∆ύο επιστροφές σφραγίζουν τον φετινό χειµώνα της Ζωής Λάσκαρη: η κωµωδία και ο κινηµατογράφος. Αφέθηκε στην πρώτη µετά από 30 χρόνια. Αλλά και στον κινηµατογραφικό φακό. Κι ας την είχε «κακοσυνηθίσει», όπως λέει, ο Φίνος. Από το ’70, οπότε άρχισε να παίζει στα αθηναϊκά θέατρα, όταν ο «Κατήφορος» την εκτίναξε στα ύψη καθιερώνοντάς τη µόνιµη πρωταγωνίστρια του Φίνου, δίπλα στην Αλίκη Βουγιουκλάκη και την Τζένη Καρέζη, το κοινό την ταύτισε µε χαριτωµένα µπουλβάρ της εποχής. Και όταν από το ’90 γύρισε σελίδα µε τον Μίνω Βολανάκη, ήρθαν οι ηρωίδες του Τένεσι Ουίλιαµς, του Σέπαρντ, του Αλµπι, του Ο’ Νιλ, του Πίντερ… Ανάµεσά τους η Ρόουζ του Μάρτιν Σέρµαν, µια γυναίκα του Ολοκαυτώµατος, «η λατρεµένη µου», όπως λέει. Και τώρα; «Νύφη κουράγιο» του Νίκου Μουτσινά.
«Εφτασε κάποια στιγµή που αισθάνθηκα ότι δεν αντέχω άλλο», λέει, καθώς φτιάχνει τα µαλλιά της µε το σεσουάρ στο καµαρίνι του θεάτρου «Ζωή Λάσκαρη» στον πολυχώρο «Αθηναΐς». Οπως συνηθίζει σε όσα θέατρα δούλεψε, στήνει το δικό της οικογενειακό χαλαρό σκηνικό: το άσπρο χρώµα, οι καθρέφτες και η λάµψη συνυπάρχουν µε τις διαλεγµένες εικόνες γύρω από τους προβολείς. «Θυµάµαι µετά το τέλος των παραστάσεων στο “Μακρύ ταξίδι µιας µεγάλης µέρας µέσα στη νύχτα” του Eυγένιου Ο’ Νιλ το 1997, δεν άντεχα άλλο. Ηταν πολύ εσωτερικό το έργο και τα µάζευα όλα µέσα µου. Ο γιατρός µού σύστησε να ηρεµήσω. Μου έκαναν ενέσεις και δεν µε πιάνανε, ήθελα να αυτοκτονήσω. Στην ουσία, ήθελα απεγνωσµένα ένα διάλειµµα».
Ποιο είναι το λεπτό σηµείο όπου ο ηθοποιός ταυτίζεται µε το ρόλο που υποδύεται; «Με επηρεάζει ό,τι παίζω, τα εσωτερικεύω. Είχα, λοιπόν, ανάγκη να γελάσω και τώρα γελάω πολύ». Ανθρωποι όπως ο Βολανάκης, ο Βουτσινάς, ο Κακογιάννης σφράγισαν την καριέρα της. «Εγώ διάλεγα τους σκηνοθέτες. Εξαίρεση ο Κακογιάννης. Ο Μιχάλης µε διάλεξε για τις “Τρωάδες”».
Τώρα παίζει την πεθερά που κάνει κόλαση τη ζωή της νύφης, την οποία υποδύεται η κόρη της Μαρία-Ελένη Λυκουρέζου. «Είναι η γνωστή ιστορία της µάνας που έχει αδυναµία στον γιο και δεν της αρέσει καµία νύφη». ∆εν είχε, λέει, τέτοιες εµπειρίες στους δύο γάµους της µε τον Πέτρο Κουτουµάνο και τον Αλέξανδρο Λυκουρέζο. «Εβλεπα, όµως, τέτοιες σχέσεις στις ζωές φίλων. Η κακώς εννοούµενη αγάπη που ευνουχίζει τα παιδιά».
