Κύριε διευθυντά
Ας αφήσουμε να μας μιλήσει η ίδια η Αθήνα. «Με μια τέτοια προίκα στην πλάτη μου, πώς επέτρεψαν τα ίδια τα παιδιά μου να καταντήσω μια φτωχή ζητιάνα; Εγώ, η “διαμαντόπετρα στης γης το δαχτυλίδι”, μαζεύω σκυφτή τα κουρέλια μου και προχωράω. Προχωράω με κόπο σε σκοτεινά στενά, βρώμικα, χωρίς διαβάσεις, με άναρχα παρκαρισμένα οχήματα. Βλέπω την “καρδιά” μου, το ιστορικό μου κέντρο, να αργοπεθαίνει, με πληγωμένα και εξαθλιωμένα τα κάποτε περήφανα νεοκλασικά μου. Γκράφιτι παντού, σκαλωσιές, μουντζουρωμένα αγάλματα ξεχασμένων ηρώων, άστεγους, αναρχικούς να καίνε τα Εξάρχεια. Το Πολυτεχνείο μου, παραδομένο σε βέβηλα χέρια και η Ανωτάτη Εμπορική, λαϊκή αγορά παράνομων μεταναστών.
Είμαι η μόνη από τις Ευρωπαίες αδερφές μου που έχασα τα ξακουστά μου σιντριβάνια κι έμεινα με λιγοστά. Με γέλασαν και με στόλισαν με πράσινες γωνίες για την Ολυμπιάδα και αμέσως μετά μου τα έκλεψαν. Οι λιγοστές παιδικές χαρές, έρημες και εγκαταλελειμμένες. Κάθε δήμαρχος γκρέμιζε τα λιγοστά έργα των προηγούμενων, ξεγελώντας τα παιδιά μου με καινούργια “θα”.
Και τώρα, λίγο πριν βγουν και πάλι στα μπαλκόνια, λέω ψιθυριστά σε σένα, σε σένα που πλησιάζεις τα 93, που γεννήθηκες σε μια από τις ομορφότερες γειτονιές μου –τη Νεάπολη με τους τόσους λόγιους μιας άλλης εποχής–, που έζησες παλιές μου δόξες, Μη με αφήνεις να σβήνω. Φώναξέ το, αν μπορείς, θέλω να μου δώσουν πίσω τη χαμένη μου αξιοπρέπεια. Μη με εγκαταλείπετε. Με αγάπη, η Αθήνα σου».
Πηνελοπη Ε. Κοντη, Αθηναία, ετών 93
