Συνδυάζοντας σταθερότητα, διασυνδεσιμότητα και γεωγραφική θέση, η Ελλάδα αποτελεί φυσικό σημείο κατάληξης ενεργειακών και εμπορικών διαδρομών που δημιουργούν ευκαιρίες για ανάπτυξη. Την εκτίμηση αυτή εκφράζει στην «Κ» ο Senior Partner της McKinsey, πρόεδρος του McKinsey Global Institute Σβεν Σμιτ, τονίζοντας ότι η Ελλάδα έχει να κερδίσει από τη γεωπολιτική συγκυρία. Αναφερόμενος στα δεδομένα που διαμορφώνουν οι εξελίξεις στη Μέση Ανατολή, ο κ. Σμιτ θεωρεί πως οι αγορές προεξοφλούν επιστροφή στην κανονικότητα. Ομως, μετά και τον πόλεμο στο Ιράν, θα ενισχυθούν περαιτέρω οι τάσεις διαφοροποίησης στις εφοδιαστικές αλυσίδες. Ο ίδιος θεωρεί ότι η συζήτηση για μείωση των ωρών εργασίας λόγω ΑΙ είναι ακόμη πρώιμη και προέχουν τώρα η επανεκπαίδευση και η επαγγελματική κινητικότητα. Σύμφωνα με την εκτίμηση της McKinsey για τον «αιώνα της αφθονίας», η παγκόσμια οικονομία μπορεί να είναι τρεις φορές μεγαλύτερη έως το 2100.
– Πόσo αποδιοργανωτικές είναι για την παγκόσμια οικονομία οι διαταραχές στα Στενά του Ορμούζ; Από τη μια οι χρηματαγορές φαίνεται να στέλνουν το μήνυμα ότι θα είναι σχετικά διαχειρίσιμες οι επιπτώσεις. Από την άλλη υπάρχουν σήματα ότι οι συνέπειες μέσω των εφοδιαστικών αλυσίδων θα επεκταθούν και μετά το τέλος του πολέμου. Ποια είναι η γνώμη σας;
– Θα έλεγα ότι, προς το παρόν, οι αγορές φαίνεται να προεξοφλούν μια επιστροφή στην κανονικότητα. Αυτό αποτυπώνεται, μεταξύ άλλων, στην αγορά πετρελαίου, όπου τα συμβόλαια μελλοντικής εκπλήρωσης (forward contracts) δείχνουν μια σταδιακή εξομάλυνση προς τα τέλη του έτους ή στις αρχές του επόμενου. Κάθε φορά που εμφανίζεται έστω και μια μικρή ένδειξη διπλωματικής προόδου, βλέπουμε άμεσα σημαντική αποκλιμάκωση στις τιμές του πετρελαίου, αλλά και του φυσικού αερίου και των σχετικών παραγώγων. Αρα οι χρηματοπιστωτικές αγορές δείχνουν να θεωρούν ότι πρόκειται περισσότερο για μια διαχειρίσιμη αναταραχή παρά για μια μόνιμη κρίση.
Ωστόσο, οι πιο ουσιαστικές συνέπειες ενδέχεται να έχουν πιο δομικό χαρακτήρα. Επιχειρήσεις και κράτη επανεξετάζουν πλέον πιο συστηματικά τους κινδύνους που συνεπάγεται η εξάρτηση από ένα και μόνο γεωστρατηγικό πέρασμα, όπως τα Στενά του Ορμούζ. Οι επιχειρήσεις αναμένεται να επιταχύνουν τη διαφοροποίηση του χαρτοφυλακίου προμηθευτών και δικτύων logistics, προκειμένου να ενισχύσουν την ανθεκτικότητά τους, ενώ οι χώρες παραγωγής επενδύουν ήδη σε εναλλακτικές εξαγωγικές υποδομές – όπως σε αγωγούς που μειώνουν την εξάρτηση από τη συγκεκριμένη θαλάσσια οδό. Υπό αυτήν την έννοια, η σημαντικότερη μακροπρόθεσμη συνέπεια ίσως να μην είναι το προσωρινό ενεργειακό σοκ αυτό καθαυτό, αλλά η επιτάχυνση μιας ευρύτερης στρατηγικής διαφοροποίησης και ενίσχυσης της ανθεκτικότητας στις παγκόσμιες εφοδιαστικές αλυσίδες και στα ενεργειακά συστήματα.
