Στο σπίτι του Γιώργου Μυλωνάκη με υποδέχθηκε όλο χαρά το καφετί κανίς του, η Κόμπι. Οσο αυτός νοσηλευόταν, τον περίμενε όλα τα βράδια άγρυπνη στον καναπέ. Καθίσαμε όλοι μαζί με τη σύζυγό του Τίνα Μεσσαροπούλου στον κήπο, με τα τζιτζίκια του Ιουλίου να χαλάνε τον κόσμο. Είναι πιο αδύνατος αλλά ακμαίος. Μόνο που είχε μιαν ανεπαίσθητη μελαγχολία στο βλέμμα. Λογικό. Είδε άλλωστε τον θάνατο κατάματα, αλλά δεν ήταν η ώρα του να φύγει. Το μυαλό του δουλεύει σαν ρολόι ακριβείας, οι απαντήσεις του ειλικρινείς και άμεσες, το δέσιμο που έχει με τη γυναίκα του συγκινητικό σε όλη την επίσκεψή μου.
Εκείνη με τη σειρά της εξέπεμπε ακατάβλητη δύναμη. Το λέει εξαρχής: «Ακόμη και τις πιο σκοτεινές ώρες ποτέ μου δεν πίστεψα ότι θα του συμβεί κάτι κακό, ούτε τις 26 ημέρες που ήταν σε κώμα». Και όμως, εκείνο το πρωινό της 15ης Απριλίου, η ζωή του κρεμάστηκε από μια κλωστή. Υπέστη ρήξη ανευρύσματος και χάρη στην άμεση διακομιδή του στον Ευαγγελισμό, τις ηρωικές προσπάθειες των γιατρών και την τύχη που στάθηκε σαν άγγελος στο πλευρό του, είναι σήμερα καλά. Τι θυμάται ο ίδιος από εκείνον τον πρωινό καφέ με τον πρωθυπουργό, που είδε τον πιο στενό του συνεργάτη να λιποθυμάει μπροστά του;

«Εχω εικόνα της κατάρρευσής μου. Την αναστάτωση του χώρου και των ανθρώπων. Τα κεφάλια πάνω από το δικό μου κεφάλι. Την αγωνία τους. Να με βάζουν στο ασθενοφόρο, τον ήχο της σειρήνας. Υστερα αρχίζω πια να έχω αναμνήσεις από τη στιγμή που σταδιακά ανέκτησα τις αισθήσεις μου μετά το κώμα». Η ειρωνεία της τύχης είναι ότι το προηγούμενο βράδυ από το συμβάν, σε μια οικογενειακή σύναξη, κάνοντας έναν ανάπλου της πορείας του, έλεγε ότι έχει εργαστεί 13 χρόνια με ένταση στο κόκκινο, συμπληρώνει η δημοσιογράφος σύζυγός του, βασικό στέλεχος στην εκπομπή «Happy Day» στον Alpha.
«Ηξερα ότι κάποια στιγμή θα συμβεί»
«Ανατριχιάζω που το παραδέχομαι αλλά το περίμενα αυτό το τηλέφωνο. Ηξερα ότι κάποια στιγμή θα συμβεί. Λίγο πριν από τις εκλογές του 2019 είχε πάει με 22 πίεση στο Ωνάσειο. Οταν είδα δύο αναπάντητες την ώρα του αέρα της εκπομπής, μία από τη γραμματέα του και μία από τον αστυνομικό του, πέταξα τα ακουστικά την ώρα της ζωντανής μετάδοσης κι έφυγα από το στούντιο. Αλλά και παλιότερα, επειδή εγώ ξυπνούσα πιο νωρίς από εκείνον λόγω της εκπομπής και τον έπαιρνα τηλέφωνο από το κανάλι, όταν δεν το σήκωνε έστελνα κάποιον από τους δυο γιους μας να δουν τι γίνεται. Ανησυχούσα», τονίζει.
