«Ειλικρινά προσπαθώ να μην το σκέφτομαι ιδιαίτερα. Είμαι πλέον 34 ετών και είμαστε ξεκάθαρα διαφορετικοί άνθρωποι, με διαφορετικές ζωές», μας λέει η Ναόμι Ισιγκούρο, αναφερόμενη στο «βάρος» που συνεπάγεται το επώνυμο του πατέρα της, του νομπελίστα Καζούο Ισιγκούρο. «Ηταν πάντοτε πολύ υποστηρικτικός στην ιδέα να γίνω συγγραφέας, αλλά ταυτόχρονα δίνουμε ο ένας στον άλλον αρκετό χώρο ώστε να ακολουθούμε τις δικές μας δημιουργικές διαδρομές».
Κι έτσι, η ίδια διαμορφώνει ήρεμα και σταθερά τη δική της πορεία στον χώρο της λογοτεχνίας. Η Βρετανίδα συγγραφέας επιστρέφει με το νέο της μυθιστόρημα «Πόλη από βροχή και σκιά» (The Rainshadow Orphans), το οποίο αποτελεί το πρώτο βιβλίο μιας τριλογίας στο είδος του φανταστικού. Η ελληνική έκδοση του βιβλίου κυκλοφόρησε πριν από μία εβδομάδα από τις εκδόσεις Μίνωας (σε μετάφραση Χριστίνας Παναγιώτου), παράλληλα με την αγγλική, ενώ το μυθιστόρημα έχει ήδη μεταφραστεί σε τριάντα γλώσσες.
Στην καρδιά της ιστορίας βρίσκεται η Νεφελώδης Πόλη, μια κλειστή κοινωνία χτισμένη πάνω σε ανισότητες και αποκλεισμούς. Η περιπέτεια εκτυλίσσεται σε ένα πολυεπίπεδο σύμπαν, όπου τρία θετά αδέλφια –η 16χρονη Τόσικο, ο 19χρονος Τζουν και η 20χρονη Μέι Καβακάμι– αναζητούν εκδίκηση για τη δολοφονία της γυναίκας που τα μεγάλωσε. Παράλληλα, ο Χάρου, γιος του αυτοκράτορα, ζει αποκομμένος από την πραγματικότητα της πόλης, ενώ ο Τέο, ένας παράνομος μετανάστης, κινείται σε δίκτυα εγκλήματος και επιβίωσης. Οι ιστορίες τους τέμνονται όταν η κλοπή ενός μυστηριώδους αντικειμένου απειλεί να ανατρέψει τις ισορροπίες της πόλης. «Δεν ήθελα η πόλη να λειτουργεί ως άμεση αλληγορία για κάποιο συγκεκριμένο μέρος. Αντίθετα, ήθελα απλώς να εξερευνήσω τις δυναμικές ανισότητας και αποκλεισμού που, δυστυχώς, μπορούν να εμφανιστούν παντού», εξηγεί η συγγραφέας.
«Το μυθιστόρημα αφορά τις σχέσεις εξουσίας μέσα σε μια προνομιούχο κοινωνία, που βασίζεται στην εργασία ανθρώπων τους οποίους ταυτόχρονα περιθωριοποιεί και αποκλείει, όπως οι μετανάστες και οι πρόσφυγες».
Παρότι το βιβλίο εντάσσεται στον χώρο της φαντασίας, αγγίζει ζητήματα που απασχολούν έντονα τις σύγχρονες κοινωνίες. «Το μυθιστόρημα αφορά τις σχέσεις εξουσίας μέσα σε μια προνομιούχο κοινωνία, που βασίζεται στην εργασία ανθρώπων τους οποίους ταυτόχρονα περιθωριοποιεί και αποκλείει, όπως οι μετανάστες και οι πρόσφυγες», αναφέρει η Ισιγκούρο. Οπως επισημαίνει, πρόκειται επίσης για μια ιστορία γύρω από τη σχέση των ανθρώπων με τον τόπο που θεωρούν πατρίδα τους, «και για το πώς ορισμένες ομάδες ανθρώπων αισθάνονται ότι δεν ανήκουν στον τόπο όπου ζουν, ακόμη κι αν αυτός είναι το μοναδικό τους σπίτι». Κεντρικά θέματα της ιστορίας είναι η απληστία, η διαφθορά, η απολυταρχία, αλλά και η φιλία, η καλοσύνη, η αγάπη, η ελπίδα και η τεχνολογία.
Εναλλακτικοί κόσμοι
Το βιβλίο ανήκει σε μια ευρύτερη παράδοση της λογοτεχνίας του φανταστικού που χρησιμοποιεί εναλλακτικούς κόσμους, στη συγκεκριμένη περίπτωση ένα μυθικό αρχιπέλαγος. Tο είδος του φανταστικού λειτουργεί συχνά ως πεδίο επεξεργασίας σύνθετων θεμάτων. «Οι νεότερες γενιές έχουν τη φαντασία να αλλάξουν τα πράγματα που οι υπόλοιποι έχουμε συνηθίσει απλώς να αποδεχόμαστε. Το φανταστικό προσφέρει ένα εύφορο έδαφος για να αναπτύξουν τη φαντασία τους και το πώς μπορούν να τη χρησιμοποιήσουν, ώστε να κάνουν τον κόσμο καλύτερο».
Σε αυτό ακριβώς το πλαίσιο η ίδια επεκτείνει τη σκέψη της, αντλώντας και από την εμπειρία της ως εκπαιδευτικός και από τον τρόπο με τον οποίο οι νεότερες γενιές προσεγγίζουν τη φαντασία και τον κόσμο γύρω τους. «Είναι υπέροχο που οι άνθρωποι έρχονται στον κόσμο και αρνούνται να αποδεχθούν κοινωνικές δυναμικές που είναι εμφανώς άδικες», σημειώνει, τονίζοντας παράλληλα τη σημασία των πολιτισμικών αφηγήσεων και τον ρόλο τους στη διαμόρφωση του τρόπου με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε την πραγματικότητα και τον κόσμο που μας περιβάλλει σήμερα.

Πίσω από τη σύνθετη δομή του βιβλίου, η Ισιγκούρο αντλεί έμπνευση τόσο από προηγούμενες δουλειές της, όπως το κοινωνικό ρεαλιστικό μυθιστόρημα «Common Ground», όσο και από διαφορετικές λογοτεχνικές παραδόσεις. Η πρόθεσή της, όπως λέει, ήταν να προσεγγίσει παρόμοια θεματικά πεδία «με έναν τρόπο πιο διασκεδαστικό, αισιόδοξο, περιπετειώδη και συναρπαστικό για τους αναγνώστες».
Οι επιρροές της εκτείνονται πέρα από τη λογοτεχνία και φτάνουν μέχρι την ιαπωνική λαϊκή παράδοση και τον κόσμο των πνευμάτων. Η ίδια αναφέρεται στον σιντοϊσμό – ανιμισμό και στις ιστορίες των yōkai, των πλασμάτων της ιαπωνικής λαογραφίας που συνδέονται με πνεύματα, δαίμονες και υπερφυσικές οντότητες και αλληλεπιδρούν με ανθρώπους. Η συγγραφέας τονίζει ότι της αρέσει να γράφει φανταστικές ιστορίες, «επειδή οι κόσμοι που δημιουργείς μπορούν να αντανακλούν και να τιμούν αυτές τις εσωτερικές, υποκειμενικές εκδοχές της πραγματικότητας».

