Η παραίτηση του Κιρ Στάρμερ από το Νο 10 της Ντάουνινγκ Στριτ ήρθε να επισφραγίσει τις πρόσφατες αστοχίες της κυβέρνησής του στη διαχείριση υποθέσεων, όπως η δολοφονία του Χένρι Νόβακ, αλλά και σε σχέση με την αδυναμία ανάληψης ουσιαστικών πρωτοβουλιών σε κρίσιμα ζητήματα, όπως η μετανάστευση, η εγκληματικότητα, το κόστος ζωής και οι εσωκομματικές διαιρέσεις στους Εργατικούς.
Ο Τιμ Μπέιλ, καθηγητής Πολιτικών Επιστημών στο Πανεπιστήμιο Queen Mary του Λονδίνου, αναλύει στην «Κ» τις βασικές αδυναμίες της «εποχής Στάρμερ». Οπως επισημαίνει, «η μεγαλύτερη αδυναμία του Στάρμερ ήταν να καθορίσει και να επικοινωνήσει μια σαφή πολιτική κατεύθυνση, καθώς και να συγκροτήσει μια ομάδα στο Νο 10 που θα λειτουργούσε συντονισμένα, ώστε να διαχειριστεί αποτελεσματικά το κόμμα και να προωθήσει ένα πολιτικό πρόγραμμα που θα απολάμβανε την πλήρη υποστήριξή του».

Με τον Αντι Μπέρναμ να προβάλλει ως βασικός διεκδικητής της ηγεσίας των Εργατικών και της πρωθυπουργίας, το Ηνωμένο Βασίλειο έχει πλέον γνωρίσει έξι πρωθυπουργούς μέσα σε μία δεκαετία. Ρωτήσαμε τον Μπέιλ γιατί κανένα πολιτικό μοντέλο δεν φαίνεται να αποδίδει στη μετά Brexit εποχή.
«Το Brexit επιβράδυνε περαιτέρω την οικονομική ανάπτυξη του Ηνωμένου Βασιλείου, μειώνοντας τα φορολογικά έσοδα του κράτους, ενώ παράλληλα αύξησε το κόστος δανεισμού», τονίζει και προσθέτει: «Ολα αυτά έχουν περιορίσει σημαντικά τα περιθώρια ελιγμών των πολιτικών, ιδίως επειδή διστάζουν να εξηγήσουν στους ψηφοφόρους ότι οι δημόσιες υπηρεσίες και το επίπεδο κοινωνικής προστασίας που θεωρούν δεδομένα δεν μπορούν να διατηρηθούν χωρίς το αντίστοιχο οικονομικό κόστος».
Σύμφωνα με έρευνα του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Διεθνών Σχέσεων (ECFR), τα δύο τρίτα των Βρετανών ψηφοφόρων θεωρούν ότι το Brexit είχε αρνητικό αντίκτυπο στη ζωή τους, καθώς συνέβαλε στην αύξηση του κόστους διαβίωσης και δυσχέρανε την αντιμετώπιση της παράτυπης μετανάστευσης. Παράλληλα, τα τρία τέταρτα των ερωτηθέντων τάσσονται πλέον υπέρ στενότερων σχέσεων με την Ευρωπαϊκή Ενωση.
Πολιτική αστάθεια
«Πιστεύετε ότι το Brexit αποτελεί βασική αιτία της πολιτικής αστάθειας στο Ηνωμένο Βασίλειο;» τον ρωτάμε. Η απάντηση του Μπέιλ είναι κατηγορηματική: «Το Brexit υπήρξε μια διπλωματική και οικονομική καταστροφή. Δεν έκανε τίποτε άλλο παρά να επιδεινώσει τα διαρθρωτικά προβλήματα που αντιμετωπίζει η χώρα και το πολιτικό της σύστημα. Οποιαδήποτε προσπάθεια να παρουσιαστεί μια διαφορετική εικόνα είναι, στην καλύτερη περίπτωση, μη πειστική και, στη χειρότερη, υποκριτική».
Την ίδια στιγμή, ολοένα και περισσότεροι ψηφοφόροι φαίνεται να στρέφονται προς λαϊκιστικά κόμματα και πολιτικές προσωπικότητες. Μεταξύ αυτών ξεχωρίζει ο Νάιτζελ Φάρατζ, επικεφαλής του αντιμεταναστευτικού Reform UK, ο οποίος τη Δευτέρα ζήτησε την προκήρυξη πρόωρων εκλογών.
Για τον Μπέιλ, η άνοδος του λαϊκισμού και η επιστροφή της πολιτικής αστάθειας συνδέονται άμεσα με ευρύτερες κοινωνικοπολιτισμικές μεταβολές. «Οι άνθρωποι, ιδίως οι ηλικιωμένοι, οι λευκοί και οι λιγότερο μορφωμένοι, που αισθάνονται άβολα με αυτές τις αλλαγές», εξηγεί, «εκφράζουν οργή για τη μετανάστευση, το κίνημα “woke” και, σε μικρότερο βαθμό, για τον στόχο του net zero (σ.σ. δραστική μείωση των εκπομπών άνθρακα). Ο Φάρατζ προσφέρει απλοϊκές, νοσταλγικές απαντήσεις σε αυτά τα προβλήματα».
«Σήμερα», προσθέτει, «μια ρεαλιστική πολιτική προσέγγιση θα απαιτούσε από τους πολιτικούς να πάψουν να αντιμετωπίζουν τους ψηφοφόρους σαν παιδιά και να τολμήσουν να εξηγήσουν τις αναγκαίες συμβιβαστικές λύσεις που συνεπάγεται η διακυβέρνηση. Δεν τρέφω, όμως, μεγάλες ελπίδες ότι αυτό θα συμβεί».