Είχε προσπαθήσει ποτέ η ίδια να τον νουθετήσει να μην εργάζεται τόσο σκληρά; «Πολλές φορές και εγώ και τα παιδιά μας. Αλλά μπορεί κανείς να τον πιέσει μέχρι ενός σημείου. Ετσι είναι ο χαρακτήρας του. Μετά δεν άκουγε. Ηξερα πόσο αγαπά αυτό που κάνει και πόσο ταυτισμένος είναι. Ταυτόχρονα, επειδή ήταν πάντα πολύ γρήγορος και αποτελεσματικός σε όλα του τα καθήκοντα, μπορούσε μέσα στον φόρτο του να φροντίζει και εμάς. Και τα ταξίδια μας έχουμε κάνει και διακοπές έχουμε πάει. Δεν έχουμε στερηθεί πράγματα ως οικογένεια. Αυτό που δεν είχα καταλάβει είναι σε τι βαθμό έπαιρνε όλα αυτά που ζούσε μέσα του. Το συνειδητοποίησα εκ των υστέρων», λέει η Τίνα Μεσσαροπούλου.
Δυστυχώς στις ημέρες μας κυριαρχεί αλητεία που δεν έχει πάτο. Την έχουν ήδη πληρώσει αθώοι άνθρωποι και θα την πληρώσουν κι άλλοι. Η χώρα έχει πρόβλημα όταν ο δημόσιος διάλογος και η πολιτική είναι συγκοινωνούντα δοχεία με τόσο δηλητήριο.
Ομως, δεν ήταν μόνο η σώρευση της κόπωσης και διαχείρισης ευθυνών που πίεζε τον Γιώργο Μυλωνάκη εκείνη την περίοδο κατά την οποία λύγισε. Ούτε το γεγονός ότι εσωτερίκευε όλα τα θέματα της δουλειάς του. «Μην ανησυχείς, το διαχειρίζομαι», επέμενε σε συζητήσεις τους σε κάθε κρίση που πέρασε ως δεξί χέρι με τον Κυριάκο Μητσοτάκη, από το μεταναστευτικό έως την πανδημία και τα Τέμπη.
Σε αυτή τη σώρευση ήρθε να προστεθεί και μια οργανωμένη άθλια εκστρατεία δολοφονίας χαρακτήρα από ελληνικά και κυπριακά ΜΜΕ, που τον παρουσίαζαν δήθεν εμπλεκόμενο σε μια υπόθεση στην Κύπρο με άρωμα παιδεραστίας. Η πίεση κορυφώθηκε. Αναρωτήθηκα: Δεν ήταν μαθημένος ότι στην πολιτική χρειάζεται στομάχι για να αντέχει κανείς τις αήθεις επιθέσεις και την ακραία τοξικότητα;
«Ημουν εξοικειωμένος, αλλά αυτό που συνέβη ξεπέρασε κάθε όριο. Φανταστείτε ότι κατασκεύασαν υποτιθέμενα μηνύματα από το κινητό μου, τη φωνή μου. Δυστυχώς στις ημέρες μας κυριαρχεί αλητεία που δεν έχει πάτο. Την έχουν ήδη πληρώσει αθώοι άνθρωποι και θα την πληρώσουν και άλλοι. Το είπα και στον πρωθυπουργό, όχι διότι μου συνέβη αυτό το πράγμα, αλλά πιστεύω ότι η χώρα έχει πρόβλημα όταν ο δημόσιος διάλογος και η πολιτική είναι συγκοινωνούντα δοχεία με τόσο δηλητήριο. Εγώ για την υπόθεση της Κύπρου πήγα μέχρι τον εισαγγελέα, έκανα ό,τι έπρεπε να κάνω. Αλλά αυτή η κατάσταση στην πατρίδα μας δεν είναι κανονική, πρέπει να αλλάξει», τονίζει.
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης είναι μαθημένος να μην επιτρέπει στην τοξικότητα να μπαίνει στο σύστημά του. Εγώ, όχι. Ζούμε σε μια εποχή με τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, που τους ανθρώπους τούς κυβερνάει το ένστικτο, όχι η λογική, και έτσι η δημόσια σφαίρα μπορεί να γίνει αρένα.