– Οσο θα επιβεβαιώνονται οι φιλόδοξες προβλέψεις για τον ευεργετικό αντίκτυπο της ΑΙ στην παραγωγικότητα των οικονομιών, η συζήτηση θα μετατοπίζεται στην κατανομή των οφελών από το πλεόνασμα της αποδοτικότητας. Είναι βάσιμες οι προσδοκίες για την εμπέδωση νέων προτύπων στην αγορά εργασίας, όπως για παράδειγμα η καθιέρωση λιγότερων ημερών απασχόλησης με τις ίδιες αποδοχές;
– Στη συζήτηση γύρω από την τεχνητή νοημοσύνη υπάρχουν, ουσιαστικά, τρία διαφορετικά ερωτήματα. Το πρώτο είναι ποιες εργασίες και δεξιότητες μπορούν να αυτοματοποιηθούν ή να υποκατασταθούν από την AI. Το δεύτερο αφορά το πώς οι κοινωνίες θα αξιοποιήσουν την πρόσθετη παραγωγική δυναμικότητα και τον χρόνο που θα προκύψει, εφόσον ένα σημαντικό μέρος της εργασίας αυτοματοποιηθεί. Και το τρίτο είναι πώς θα κατανεμηθούν τελικά τα οικονομικά οφέλη που θα δημιουργήσει η τεχνητή νοημοσύνη.
Ιστορικά, οι μεγάλες τεχνολογικές επαναστάσεις δεν οδήγησαν απλώς σε μείωση της εργασίας. Δημιούργησαν ταυτόχρονα και νέα ζήτηση. Αν, για παράδειγμα, η ΑΙ μειώσει το κόστος υπηρεσιών όπως οι ιατρικές διαγνώσεις, η εκπαίδευση ή η διοικητική υποστήριξη, τότε οι κοινωνίες ενδέχεται να καταναλώνουν πολύ περισσότερες από αυτές τις υπηρεσίες. Αν η ανάλυση μαγνητικών τομογραφιών αυτοματοποιηθεί και γίνει φθηνότερη, μπορεί τελικά να πραγματοποιούνται πολύ περισσότερες εξετάσεις συνολικά, δημιουργώντας παράλληλα νέα ανάγκη για εργασία σε συναφείς τομείς.
Oι αγορές προεξοφλούν για τον πόλεμο επιστροφή στην κανονικότητα. Θα ενισχυθούν όμως οι τάσεις διαφοροποίησης στις εφοδιαστικές αλυσίδες.
Βραχυπρόθεσμα, πάντως, η μεγαλύτερη πρόκληση είναι η ομαλή και υπεύθυνη διαχείριση αυτής της μετάβασης. Ορισμένα επαγγέλματα ενδέχεται να επηρεαστούν πολύ γρήγορα, την ώρα που άλλοι κλάδοι, όπως η υγεία, αντιμετωπίζουν ήδη σοβαρές ελλείψεις ανθρώπινου δυναμικού. Το κρίσιμο ζήτημα είναι πώς θα μπορέσουν οι εργαζόμενοι να μετακινηθούν αποτελεσματικά από έναν τομέα σε έναν άλλον, μέσα από διαδικασίες επανεκπαίδευσης και προσαρμογής.
