλοδοξίας, της φιλοχρηματίας και της φιληδονίας.
Αντιθέτως, η φιλαλληλία είναι η αντίρροπος δύναμη της φιλαυτίας και αποτελεί την κεντρόφυγο ροπή που συμβάλλει, ενώνει, ενοποιεί και ενισχύει τα όντα σε σύμπαν επίγειο και επουράνιο, ενδοκοσμικό και υπερβατικό. Παραπέμπει στην κοινωνία και στην επικοινωνία, στη συμμετοχή, στη συμπαράσταση και στη συμπόνια.
Εγκαινιάζεται με το πρόσωπο και αποκορυφώνεται με τη ζωηφόρο αγάπη. Συνυπάρχει με την καλοσύνη και την ελευθερία. Ο φίλαυτος μένει περίκλειστος στο εγώ του και είναι μοναδικός και μοναχικός, ενώ ο φιλάλληλος παραμένει ανοικτός στο όλο σύμπαν που τον περιβάλλει και γίνεται μοναδικός παύοντας να είναι μοναχικός.
Καρποί της φιλαυτίας είναι η κτήση και η κατάκτηση, η κυριότητα και η κυριαρχία, ενώ της φιλαλληλίας είναι η δύναμη που χρωματίζεται από τη συμμετοχή, τη συμπάθεια, τη συνύπαρξη και τη συμπόνια προς κάθε τι. Αυτά δίδαξαν δάσκαλοι της σοφίας, που περισσεύουν στη ζωή, ενώ ακροατές των λόγων τους λείπουν απελπιστικά.
Γι’ αυτό, αν θέλει κανείς να απαλλαγεί ταυτόχρονα από όλες τις κακίες, πρέπει να απαρνηθεί τη μητέρα των κακών, τη φιλαυτία, όπως διδάσκει και ο Οσιος Θαλάσσιος ο Αφρικανός του 7ου αιώνα μ.Χ.
Νικος Γ. Δημου, Φιλίστωρ – οικονομολόγος
Η «νομιμοποίηση» της φοροδιαφυγής
Κύριε διευθυντά
Διαχρονικά πορευόμενος ως φορολογικό υποζύγιο (υπάλληλος του ΕΣΥ), έχω αισθανθεί κάθε παράγραφο, του κάθε άρθρου, όλων των φορολογικών νόμων του σύγχρονου ελληνικού κράτους από την έναρξη της επαγγελματικής μου ζωής έως σήμερα.
Παράλληλα, ένιωσα πραγματικά να με υποτιμούν και να με κοροϊδεύουν όταν, την ίδια ώρα που θεσπίζονταν οι αυξήσεις στον ΦΠΑ, η υπερφορολόγηση στις επιχειρήσεις, η αύξηση των ασφαλιστικών εισφορών των επαγγελματιών σε απαγορευτικά ύψη, μου ζητούσαν όχι να δικαιολογήσω το σύνολο των εισοδημάτων μου με αποδείξεις, ούτε καν –πλέον– το 25%, αλλά μόλις το 10%, κλείνοντάς μου το μάτι για να «παζαρέψω» 90% φοροδιαφυγή!
Και κάποιος μπορεί να σκεφτεί ότι δεν μπορεί να έχει αποτέλεσμα το λεγόμενο «κυνήγι των αποδείξεων», αλλά μάλλον δεν συνειδητοποιεί ότι, σε ένα κράτος που οι ελεγκτικοί μηχανισμοί αδυνατούν να πράξουν το αυτονόητο, η μοναδική λύση είναι να μετατρέψεις τον πολίτη σε ελεγκτή και, γιατί όχι, σε συνέταιρο στα κέρδη του φορολογικού σαφάρι!
Αν λοιπόν αναγκάσεις νομοθετικά τον πολίτη, όχι μόνο τον μισθωτό και τον συνταξιούχο, τον κάθε πολίτη, να σου δικαιολογήσει πού διαθέτει τα χρήματά του, όχι μόνο για την οικοδόμηση του σημερινού ευτελούς αφορολογήτου, αλλά το σύνολο αυτών, φορολογώντας τη διαφορά «εσόδων-εξόδων», τότε σταδιακά, εύκολα, ανέξοδα, χωρίς επιπλέον προσωπικό και πολύπλοκες διαδικασίες, θα αυξήσεις τα κρατικά έσοδα από τον φόρο κατανάλωσης και την αποτύπωση του πραγματικού τζίρου, διευρύνοντας τη φορολογική βάση.
Και τότε θα αναγκαστεί κι ο επιχειρηματίας να απορρίψει και τη χθόνια ιδέα της μαύρης εργασίας, αφού πλέον και αυτός και ο «απασχολούμενός» του θα είναι ταυτόχρονα και «φορολογικοί ελεγκτές», κι ο ίδιος θα πρέπει να δικαιολογήσει έξοδα ώστε να φορολογηθεί λιγότερο και άρα να προχωρήσει σε κανονικές προσλήψεις, να καταβάλλει ασφαλιστικές εισφορές, που εκπίπτουν φορολογικά, και ελέγχοντας τη φοροαποφυγή θα καταπολεμηθεί και η εισφοροδιαφυγή και τα Ταμεία θα ξαναγνωρίσουν στιγμές αλλοτινές. Εως τότε, και για όσο το κράτος θα νομιμοποιεί τη φοροδιαφυγή, θα ψάχνει να πάρει πολλά από τους λίγους, «αρμέγοντας» μονίμως την ίδια «αγελάδα» με μύριους τρόπους υπερφορολόγησης, σε σημείο που η «αγελάδα» να δουλεύει για να αποδίδει φόρους, να καταναλώνει ελάχιστα, να στερεί την πραγματική οικονομία από ζεστό χρήμα, να γίνεται ακούσιος συνένοχος ενός υδροκέφαλου κράτους που καταστρέφει τις επιχειρήσεις, μεταβάλλει τον πολίτη σε λογιστή ο οποίος μοναδική μέριμνα έχει να μεταφέρει χρήματα από έναν λογαριασμό σε έναν άλλο, ταυτίζοντάς τον με μια «ταυτότητα οφειλής», έναν άψυχο εκτελεστή εντολών πληρωμής –μια καταθλιπτική φιγούρα–, κλεισμένο σε τέσσερις τοίχους μπροστά σε έναν υπολογιστή!
Παναγιωτης Τουχτιδης, Νοσηλευτής Msc Γ.Ν. «Παπαγεωργίου», γεν. γραμματέας Σωματείου ΕΝΠ