Η Τίνα Μεσσαροπούλου είχε προσπαθήσει να τον χαλυβδώσει στη δοκιμασία που περνούσε με τα δημοσιεύματα. «Του έλεγα ότι είναι γελοία. “Ποιος θα τα πιστέψει; Ούτε ο Νταν Μπράουν δεν θα τα έγραφε”. Και εκείνος έλεγε ότι μπορεί ακόμη και τα παιδιά μας να τα διαβάσουν. Παρότι τα μεγαλώσαμε να έχουν τη δική τους κρίση, να μην τα ενδιαφέρουν αυτά που μπορεί να πει ή να γράψει κάποιος για να χτυπήσει τον πατέρα τους», υπογραμμίζει δίνοντας έμφαση στο πώς πέτυχε ένα είδος «στεγανότητας» στην οικογένεια. Δυστυχώς, όμως, όταν στην περίπτωση του άνδρα της η χρόνια κόπωση και οι τεράστιες πιέσεις που έχει όποιος εργάζεται σε θέση τέτοιας ευθύνης συνδυάστηκαν με την αήθεια, το αποτέλεσμα ήταν καταλυτικό.
«Θα τραβήξω κουρτίνα»
Και τώρα; Τι θα κάνει μετά από αυτά που έζησε; Ο Γιώργος Μυλωνάκης λέει ότι από εδώ και πέρα θα βάλει κάποια όρια και δεν θα αφήνει τη χυδαιότητα να περνάει μέσα του – «θα τραβήξω κουρτίνα» επαναλάμβανε στην κουβέντα μας. «Η γυναίκα μου έχει μάθει από τη δημοσιογραφία. Η δουλειά τής έχει δώσει όπλα, η δημοσιότητα και η έκθεση της έδωσαν ένα οχυρό. Εμένα ακόμη και η βλακεία μπαίνει μέσα μου. Ναι. Το οποίο είναι ανεπίτρεπτο μετά από χρόνια στην πολιτική. Ο Κυριάκος Μητσοτάκης είναι πολύ πιο μαθημένος να μην επιτρέπει την τοξικότητα να μπαίνει στο σύστημά του. Εγώ, πάλι, όχι. Μου είναι πολύ πιο δύσκολο να το καταφέρω. Ζούμε όμως και σε μια εποχή με τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης που τους ανθρώπους τους κυβερνάει το ένστικτο, όχι η λογική, και έτσι η δημόσια σφαίρα μπορεί να γίνει αρένα».
Παρά τα όσα συνέβησαν ο κ. Μυλωνάκης δηλώνει αφοσιωμένος σε έναν σκοπό. «Η Τίνα είναι πιο πραγματίστρια. Εγώ είμαι ιδεαλιστής, ρομαντικός, πατριώτης. Είμαι δημόσιος λειτουργός και μέσα μου εδώ και 22 χρόνια θεωρώ ότι εργάζομαι για την κοινωνία την ίδια. Με τον Κυριάκο Μητσοτάκη γνωριστήκαμε όταν ήταν υπουργός Διοικητικής Μεταρρύθμισης και είδε τις προσπάθειες που έκανα τότε για να σταματήσουμε τη μισθοδοσία των επίορκων δημοσίων υπαλλήλων. Στη δουλειά δέσαμε, εγώ δεν τον ήξερα πολιτικά. Τότε λοιπόν πίστεψα βαθιά ότι αν υπάρχει ένας άνθρωπος που μπορεί να αλλάξει την κατάσταση είναι εκείνος. Είχε απόλυτη γνώση του τι συμβαίνει και όραμα να το σταματήσει. Και από τότε είμαι αταλάντευτα στο πλευρό του. Και ενώ γνώριζα και τα εμπόδια και τις δυσκολίες μιας θέσης σαν κι αυτή που ανέλαβα κοντά του, η αίσθηση του καθήκοντος με όπλισε με δύναμη και θέληση. Ως άνθρωπος με ενδιαφέρει να κάνω το σωστό. Και αν μέσα μου το έχω ξεκάθαρο, δεν με νοιάζει τι λένε οι άλλοι. Δουλεύω για την πατρίδα, λοιπόν, και κατ’ επέκταση για τον Μητσοτάκη», υπογραμμίζει. Η γυναίκα του συμπληρώνει: «Είναι μαζί από την πρώτη ημέρα και συνεννοούνται με τα μάτια».