Και ακόμη δεν γνωρίζουμε με βεβαιότητα ποια επαγγέλματα θα εξαφανιστούν πλήρως και ποια απλώς θα αλλάξουν μορφή. Τα τηλεφωνικά κέντρα είναι ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα: τα συστήματα AI είναι ήδη εξαιρετικά αποτελεσματικά, αλλά παραμένει ασαφές αν η συγκεκριμένη λειτουργία θα εκλείψει ή θα μετασχηματιστεί. Συζητήσεις γύρω από ένα καθολικό βασικό εισόδημα ή από πολύ μικρότερες εβδομάδες εργασίας πιθανόν να ενταθούν στο μέλλον. Ωστόσο, η άμεση προτεραιότητα σήμερα είναι η δημιουργία πρακτικών μηχανισμών επανεκπαίδευσης, επαγγελματικής κινητικότητας και προσαρμογής των εργαζομένων στα νέα δεδομένα.
– Η McKinsey έχει μιλήσει για τον 21ο αιώνα ως τον «αιώνα της αφθονίας». Πού βασίζεται το αφήγημα και ποιες είναι οι προϋποθέσεις για να επιβεβαιωθεί το καλό σενάριο;
–Όταν μιλάμε για έναν «Αιώνα της Αφθονίας», όπως τον πραγματεύεται το βιβλίο που εκδώσαμε στο MGI με τίτλο «A Century of Plenty» , δεν περιγράφουμε το πιθανότερο μέλλον, αλλά ένα σενάριο που εξετάζει πόσο μακριά θα μπορούσε να φτάσει η ανθρώπινη ευημερία υπό τις κατάλληλες προϋποθέσεις.
Οι σημερινές εκτιμήσεις δείχνουν ότι η παγκόσμια οικονομία θα μπορούσε έως το 2100 να είναι περίπου τρεις φορές μεγαλύτερη από ό,τι σήμερα. Αν λοιπόν ο στόχος είναι η ουσιαστική άνοδος του βιοτικού επιπέδου σε παγκόσμια κλίμακα, δηλαδή η σύγκλιση των χωρών χαμηλότερου εισοδήματος με τα επίπεδα διαβίωσης των ανεπτυγμένων οικονομιών, σε συνδυασμό με τη συνεχιζόμενη πληθυσμιακή αύξηση, τότε η παγκόσμια οικονομία θα χρειαστεί να οχταπλασιαστεί.
Κεντρικός πυλώνας αυτής της προσέγγισης είναι η ενεργειακή αφθονία. Ιστορικά, κάθε σημαντική άνοδος της ανθρώπινης ευημερίας συνδέθηκε με πρόσβαση σε μεγαλύτερες ποσότητες αξιόπιστης και οικονομικά προσιτής ενέργειας. Αν οι κοινωνίες επιδιώκουν ταυτόχρονα πολύ υψηλότερο βιοτικό επίπεδο, μεγάλης κλίμακας υποδομές τεχνητής νοημοσύνης, σύγχρονα συστήματα υγείας, προηγμένη βιομηχανική παραγωγή και ανθεκτικότητα απέναντι στην κλιματική κρίση, τότε τα ενεργειακά συστήματα θα πρέπει να επεκταθούν δραστικά. Αυτό αφορά τις ΑΠΕ, τις υποδομές αποθήκευσης και μεταφοράς ίσως και την πυρηνική ενέργεια, αλλά και τη συνολική επιτάχυνση της ανάπτυξης βιομηχανικών δυνατοτήτων.
Η δική μας ανάλυση εξετάζει κατά πόσο ένα τέτοιο επίπεδο ευημερίας είναι φυσικά εφικτό από την άποψη της ενέργειας, των πρώτων υλών, του κλίματος και των υποδομών. Το συμπέρασμά μας είναι ότι είναι εφικτό. Τα βασικά εμπόδια δεν είναι πρωτίστως τεχνολογικά, αλλά θεσμικά και κοινωνικά: αφορούν το ρυθμιστικό πλαίσιο, τις αδειοδοτήσεις, τη διακυβέρνηση, την επενδυτική διάθεση και, τελικά, το επίπεδο συλλογικής φιλοδοξίας.
