Η λογοτεχνία της κατοικεί εκεί όπου το οικείο ραγίζει και το ανείπωτο αποκτά μορφή. Μέσα από το παράξενο, το τραύμα, αλλά και τη βαθιά επιθυμία, οι ιστορίες της αναμετρώνται με όσα μας διαμορφώνουν αθόρυβα. Η Αργεντινή συγγραφέας Σαμάντα Σβέμπλιν ήρθε για πρώτη φορά στην Ελλάδα με αφορμή τη συμμετοχή της στο πρόσφατο 18ο Ελληνο-Ιβηροαμερικανικό Φεστιβάλ ΛΕΑ (Λογοτεχνία εν Αθήναις). Εχοντας εδραιώσει τη θέση της ως μία από τις πιο ιδιοσυγκρασιακές και διεισδυτικές φωνές της σύγχρονης ισπανόφωνης λογοτεχνίας, παρουσίασε το νέο της βιβλίο, «Το καλό μες στο κακό» (εκδ. Πατάκη – μετάφραση Εφη Γιαννοπούλου) που περιέχει έξι σύντομα, αριστοτεχνικά χτισμένα, διηγήματα όπου το παράδοξο δεν εισβάλλει στον κόσμο, αλλά αναδύεται από αυτόν.
Για το βιβλίο αυτό η Σαμάντα Σβέμπλιν τιμήθηκε πρόσφατα με το βραβείο Aena Ισπανοαμερικανικής Λογοτεχνίας, μια διάκριση που συνοδεύεται από χρηματικό έπαθλο ενός εκατομμυρίου ευρώ.
– Αναρωτιέμαι αν ο τίτλος του βιβλίου σας είναι μια ερώτηση προς τον αναγνώστη ή μια δική σας θέση. Νομίζω πως αμφισβητεί την ιδέα ότι το καλό και το κακό είναι απόλυτα διαχωρισμένες έννοιες. Μοιάζει παράδοξο, αλλά είναι;
– Είναι και τα δύο. Οταν το έγραφα, με απασχολούσε πολύ το ζήτημα των δυνάμεων που μας κατευθύνουν. Πιστεύουμε ότι παίρνουμε τις δικές μας αποφάσεις, όμως συχνά ζούμε καθοδηγούμενοι από εντολές που κληρονομούμε από την οικογένεια, την κουλτούρα μας, τις ιδέες μας για τον κόσμο, ακόμη και από τους φόβους μας. Νομίζουμε ότι οι ιδέες μας για τον κόσμο είναι ο κόσμος, αλλά είναι απλώς οι ιδέες μας για τον κόσμο. Ολα αυτά μας κάνουν να νομίζουμε ότι αποφασίζουμε ελεύθερα, ενώ δεν συμβαίνει. Αναρωτήθηκα, λοιπόν, αν υπάρχει κάποια άλλη δύναμη ικανή να θέσει όλα αυτά υπό έλεγχο. Εκεί βρίσκεται, νομίζω, και το ερώτημα του καλού και του κακού: στο κακό που μπορεί να εισχωρήσει μέσα σε κάτι φαινομενικά καλό, αλλά και στο καλό που μπορεί να προκύψει από κάτι που αρχικά μοιάζει κακό. Ετσι, στο βιβλίο υπάρχουν έξι ιστορίες όπου αυτή η πολύ ξεχωριστή δύναμη εισήλθε στην πραγματικότητα ενός χαρακτήρα και τον έθεσε υπό τον έλεγχό της.
– Το παράξενο και το ανοίκειο στις ιστορίες σας μοιάζουν να οδηγούν σε μια βαθύτερη αναμέτρηση με τον εαυτό. Είναι, κατά τη γνώμη σας, αυτή μία από τις βασικές λειτουργίες της λογοτεχνίας, τόσο για τον συγγραφέα όσο και για τον αναγνώστη;
– Ναι, απολύτως. Και για μένα ως συγγραφέα ισχύει το ίδιο. Στην καθημερινή ζωή η αβεβαιότητα και η παραδοξότητα μάς φαίνονται απειλητικές. Μέσα στη λογοτεχνία, όμως, λειτουργούν αλλιώς, επειδή ξέρεις ότι βρίσκεσαι στη μυθοπλασία. Ακόμη κι αν είσαι βαθιά συνδεδεμένος με έναν χαρακτήρα, η αβεβαιότητα γίνεται ένας χώρος ερωτημάτων: τι θα ένιωθα αν συνέβαινε αυτό; τι θα έκανα; είμαι έτοιμος; Με αυτή την έννοια, η λογοτεχνία είναι ένα είδος πρόβας. Επιτρέπει στον αναγνώστη να εξασκηθεί σε κινήσεις που δεν κάνει συνήθως στην πραγματική ζωή. Να δοκιμάσει σκέψεις, φόβους και αντιδράσεις χωρίς άμεσο κίνδυνο. Και αυτή είναι, νομίζω, η μεγάλη υπόσχεση της μυθοπλασίας: ότι στην επόμενη πρόταση ίσως καταλάβεις κάτι ουσιαστικό για τον εαυτό σου. Γιατί στα καλύτερα βιβλία το ερώτημα είναι εκεί. Η απάντηση στο ερώτημα υπάρχει, αλλά δεν υπάρχει στο βιβλίο. Υπάρχει στο μυαλό του αναγνώστη.
– Αρα ο αναγνώστης είναι ενεργό μέρος του έργου;
– Ακριβώς. Μου αρέσει να σκέφτομαι τη λογοτεχνία σαν έναν χορό ανάμεσα σε δύο ανθρώπους. Δεν κινείται ο καθένας χωριστά – αντίθετα, κινούνται μαζί, ταυτόχρονα, δημιουργώντας ο ένας χώρο για τον άλλον. Κάτι παρόμοιο συμβαίνει ανάμεσα στο μυαλό του συγγραφέα και στο μυαλό του αναγνώστη. Γι’ αυτό και το ίδιο βιβλίο είναι διαφορετικό για κάθε άνθρωπο που το διαβάζει.