Δεν έχω προσωπική ατζέντα, δεν θέλω να κατέβω στην πολιτική, δεν με νοιάζει να προβάλλομαι. Ιδιαίτερα τώρα που όλοι με ξέρουν λόγω του συμβάντος, αισθάνομαι αμηχανία. Σκεφτείτε ότι αυτή είναι η πρώτη συνέντευξη που δίνω από την αρχή
της σταδιοδρομίας μου.
«Πιστεύω στο δημόσιο συμφέρον»
Μιλώντας για τη μακροχρόνια συνεργασία με τον πρωθυπουργό, πώς διαχειρίζεται τις διαφωνίες τους; Απαντά χωρίς δισταγμό: «Είμαι σκληρός. Εγώ είμαι ένας άνθρωπος που μπορώ να πω την αλήθεια. Με κόστος ακόμη και να τον στενοχωρήσω. Το έχω κάνει πολλές φορές σε πάρα πολλά πράγματα. Το δέχεται όμως. Ξέρει πως ό,τι και να του πω, ακόμη και το χειρότερο, το λέω για το καλό του. Γνωρίζει ότι δεν έχω προσωπική ατζέντα, δεν θέλω να κατέβω στην πολιτική, δεν έχω ζητήσει κάτι για εμένα, δεν με νοιάζει να προβάλλομαι, το αντίθετο. Ιδιαίτερα τώρα που όλοι με ξέρουν λόγω του συμβάντος, αισθάνομαι αμηχανία. Σκεφτείτε ότι αυτή είναι η πρώτη συνέντευξη που δίνω σε εφημερίδα από την αρχή της σταδιοδρομίας μου. Πιστεύω στο δημόσιο συμφέρον. Εν προκειμένω πιστεύω ότι αυτό σήμερα υπηρετείται από τον πρωθυπουργό με τους καλύτερους όρους. Ιστορικά και πρακτικά».

Κάθε τόσο κάναμε μια παύση. Τον έβλεπα να κοιτάζει τη γυναίκα του με πραγματικό θαυμασμό και αγάπη. Γνωρίστηκαν το 1999 όταν και οι δυο είχαν εργαστεί για ένα διάστημα στην εφημερίδα «Απογευματινή». Εκείνος είχε τελειώσει το μεταπτυχιακό στο Πάντειο Πανεπιστήμιο και εκείνη ετοιμαζόταν να κάνει το δικό της στη δημοσιογραφία στο εξωτερικό. Αρχικά ήταν φίλοι, αργότερα έγιναν ζευγάρι με αρμονική συμβίωση και παράλληλη εξέλιξη. Ηρθαν στη συνέχεια και δυο υπέροχα αγόρια, ετών σήμερα 16 και 19. Πήραν από νωρίς κοινές αποφάσεις: «Οπως σας είπα, η Τίνα είναι πραγματίστρια. “Δυο δημοσιογράφοι σε ένα σπίτι δεν είναι καλή ιδέα”, μου είπε μια μέρα. Με ώθησε να περάσω διαγωνισμό ΑΣΕΠ. Ετσι όντως μπήκα στο Δημόσιο και ξεκίνησε σταδιακά η καριέρα μου σε διάφορα πόστα και σε υπουργεία. Αυτή η γνώση του δημοσίου τομέα που έχω από πρώτο χέρι, με βοήθησε πολύ στη μετέπειτα πορεία μου. Αυτή νομίζω ότι είδε ο πρωθυπουργός μαζί με τις οργανωτικές μου ικανότητες».
