Για δέκα χρόνια μεγάλωνε χωρίς να γνωρίζει ότι ο πατέρας της ήταν ο πιο ισχυρός άνθρωπος της Κούβας. Για την 70χρονη σήμερα Αλίνα Φερνάντεζ Ρεβουέλτα, ο άνδρας που εμφανιζόταν συχνά στο σπίτι της φορώντας στρατιωτική παραλλαγή ήταν απλώς ένας παλιός φίλος της μητέρας της από την εποχή της Κουβανικής Επανάστασης.
Στα 37 της, η κόρη που γεννήθηκε από την εξωσυζυγική σχέση του Φιντέλ Κάστρο, του «El Caballo» («Το Aλογο»), όπως τον αποκαλούσαν οι σύντροφοί του, με τη Ναταλία Ρεβουέλτα, αποφάσισε να δραπετεύσει από την Κούβα με πλαστά έγγραφα και να εγκατασταθεί στις ΗΠΑ, τη χώρα που ο πατέρας της είχε ορκιστεί να πολεμήσει.
Σήμερα, δεκαετίες μετά τη φυγή της από την Κούβα, η Αλίνα παρακολουθεί τη χώρα της να βιώνει παρατεταμένες ελλείψεις βασικών αγαθών και συνεχείς διακοπές ρεύματος. Μιλώντας στην «Κ», περιγράφει τις στιγμές που έζησε δίπλα στον Φιντέλ Κάστρο, τον «δύσκολο» και συχνά απρόσιτο πατέρα της, ενώ εξηγεί πώς είναι να μεγαλώνεις κάτω από το κουβανικό καθεστώς.

Η μητέρα και ο κομαντάντε
«Πριν από την επανάσταση», αφηγείται, «είχαμε πρόεδρο τον Μπατίστα, ο οποίος λίγα χρόνια αργότερα πραγματοποίησε στρατιωτικό πραξικόπημα και επέστρεψε στην εξουσία. Εκείνη την εποχή, στην Κούβα η δημοκρατία άρχιζε να ανθεί, ο κόσμος ενδιαφερόταν για την πολιτική και τα κοινωνικά ζητήματα και σχεδόν κανείς δεν αποδεχόταν το πραξικόπημα. Μέσα από το Ορθόδοξο Κόμμα (Partido Ortodoxo), στο οποίο συμμετείχε ενεργά η μητέρα μου, γνώρισε τον Φιντέλ Κάστρο. Η μητέρα μου ήταν ακτιβίστρια από την πρώτη στιγμή και ανήκε στη γενιά που έκανε δυνατή την επανάσταση. Ο Κάστρο ήταν ερωτευμένος μαζί της και με τη δράση της και εκείνη ερωτευμένη μαζί του».
Σε ηλικία δέκα ετών, η Αλίνα μαθαίνει ότι ο άνθρωπος που περνούσε έως και επτά ώρες μιλώντας στην εθνική τηλεόραση για τα σοσιαλιστικά ιδεώδη και που επισκεπτόταν συνεχώς το σπίτι τους ήταν στην πραγματικότητα ο βιολογικός της πατέρας. «Δεν με εξέπληξε όταν το έμαθα», λέει. «Επισκεπτόμασταν συχνά την οικογένειά του, τις αδελφές του, ακόμη και τη μητέρα του. Οπότε δεν ήταν κάποια τεράστια αποκάλυψη. Αυτό που ένιωσα περισσότερο ήταν ότι οι άνθρωποι γύρω μου μού έκρυβαν πάντα μυστικά».
Οπως εξηγεί, «ποτέ δεν ζήσαμε μαζί (με τον Φιντέλ) και ποτέ δεν είχαμε οικογενειακή ζωή. Ηταν περισσότερο ένας νυχτερινός επισκέπτης, παρά πατέρας. Δεν ήταν αυτό που θα αποκαλούσες “οικογενειάρχης”. Αν δεις τον Φιντέλ Κάστρο, θα δεις έναν αντάρτη με στολή, πάντα μόνο του. Δεν ήθελε να συνδέεται δημόσια με καμία οικογένεια και σίγουρα δεν είχε οικογενειακή ζωή μπροστά στα φώτα».