«Τι έγινε, αγάπη µου;» ρωτάει καθησυχαστικά τη Μαρία-Ελένη που εισβάλλει σαν σίφουνας, µε άγχος για τη µικρή καθυστέρηση. Αραγε µια γυναίκα µαθαίνει το ρόλο της µάνας; «Εγώ ασχολήθηκα, διάβασα, προσπάθησα. Πρέπει να αφήνεις τα παιδιά να κάνουν λάθη. Οταν έχουν βάσεις, όλα παίρνουν το δρόµο τους. Εγώ στερήθηκα τους γονείς µου, µεγάλωσα µε τη γιαγιά και τον παππού, όµως είχα σωστή αγωγή. Ολα από εκεί ξεκινούν».
Η εφηβεία της Μάρθας και της Μαρίας-Ελένης την τρέλαναν. Μια µοντέρνα µαµά θα περίµενε κανείς να λύνει τα προβλήµατα ευκολότερα. «Αν βλέπεις ότι το παιδί σου πάει να πέσει στον γκρεµό, δεν το αφήνεις». Πάλεψε µαζί τους σε ό,τι χρειάστηκε, τις στήριξε. Στη σκηνή κρατιούνται άραγε τα όρια; «Γίνεται αυτόµατα. ∆εν ξέρω το δρόµο που θα ακολουθήσει, πάντως εδώ είναι πολύ καλή».
Η Ζωή Λάσκαρη γνωρίζει πως τα παιδιά των επωνύµων δεν γίνονται εύκολα αποδεκτά. «Το γνωρίζει και η Μαρία-Ελένη από µικρή. Εχει προσωπικότητα, ξέρει ότι πρέπει να δουλέψει». Οµως και η 18χρονη εγγονή της, η κόρη της Μάρθας Κουτουµάνου, η Ζένια Μπονάτσου, έχει καλλιτεχνικές ανησυχίες. «Πηγαίνει στη δραµατική σχολή. Θα δούµε», λέει προστατευτικά. «Της είπα πως ό,τι κάνει πρέπει να το πάρει στα σοβαρά. Το θέατρο έχει απογοητεύσεις».
Οι κινήσεις της έχουν τη φινέτσα των ηρωίδων που πόθησαν τα αρσενικά της εποχής της, θαυµάζοντάς την στις ταινίες «Στεφανία», «Νόµος 4000», «Κορίτσια για φίληµα»… Και όµως, δεν βλέπει καµία απ’ όσες γύρισε. «Εκλεισε ο κύκλος. Ηταν πολύ ωραία εποχή, τα χρωστάω όλα στον Φίνο». Ωστόσο είπε ναι στον ∆ηµήτρη Τζέτζα και στην ταινία του «The Rebublic». «Είναι ταλαντούχο παιδί, οργανωµένος στη δουλειά του». ∆εν απορρίπτει άλλες συµµετοχές, αλλά «δεν τρελαίνοµαι». «Είµαι πολύ κακοµαθηµένη από τον Φίνο και δεν µπορώ να βλέπω αηδίες». Ο κινηµατογράφος του Γιώργου Λάνθιµου δεν τη συγκινεί, «δεν τον καταλαβαίνω. Θέλω οι ταινίες να έχουν αρχή, µέση και τέλος. Η τέχνη δεν είναι για ένα δωµατιάκι». ∆εν κατάλαβε, όµως, και το σινεµά του Θόδωρου Αγγελόπουλου. «∆εν µε ενδιαφέρει το ωραίο πλάνο. Αν είναι έτσι, βλέπω και µια ωραία έκθεση ζωγραφικής. Ο κινηµατογράφος είναι σενάριο, κάστινγκ, σκηνοθεσία».