Η αλήθεια είναι ότι τις απέκτησε ανεβαίνοντας σκαλί σκαλί την ιεραρχία της δημόσιας διοίκησης. Μετά το μεταπτυχιακό του στο Πάντειο στη Διεθνή Πολιτική και Ασφάλεια, βρέθηκε μέσω ΑΣΕΠ να εργάζεται στην Περιφέρεια Αττικής. Το 2006 αποσπάστηκε στην Επιτροπή Εποπτείας Ιδιωτικής Ασφάλισης του υπουργείου Οικονομικών. Το 2008, έπειτα από δημόσια πρόσκληση, μετατάχθηκε στην Επιτροπή Ανταγωνισμού όπου και υπηρέτησε ως διευθυντής του Γραφείου Προέδρου και εκπρόσωπος Τύπου της ανεξάρτητης αρχής. Διετέλεσε ειδικός σύμβουλος των υπουργών Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης από το 2013. Το 2015 ορίστηκε τακτικό μέλος του Εθνικού Συμβουλίου Καταναλωτή και Αγοράς. Από το 2016, οπότε ο Κυριάκος Μητσοτάκης διεκδίκησε με επιτυχία την ηγεσία της Νέας Δημοκρατίας, έγινε ένας από τους πιο έμπιστους ανθρώπους του, ειδικός για κάθε δύσκολη αποστολή.
Πολλοί πιστεύουν ότι ο επικεφαλής της κυβέρνησης λέει κάτι και αυτό αυτομάτως εκτελείται. Και για μένα πιστεύουν ότι είμαι το δεξί χέρι του, οπότε ό,τι λέμε θα γίνει. Αμ δε! Ακόμη και σε αυτά που θεωρούνται αυτονόητα υπάρχουν αναχώματα, άνθρωποι που προκαλούν εμπόδια.
«Ξέρετε, στην Ελλάδα πολλοί πιστεύουν ότι ο επικεφαλής της κυβέρνησης λέει κάτι, και αυτό αυτομάτως εκτελείται. Και για μένα πιστεύουν ότι είμαι το δεξί χέρι του, οπότε ό,τι λέμε θα γίνει. Αμ δε! Ακόμη και σε αυτά που θεωρούνται αυτονόητα υπάρχουν αναχώματα, άνθρωποι που προκαλούν εμπόδια, καταστάσεις, γραφειοκρατία. Η δουλειά μου είναι πολύ απαιτητική λοιπόν, διότι η συχνότητα των αιτημάτων και η ευρύτητα των θεμάτων είναι τεράστια.
»Προσθέστε και κάτι ακόμη. Ως γενικός γραμματέας της Βουλής και αργότερα ως υφυπουργός παρά τω Πρωθυπουργώ, δεν ήμουν ούτε ειδικός στο μεταναστευτικό ούτε στην πανδημία ούτε σε άλλες κρίσεις που κλήθηκα να αντιμετωπίσω. Επειδή προέρχομαι από τον κρατικό μηχανισμό, ξέρω τον τρόπο λειτουργίας, να προσεγγίζω δηλαδή τους δημοσίους υπαλλήλους, ήμουν και καταφερτζής και στο μάνατζμεντ. Κάθε φορά που έφτανε κάτι σε εμένα, υπήρχε από πίσω ένα ή περισσότερα προβλήματα. Κάτι είχε κολλήσει και έπρεπε να βρω τη λύση. Στον καθημερινό αυτόν αγώνα το σπίτι μου, η γυναίκα μου και τα παιδιά μου με έκαναν να αισθάνομαι ο βράχος που τρώω τα κύματα, διότι ήταν οι δικοί μου βράχοι».
«Ο Θεός μού έστειλε μια προειδοποίηση»
Τι τον έμαθε αυτή η δοκιμασία; Οταν γίνει καλά θα συνεχίσει business as usual; Με τους ίδιους ρυθμούς εργασίας και καταπόνησης; Εχει υπάρξει εργασιομανής, πηγαίνοντας πρώτος και φεύγοντας τελευταίος από το Μαξίμου. «Τώρα είμαι στη φάση της επαναδιαπραγμάτευσης και επανιεράρχησης με τον εαυτό μου για τα όρια που πρέπει να βάλω», ομολογεί. Η ανάρρωσή του πάει καλά, αλλά δεν σημαίνει ότι θα πατήσει ένα κουμπί και θα μεταμορφωθεί στον πρότερο εαυτό του. Τα 53α γενέθλιά του τα πέρασε πριν από λίγες εβδομάδες μέσα σε κέντρο αποκατάστασης. Προς το παρόν θα πάει για πρώτη φορά στη ζωή του ένα μήνα διακοπές στην Πάρο, στο εξοχικό του. «Ο Θεός μού έκανε δώρο και μου έστειλε μια προειδοποίηση. Πίστευα, αλλά θρήσκος δεν ήμουν. Τώρα είμαι πεπεισμένος ότι υπάρχει μια ανώτερη δύναμη που έρχεται να ρυθμίσει και να αξιολογήσει καταστάσεις και συμπεριφορές. Και πιστεύω στο σωστό και στο λάθος».