– Είναι το ανείπωτο που ενσωματώνεται στις ιστορίες του βιβλίου –ένα κουνέλι, ένα άλογο– κλειστή αλληγορία ή μια εναλλακτική γλώσσα για εμπειρίες όπως το τραύμα, ο φόβος ή η επιθυμία;
– Θα έλεγα πως πρόκειται περισσότερο για ανοιχτά σύμβολα. Αυτά τα στοιχεία δεν λένε τίποτε από μόνα τους. Είναι σιωπηλά, σαν άδεια δοχεία που ο αναγνώστης καλείται να γεμίσει. Μπορεί να έχεις την αίσθηση ότι μια γάτα «λέει» ότι κάτι κακό θα συμβεί. Στην πραγματικότητα, όμως, αυτός που το λέει είναι ο αναγνώστης. Γι’ αυτό αυτά τα στοιχεία είναι τόσο ισχυρά: χτίζονται μαζί από το κείμενο και από εκείνον που το διαβάζει. Με ενδιαφέρουν πολύ τα συνηθισμένα ζώα –γάτες, σκύλοι, κουνέλια, άλογα– ακριβώς επειδή ζούμε δίπλα τους. Δεν είναι εξωτικά πλάσματα. Ομως, επειδή δεν μιλούν τη γλώσσα μας, συχνά πιστεύουμε ότι δεν έχουν καθόλου γλώσσα. Αυτό είναι βαθιά ανθρώπινο, αλλά δεν είναι αλήθεια. Επικοινωνούν, αισθάνονται, παίρνουν αποφάσεις. Και ακριβώς επειδή δεν μπορούν να μιλήσουν με τις δικές μας λέξεις, έχουμε την τάση να προβάλλουμε πάνω τους τις σκέψεις και τους φόβους μας. Ετσι λειτουργούν στη μυθοπλασία σαν καθρέφτες.
– Αρα οι μικρές λεπτομέρειες είναι τελικά πιο αποκαλυπτικές για την ανθρώπινη φύση;
– Ναι, απολύτως. Εγώ έδωσα μόνο μια λεπτομέρεια, αλλά αυτή αρκεί για να στηθεί ολόκληρο σκηνικό. Εσύ γεμίζεις το κενό με τη δική σου εμπειρία. Η δύναμη της λογοτεχνίας βρίσκεται ακριβώς εκεί, στο ότι το υλικό της γίνεται τελικά δικό σου υλικό.
– Τώρα που αναφερθήκαμε στη δύναμη της λογοτεχνίας, σε ποιο βαθμό η αυξημένη προβολή –και η λεγόμενη «έκρηξη»– των γυναικών συγγραφέων από τη Λατινική Αμερική μπορεί να αποδοθεί στο ισχυρό φεμινιστικό κίνημα του 2015-16;
– Σε πολύ μεγάλο βαθμό. Νομίζω ότι είναι άμεσο αποτέλεσμα αυτού του κινήματος. Αγαπώ τις συγγραφείς της γενιάς μου και πιστεύω ότι γράφουν σπουδαία λογοτεχνία. Ομως, εκείνο που πραγματικά άλλαξε τα πράγματα δεν ήταν μόνο οι ίδιες οι συγγραφείς, αλλά οι αναγνώστριες. Αυτές οι γυναίκες βγήκαν στον δρόμο, αγωνίστηκαν για νόμους, για το δικαίωμα στην άμβλωση, ενάντια στη βία κατά των γυναικών. Και κάποια στιγμή συνειδητοποίησαν ότι, ενώ πάλευαν για τις γυναίκες στη δημόσια σφαίρα, όταν γύριζαν σπίτι και άνοιγαν ένα βιβλίο, διάβαζαν σχεδόν αποκλειστικά άνδρες. Εκεί συνέβη μια βαθιά μετατόπιση. Για ένα διάστημα, είπαν, θα διαβάζουμε γυναίκες, γιατί πρέπει να καταλάβουμε τι σκέφτονται οι γυναίκες. Και αυτή η απόφαση άλλαξε την αγορά του βιβλίου. Δεν πιστεύω ότι οι γυναίκες πρέπει να διαβάζουν μόνο γυναίκες ούτε οι άνδρες μόνο άνδρες. Πιστεύω στην καλή λογοτεχνία. Ομως, μέσα σε εκείνη τη συγκυρία αυτή η επιλογή είχε σαφή πολιτική σημασία. Και δεν οδήγησε μόνο στην ανακάλυψη περισσότερων μυθιστοριογράφων, αλλά και γυναικών διανοουμένων, θεωρητικών, που έδωσαν στις αναγνώστριες τις λέξεις που χρειάζονταν για να περιγράψουν την εμπειρία και τον αγώνα τους. Αυτή είναι και η σημασία της λογοτεχνίας: σου προσφέρει λέξεις για κάτι που ήδη ζεις, αλλά δεν έχεις ακόμη κατορθώσει να ονομάσεις. Και όταν μια έως τότε υποεκπροσωπημένη ομάδα έρχεται στο προσκήνιο, φέρνει μαζί της νέες εμπειρίες και μια άλλη οπτική γωνία. Γι’ αυτό σήμερα δίνουμε τόση προσοχή στη λογοτεχνία που γράφεται από γυναίκες. Οχι επειδή οι γυναίκες γράφουν «καλύτερα», αλλά επειδή φέρνουν στο προσκήνιο πράγματα που για πολύ καιρό έμεναν στο περιθώριο.