Το αν θα υλοποιηθεί αυτό το αισιόδοξο σενάριο εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από το κατά πόσο οι κοινωνίες θα διατηρήσουν τη βούληση και την αυτοπεποίθηση να επενδύσουν και να δημιουργήσουν. Αν ο δημόσιος διάλογος περιοριστεί αποκλειστικά γύρω από τη σπανιότητα, τα όρια της ανάπτυξης ή την αναδιανομή μέσα σε ένα περιβάλλον χαμηλής μεγέθυνσης, τότε η πολιτική μετατρέπεται σταδιακά σε σύγκρουση για τον έλεγχο περιορισμένων πόρων.
Αντίθετα, αν οι κοινωνίες επιδιώξουν ενεργά ένα όραμα αφθονίας, με υπεύθυνο και βιώσιμο τρόπο, τότε η ανάπτυξη και η καινοτομία μπορούν να βελτιώσουν ευρύτερα το βιοτικό επίπεδο. Αυτός είναι και ο στόχος του πλαισίου του «A Century of Plenty»: να διασφαλίσει ότι ένα πραγματικά αισιόδοξο σενάριο παραμένει μέρος της δημόσιας συζήτησης.
– Ποια είναι η εικόνα που αποκομίζετε από τις προοπτικές της ελληνικής οικονομίας; Ρεαλιστικά, πώς μπορεί η Ελλάδα να εξαντλήσει τα περιθώρια ανάπτυξης και σε ποιους τομείς;
– Η Ελλάδα έχει σημειώσει αξιοσημείωτη πρόοδο τόσο σε σχέση με το δικό της παρελθόν όσο και συγκριτικά με πολλές άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Μέσα στα τελευταία οκτώ με δέκα χρόνια η χώρα βρίσκεται σε ανάπτυξη, έχει μειώσει τις πιέσεις γύρω από το χρέος, έχει ενισχύσει την εμπιστοσύνη των επενδυτών και έχει δημιουργήσει συνθήκες αυξανόμενης ευημερίας και ανάπτυξης. Αυτό δεν σημαίνει ότι έχουν λυθεί όλα τα προβλήματα. Αλλά είναι εντυπωσιακό πόσο διαφορετική δείχνει σήμερα η χώρα σε σύγκριση με πριν από μία δεκαετία. Ο τουρισμός έχει ασφαλώς διαδραματίσει σημαντικό ρόλο, όμως η Ελλάδα έχει αρχίσει πλέον να προσελκύει ξένες άμεσες επενδύσεις σε ένα διευρυμένο φάσμα κλάδων όπως η ενέργεια, η τεχνολογία και οι υποδομές. Αν η χώρα συνεχίσει να ανοίγει αγορές και τομείς της οικονομίας, να διατηρεί θετικό επενδυτικό περιβάλλον και να στηρίζει τις μεταρρυθμίσεις, οι επενδύσεις θα συνεχίσουν να αυξάνονται.
Η Ελλάδα διαθέτει ένα ιδιαίτερα υψηλού επιπέδου ανθρώπινο δυναμικό, το οποίο μπορεί να στηρίξει πολλούς από τους κλάδους του μέλλοντος. Ιδιαίτερη σημασία έχει και ο τομέας της ενέργειας. Αν η Ελλάδα καταφέρει να συνδυάσει τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας με αξιόπιστη βασική παραγωγή και ταυτόχρονα να διατηρήσει ανταγωνιστικό ενεργειακό κόστος, θα μπορούσε να προσελκύσει επενδύσεις από ένα ευρύ φάσμα δραστηριοτήτων – από την τεχνολογία έως τη βιομηχανική παραγωγή. Σε έναν κόσμο όπου η πρόσβαση σε ασφαλή και οικονομικά προσιτή ενέργεια καθορίζει ολοένα περισσότερο τη βιομηχανική ανταγωνιστικότητα, αυτό μπορεί να εξελιχθεί σε συγκριτικό πλεονέκτημα.