Στον Ευαγγελισμό δεν χάθηκε ούτε ένα δευτερόλεπτο
Θες να το πεις Θεός, θες τύχη, μια ανώτερη δύναμη πάντως όντως τον προφύλαξε. Οταν διακομίστηκε στον Ευαγγελισμό, ήταν η μέρα της εβδομάδας που οι δύο «κρίσιμοι» γιατροί με ειδικότητα αυτά τα περιστατικά ήταν εκεί. Δεν χάθηκε ούτε ένα δευτερόλεπτο. Οσο για τη γυναίκα του δέχτηκε το πρώτο τηλεφώνημα από τον πρωθυπουργό μέσα στο ταξί καθ’ οδόν για το νοσοκομείο. «Προέρχομαι από οικογένεια ιατρών, ο πατέρας μου, ο αδελφός μου, o θείος, δυο ξαδέλφια κ.λπ. Από μικρή είχα μάθει να έχω ψυχραιμία και ένα είδος εξοικείωσης με τέτοια ζητήματα», λέει.
«Πού να δείτε τα οικογενειακά τους τραπέζια, μόνο για τέτοια μιλούν», αστειεύεται ο Γιώργος Μυλωνάκης. «Αλλά αυτό που με κράτησε ήρεμη ήταν, όπως σας είπα, η απόλυτη μου πίστη πως δεν θα συμβεί κάτι κακό», συνεχίζει εκείνη. «Να φανταστείτε ότι δεν ξύπνησα ούτε τους γιους μου μέχρι να δω τι συμβαίνει, αλλά και για να μη δουν τον πατέρα τους σε μια κατάσταση που θα εγγραφόταν για πάντα στη μνήμη τους».
Είκοσι έξι μέρες σε κώμα
Στην αρχή ήταν 26 μέρες σε κώμα. «Μια εξαιρετική νοσηλεύτρια στον Ευαγγελισμό, η Μαίρη Σαγάνη, μου έλεγε να τον τσιγκλάω να δούμε αν θα αντιδράσει. Πήγαινα και του τσιμπούσα το μάγουλο, του χτυπούσα με το δάχτυλο το μέτωπο σε βαθμό που του έκανα μελανιά στο κούτελο από την ένταση και την επανάληψη. «Γιώργο, άνοιξε τα μάτια σου!» του έλεγα. «Βρήκε την αφορμή να βγάλει το άχτι της», ξαναδιέκοψε με χιούμορ την αφήγηση ο κ. Μυλωνάκης. «Την άλλη μέρα ήρθαν οι γιατροί. Μπαίνω μέσα στο δωμάτιο, βλέπω τους πάντες από πάνω του να του κάνουν υπέρηχους. Τους λέω “τι συμβαίνει;”. “Εχει κάνει ένα αιμάτωμα, να εδώ. Δεν ξέρουμε από τι”. Τους εξήγησα ότι εγώ το έκανα στην προσπάθειά μου να τον ξυπνήσω. Σταδιακά, από το κώμα άρχισε να δίνει σε εμένα κάποια σημάδια. Ανοιγόκλεινε τα μάτια του. Το έκανε όταν ήμασταν οι δυο μας και ορισμένοι πίστευαν ότι σχεδόν φαντάζομαι πράγματα. Δεν θα ξεχάσω ποτέ την πρώτη φορά που έδειξε ότι συνέρχεται. Την επόμενη φορά λοιπόν που το έκανε ήταν παρουσία του πρωθυπουργού ο οποίος είχε έρθει να τον δει. Ο Γιώργος χαμογέλασε μόλις τον είδε να μπαίνει στο δωμάτιο. Σήκωσε μαλακά το χέρι του και έκανε στον Κυριάκο Μητσοτάκη το σήμα «Ολα ο.κ.». Ηταν συνεχώς δίπλα μου, κοντά του. Εκείνος και ολόκληρη η οικογένειά του. Στη Γερμανία, πάλι, είχε συνέλθει ο Γιώργος αλλά δεν μπορούσε να μιλήσει. Πήγαινα συνέχεια και του έλεγα “Μ’ αγαπάς; Μ’ αγαπάς;”. Και του χτυπούσα με τον δείκτη μου το κεφάλι. Κάποια στιγμή δεν άντεξε: “Σ’ αγαπάω πολύ πολύ παιδί μου”, μου είπε ξεσπώντας επειδή τον είχα ζαλίσει.