Σύµβολο του σεξ στην εποχή της, «είχε αστέρι από µικρή», έλεγαν τότε οι τεχνικοί πίσω από τις κάµερες. «Ή γεννιέσαι µ’ αυτό ή όχι», συµφωνεί. Η Ζωή Κουρούκλη ή Λάσκαρη, όπως τη «βάφτισε» ο Φίνος για να µην την µπερδεύουν µε τη συνονόµατη τραγουδίστρια ξαδέρφη της, φοίτησε στη Σχολή Βαλαγιάννη καθώς και στην Ελληνογαλλική Σχολή «Καλαµαρί» µε δασκάλες καλόγριες. «Ηµουν ζωηρό παιδί αλλά και λόγω της ορφάνιας µου δεν ήθελαν οι µητέρες να κάνουν πολλή παρέα τα παιδιά τους µαζί µου. Σε µια εποχή όπου η συµβουλή που σου έδιναν ήταν: “ένας καλός γαµπρός”. Οταν άκουσα µια µέρα τη γιαγιά µου σε µια συζήτηση µε τον παππού να λέει “να της βρούµε ένα καλό παιδί να την παντρέψουµε, είναι πολύ ζωηρή”, είπα τέρµα».
Στα 15 της στέφθηκε Σταρ Ελλάς, το 1959. Ακολούθησαν δύο χρόνια στην Αµερική. «∆ούλεψα σε κατάστηµα µε ρούχα, ετοιµάζαµε πακέτα µε Μεξικάνες υπαλλήλους. Πάντα µε γοήτευε το ρίσκο. Η ασφάλεια είναι ένας µικρός θάνατος. Η ζωή είναι να τολµάς, να αποτυγχάνεις, να σηκώνεσαι, να ξαναπέφτεις». Βέβαια, στάθηκε τυχερή. «Κάνεις λάθος. Ο θάνατος των γονιών µου µε ωρίµασε απότοµα και γρήγορα».
«Μοιραία» γυναίκα και «κακό κορίτσι» σε µια εποχή όπου η Ελλάδα αναζητούσε στον κινηµατογράφο τη λαϊκή τσαχπινιά και το νάζι. «Ο Φίνος είχε την Αλίκη που κάλυπτε αυτό το πρόσωπο. Ηταν ξεχωριστό αυτό που έκανε». Τώρα οι παλιοί της φίλοι έφυγαν. «Η Αλίκη, ο Παράβας µάς άφησαν. Εχω, όµως, τη Νόνικα (Γαληνέα) κι άλλους εκτός θεάτρου».
Μόνιµα πια εγκατεστηµένη στο Πόρτο Ράφτη, απολαµβάνει την ηρεµία, τη θάλασσα, µια απλή καθηµερινότητα. Μην της πεις για γυµναστική: «Είµαι τεµπέλα, δεν έχω κάνει ποτέ». Ενα ευχάριστο προνοµιακό περιβάλλον σε µια Ελλάδα που καταρρέει. «Αγαπώ πολύ τη χώρα µου, αλλά δεν κατανοώ όσα συµβαίνουν. Ολα αλλάζουν, η πόλη, ο κόσµος που δυσκολεύεται, ενώ η απαξίωση κυριαρχεί». Η ενασχόλησή της µε τον δήµο δεν κράτησε πολύ. Οµως έχει άποψη για τα πρόσωπα και την πολιτική. Ηταν στη δεκαετία του ’80 που είχε σοκάρει τη Ν∆ και όχι µόνο όταν µίλησε για τον Λεωνίδα Κύρκο. «Τον λάτρευα, τι κύριος! Αγαπηµένος, βέβαια, και ο Κωνσταντίνος Καραµανλής. Μεγάλη φυσιογνωµία ήταν και ο Ανδρέας Παπανδρέου, άλλο αν ήταν όπως λένε λαοπλάνος. Εχει καµία σχέση η Βουλή εκείνων των χρόνων µε τη σηµερινή; Ολα έχουν απαξιωθεί. Πάνω απ’ όλα µε θλίβει η ισοπέδωση. ∆εν υπάρχει πατρίδα, εθνικός ύµνος, οικογένεια, θρησκεία. Αν τα πεις αυτά, σε λένε φασίστα».