Συνολικά, η Ελλάδα διαθέτει σημαντικό ανεκμετάλλευτο δυναμικό. Σε πολλές περιπτώσεις είναι σχεδόν πιο δύσκολο να εντοπίσει κανείς τους τομείς στους οποίους η χώρα δεν μπορεί να διαδραματίσει σημαντικό ρόλο. Ποιοι όμως θα είναι αυτοί οι κλάδοι που θα γίνουν πρωταγωνιστές πέρα από τη χώρα, από τον τουρισμό και τη ναυτιλία; Πώς μπορεί όχι απλώς να αυξηθεί ο ρυθμός ανάπτυξης λίγο παραπάνω, αλλά να διπλασιαστεί ή να τριπλασιαστεί το μέγεθος της ελληνικής οικονομίας;
Το κρίσιμο ζητούμενο είναι να συνεχιστεί η ενίσχυση της εμπιστοσύνης, να διατηρηθεί η μεταρρυθμιστική δυναμική και να δημιουργηθούν οι συνθήκες ώστε οι επενδύσεις και η καινοτομία να αποκτήσουν μεγαλύτερη κλίμακα.
– Κατά μία άποψη, οι γεωπολιτικές ανακατατάξεις ωφελούν χώρες όπως η Ελλάδα, υπό την έννοια ότι αποτελούν ήπιες δυνάμεις με πλεονεκτική γεωγραφική θέση. Ποια είναι η γνώμη σας; Προκύπτουν απτές ευκαιρίες, στο τέλος της ημέρας, για τις ελληνικές επιχειρήσεις;
– Οι γεωπολιτικές ανακατατάξεις τείνουν να αυξάνουν τη σημασία κρατών που βρίσκονται σε στρατηγικά σταυροδρόμια και η Ελλάδα σαφώς επωφελείται από αυτή τη δυναμική. Σε έναν κόσμο που δίνει ολοένα και μεγαλύτερη έμφαση στην ενεργειακή ασφάλεια, στους εμπορικούς διαδρόμους και στην ανθεκτικότητα των εφοδιαστικών αλυσίδων, η γεωγραφία αποκτά ξανά καθοριστική σημασία.
Μία από τις σημαντικότερες ευκαιρίες αφορά τις ενεργειακές υποδομές. Καθώς η Ευρώπη επιδιώκει να διαφοροποιήσει τις πηγές ενέργειας και τις διαδρομές που αυτές ακολουθούν για να φθάσουν στην ήπειρο, νέοι αγωγοί και δίκτυα logistics που συνδέουν τη Μέση Ανατολή με την Ευρώπη αποκτούν αυξανόμενη σημασία. Και ένα από τα φυσικά σημεία κατάληξης αυτών των διαδρομών είναι η Ελλάδα. Αντίστοιχες ευκαιρίες προκύπτουν και στον τομέα των εμπορικών διαδρομών και της ευρύτερης εφοδιαστικής αλυσίδας προς την ευρωπαϊκή ενδοχώρα.
Βέβαια, η ίδια η θέση της Ελλάδας δημιουργεί τόσο ευκαιρίες όσο και προκλήσεις. Η γεωγραφική θέση της ενισχύει τη στρατηγική σημασία της, αλλά παράλληλα την εκθέτει περισσότερο στις περιφερειακές αναταράξεις και στις γεωπολιτικές εντάσεις. Είναι αναπόφευκτο η χώρα να επηρεάζεται από τις δευτερογενείς συνέπειες αυτών των ευρύτερων μεταβολών – κάποιες θετικές, άλλες πιο σύνθετες.
Συνολικά, πάντως, ο συνδυασμός σταθερότητας, διασυνδεσιμότητας και γεωγραφικής θέσης προσφέρει στην Ελλάδα ένα ουσιαστικό στρατηγικό πλεονέκτημα μέσα στο νέο γεωπολιτικό περιβάλλον που διαμορφώνεται.