Κορυφαίο ρόλο στη σωτηρία του είχαν οι γιατροί και το νοσηλευτικό προσωπικό που δίνουν σε όλους τον καλύτερό τους εαυτό. Με αυτοθυσία, αυταπάρνηση, αφοσίωση. Η δουλειά που κάνουν είναι ηρωική στα δημόσια νοσοκομεία μας. Θέλω να ευχαριστήσω από καρδιάς τον Ευτύχη Αρχοντάκη, την Αναστασία Κοτανίδου, τον Στέλιο Κόκκορη. Πηγαίνοντας αργότερα στη Γερμανία για τη συνέχιση της θεραπείας, σε ένα ειδικό κέντρο, έβλεπε κανείς ότι δεν υπήρχε η ελληνική ζεστασιά στον άρρωστο, η ανθρωπιά», καταλήγει η Τίνα Μεσσαροπούλου.
Ενα ακόμα στοιχείο που αξίζει να αναφερθεί κατά τη γνώμη της ήταν η σύσσωμη στήριξη από όλα τα κόμματα. «Με πήραν άνθρωποι τηλέφωνο για συμπαράσταση, όπως ο Νίκος Παππάς από τον ΣΥΡΙΖΑ, ο Γιώργος Καρατζαφέρης, η Λιάνα Κανέλλη, η Ολγα Γεροβασίλη. Βουλευτές, υπουργοί, από τη συμπολίτευση και την αντιπολίτευση. Το πλέον συγκινητικό όμως ήταν και οι απλοί άνθρωποι. Αγνωστοι μας έλεγαν ότι μας είχαν στις προσευχές τους, ότι άναψαν κεριά, έκαναν τάματα. Εφερναν αγιασμένο λάδι και το άφηναν κάτω στον Ευαγγελισμό για να το παραλάβουμε», συνεχίζει. Ο Γιώργος Μυλωνάκης τονίζει: «Ηταν τεράστια η παρηγοριά αυτής της καλοσύνης μετά την ακραία τοξικότητα που είχα ζήσει. Και πολύ ιαματική. Είναι αυτό που σου δίνει και δύναμη να συνεχίσεις, γιατί διαφορετικά θα έχει κερδίσει το κακό. Εδώ δίνεις τη μάχη του καλού. Εγώ έτσι αισθάνομαι, έτσι λειτουργούσα εδώ και χρόνια», υπογραμμίζει.
Από το Πέραμα στην κορυφή
Πάλεψε με τα κύματα αν και δεν έγινε καπετάνιος σαν τον πατέρα του. Μεγαλωμένος στο Πέραμα, άρχισε να εργάζεται πολύ νωρίς, καθαρίζοντας τις σεντίνες από σκάφη που είχε ο γονιός του όταν άφησε τη θάλασσα και αποφάσισε να ζήσει στη στεριά. Και χωρίς να έχει το οικονομικό δίκτυ ασφαλείας, τις γνωριμίες, τις κοινωνικές γνωριμίες, κατάφερε να φτάσει στην κορυφή. «Μόνο με σκληρή δουλειά και την ιδέα πως ό,τι κάνω, το κάνω για τη χώρα μου. Είναι αυτό το σύνδρομο πατριωτισμού που δεν θα με αφήσει ποτέ», λέει και με ξεπροβοδίζει στην πόρτα.