«Απαγορεύεται δηλαδή να συνυπάρξουµε;»
Η Μαρία-Ελένη Λυκουρέζου µιλάει γρήγορα, µε πάθος, χιούµορ και σιγουριά. Μοιάζει πειθαρχηµένη, «οργανωτική», λένε όσοι τη γνωρίζουν καλά. «Κρατάει όλο το γραφείο του πατέρα της», καµαρώνει η µητέρα της. Εκείνη, θωρακισµένη πίσω από ένα µεγάλο χαµόγελο, παιδί διάσηµων γονιών που έζησε από µικρή την αδιακρισία και τα φώτα της λάµψης, απολαµβάνει να µιλάει για το ντεµπούτο της στο θέατρο, όσα της συµβαίνουν στη σκηνή της Αθηναΐδας, αλλά και το χορό. Εδειξε, άλλωστε, τι µπορεί να κάνει, συστήνοντάς µας την οµάδα «around us» και την παράσταση «inside us», που σκηνοθέτησε.
«Ηθελα χρόνια να στήσω µια οµάδα. Αν δεν είχα βρει την Ελίνα Τσίµπρου που χορογράφησε την παράσταση, δεν θα µπορούσα να κάνω το όνειρό µου. Πάντα σχεδίαζα παραστάσεις χορού στο σχολείο, τις ετοίµαζα, χόρευα, τα αναλάµβανα όλα». Για το ξεκίνηµα επέλεξε την πλευρά της οργάνωσης και της σκηνοθεσίας.
Πώς και δεν ακολούθησε τα βήµατα του πατέρα της, Αλέξανδρου Λυκουρέζου; «Ποτέ δεν είχα δείξει δείγµατα για τη Νοµική», λέει µε κατηγορηµατικό ύφος και το ευχαριστηµένο γέλιο της µαµάς Ζωής απέναντι είναι πιο αυθόρµητο από ποτέ. «Στο σχολείο µου, στου Μωραΐτη, οι φίλοι µου ήξεραν το πάθος µου για το χορό». Συστήνεται ως «ένα κορίτσι µέσα σε όλα». Στην πρεµιέρα της παράστασης «Νύφη κουράγιο» του Νίκου Μουτσινά ήρθαν να τη δουν όλοι οι φίλοι. Η παρουσία της µητέρας της στη σκηνή λέει πως δεν της δηµιουργεί ούτε ασφάλεια ούτε αγωνία. «Την αντιµετωπίζω σαν ρόλο, η πεθερά που µε βασανίζει. Μόνο σε µια σκηνή στο τέλος, όπου την ακούω να λέει “της έχω απόλυτη εµπιστοσύνη”, παίρνει ένα βάιµπ δικό της».
Ετοιµη για κάθε δηµοσιογραφική ερώτηση. «Απαγορεύεται να συνυπάρξουµε στο σανίδι; Ισα-ίσα, δεν πήγα να την αποποιηθώ ούτε στράφηκα σε κάτι άλλο για αρχή, τάχα για να δείξω ότι διαφοροποιούµαι. Είµαστε διαφορετικές, αλλά µαζί στη σκηνή. Είναι η απάντηση σε ό,τι σκεφτούν;» Στο σπίτι της γνώρισε διάσηµους της σκηνής και της πολιτικής, όµως ήταν και αυτή όπως όλα τα παιδιά. Φορούσε τα ρούχα και τις γόβες της µαµάς. Για τα κοστούµια ούτε λόγος. «∆εν άφηνε να τα πειράζουµε». Οµως στο θέατρο και στα παρασκήνια όπου τη συναντούσες συχνά, η Μαρία-Ελένη ήθελε να πηγαίνει πάντα την τελευταία ηµέρα των παραστάσεων. Οταν ο θίασος απελευθερωνόταν µε τα καθιερωµένα αστεία στη σκηνή, λίγο πριν από τη λήξη της σεζόν. «Τότε έβαζα κι εγώ κανένα κοστούµι, µε έβαφε ο Χαρίτος και έβγαινα στη σκηνή κρυφά τρελαίνοντας τη µαµά. Συµµετείχα στη γενική ευθυµία πριν πέσει η αυλαία. Παλιά οι θίασοι το συνήθιζαν».
Υπάρχουν στιγµές έντασης µεταξύ σας; ρωτάω. «Φυσικά υπάρχουν, είµαστε και οι δύο δυναµικές, αλλά έχουµε το καλό ότι γρήγορα ξεπερνάµε κάθε ένταση. Οµως τι νόηµα έχουν όλα αυτά; Ας απολαύσω αυτό που µου συµβαίνει τώρα».