Ισως είχε κάποιες ενοχές
«Πρέπει να καταλάβετε», προσθέτει, «ότι ο Φιντέλ ήταν ένας εξαιρετικά πολυάσχολος άνθρωπος. Το αν θα μας έβλεπε, εξαρτιόταν από τη διάθεσή του ή ίσως από κάποιες ενοχές που είχε ως πατέρας. Και όταν βρισκόμασταν, έστω και σπάνια, του άρεσε κυρίως να μιλάει για τη δουλειά και την πολιτική του». Για πολλούς, ο Κάστρο υπήρξε η προσωποποίηση ενός νάρκισσου ηγέτη. Η Αλίνα θυμίζει την πρώτη του ομιλία μετά την επικράτηση της επανάστασης: «Η πρώτη του ομιλία κράτησε περισσότερο από τρεις ώρες, ενώ συχνά μιλούσε έως και επτά ώρες. Αυτό δείχνει ξεκάθαρα ότι του άρεσε να ακούει τον εαυτό του».

Στις 8 Ιανουαρίου 1959, οι άνδρες του Φιντέλ Κάστρο εισέρχονται θριαμβευτικά στην Αβάνα, ενώ μία εβδομάδα νωρίτερα ο πραξικοπηματίας πρόεδρος Φουλχένσιο Μπατίστα είχε εγκαταλείψει τη χώρα με προορισμό τον Αγιο Δομίνικο. Η Αλίνα θυμάται με αμφιθυμία τις πρώτες ημέρες μετά την επανάσταση.
«Εβλεπες τον κόσμο χαρούμενο στους δρόμους, αλλά ταυτόχρονα υπήρχε κάτι σκοτεινό στην ατμόσφαιρα. Βλέπαμε τους αντάρτες να κατεβαίνουν από τα βουνά και να μπαίνουν στην Αβάνα πάνω σε τανκς, φορώντας στρατιωτικές στολές. Ηταν επιβλητικοί και κάπως απειλητικοί, όμως ο κόσμος πανηγύριζε. Αυτό κράτησε περίπου δώδεκα ημέρες. Πολύ γρήγορα, όμως, αρχίσαμε να βλέπουμε εκτελέσεις στην τηλεόραση. Η ζωή μας άλλαξε δραματικά με τον θρίαμβο της επανάστασης».
«Θεωρούσαν ο Κάστρο και οι σύντροφοί του ότι ήταν “σταυροφόροι” ενάντια στον καπιταλισμό και στον δυτικό ιμπεριαλισμό;», τη ρωτάμε.
«Δεν ξέρω πώς ακριβώς έβλεπε τον εαυτό του (ο Φιντέλ)», απαντάει. «Αυτό που ξέρω είναι ότι χειραγωγούσε τον κουβανικό λαό ώστε να πιστεύει ότι όλος ο κόσμος παρακολουθούσε την Κούβα σαν ένα νησί στο μικροσκόπιο που αντιστεκόταν στον γίγαντα του ιμπεριαλισμού. Μας κατήχησαν με αυτόν τον τρόπο, μας χειραγώγησαν και ξεχάσαμε πώς να ζούμε. Η μητέρα μου αγκάλιασε αυτήν την ιδεολογία από την αρχή μέχρι το τέλος της ζωής της».
Δύο χρόνια μετά την αποκάλυψη της αλήθειας για τον βιολογικό της πατέρα, ο Φιντέλ της ζήτησε να λάβει το επίθετο Κάστρο. Η ίδια και η μητέρα της αρνήθηκαν. «Σε όποιον με ρωτούσε, έλεγα πάντα ότι δεν είχα καμία σχέση μαζί του. Οι άνθρωποι με πλησίαζαν απελπισμένοι. Στα πρώτα χρόνια της επανάστασης, πολλοί φυλακίστηκαν ή οι περιουσίες τους απαλλοτριώθηκαν και συχνά μου ζητούσαν να γίνω ο “αγγελιαφόρος” τους και να ζητήσω χάρες από τον πατέρα μου. Ετσι, από πολύ μικρή συνήθισα να αρνούμαι αυτή τη σχέση. Δεν επρόκειτο ξαφνικά, στην εφηβεία μου, να αλλάξω και να γίνω κάποια άλλη».
Ενα τεράστιο «τρελοκομείο»
Παρά το γεγονός ότι ήταν κόρη του ισχυρότερου ανθρώπου της Κούβας, η Αλίνα δεν ακολούθησε ποτέ την πορεία του στο «Κομμουνιστικό Κόμμα Κούβας (PCC)», το οποίο της δημιουργούσε δυσφορία. «Γιατί δεν ενταχθήκατε ποτέ στο κόμμα και στην ιδεολογία του;», ρωτάμε.
«Εγώ το έβλεπα εντελώς διαφορετικά», απαντάει. «Για μένα, το να μεγαλώνω εκεί ήταν σαν να μεγαλώνω μέσα σε ένα τεράστιο τρελοκομείο. Δεν μου άρεσε τίποτα από όσα ζούσα. Δεν μου άρεσαν οι παρελάσεις, οι στολές, ούτε το γεγονός ότι χάσαμε τον τρόπο ζωής μας από τη μια στιγμή στην άλλη. Δεν είχαμε φυσιολογική παιδική ηλικία. Μεγαλώσαμε σαν στρατιώτες και υποχρεωμένοι να κάνουμε διαρκώς πράγματα που δεν θέλαμε».
«Επρεπε να κάνουμε ό,τι έλεγε ο Κάστρο», συνεχίζει. «Ολος ο πληθυσμός έπρεπε να υπακούει στις εντολές του. Δεν μπορούσαμε να σκεφτούμε διαφορετικά. Ημασταν σαν ένας στρατός παιδιών».
Το 1993, στα 37 της, η Ρεβουέλτα καταφέρνει να διαφύγει από τη χώρα με περούκα και πλαστά έγγραφα, φτάνοντας αρχικά στη Μαδρίτη και στη συνέχεια στις ΗΠΑ. «Δεν ήταν η πρώτη φορά που προσπαθούσα να φύγω. Το 1989, όταν η Σοβιετική Ενωση εγκατέλειψε ουσιαστικά την Κούβα, η χώρα βυθίστηκε σε τεράστια κρίση. Δεν είχαμε ηλεκτρικό ρεύμα, φυσικό αέριο, σχεδόν τίποτα. Η κατάσταση ήταν τρομακτική και φοβόμουν για την κόρη μου και για μένα».
«Οι περισσότεροι δεν γνώριζαν ότι ήμουν εναντίον της κυβέρνησης και ένιωθα εντελώς εκτεθειμένη», συμπληρώνει. «Είχα προσπαθήσει ξανά να φύγω, αλλά δεν τα είχα καταφέρει. Οταν τελικά παρουσιάστηκε η ευκαιρία, ήξερα ότι έπρεπε να φύγω πρώτα εγώ, για να μπορέσω αργότερα να βγάλω και την κόρη μου από τη χώρα. Ηταν μόλις 16 ετών τότε. Ηταν μια εξαιρετικά δραματική και δύσκολη περίοδος».
«Πώς αντέδρασε ο Φιντέλ στην απόφασή σας;», ρωτάμε. «Δεν ξέρω. Δεν είχαμε καμία επικοινωνία. Ξέρω μόνο ότι με βοήθησε ο Αμερικανός πολιτικός και πάστορας Τζέσι Τζάκσον, ο οποίος πήγε στην Κούβα και κατάφερε να πείσει τον Φιντέλ να επιτρέψει στην εγγονή του να φύγει από τη χώρα».
Συζητώντας για τη σημερινή κατάσταση στην Κούβα, η Αλίνα εκφράζει ανοιχτά τη συμπαράστασή της στους Κουβανούς που επικρίνουν το καθεστώς. «Δεν υπάρχει σύγχρονη Κούβα αυτή τη στιγμή», λέει χαρακτηριστικά. «Αυτό που υπάρχει είναι μια “Κούβα του μπλακ άουτ”. Δεν υπάρχει ηλεκτρικό ρεύμα και η κατάσταση είναι τόσο άθλια, που δύσκολα μπορείς να τη φανταστείς».
«Ολα δικαιολογούνται στο όνομα της πολιτικής», δηλώνει. «Το πρόβλημα είναι ότι τα πάντα ανήκουν στο κράτος και η οικονομία ελέγχεται από τον στρατό. Η χώρα δεν παράγει σχεδόν τίποτα, δεν εξάγει ουσιαστικά τίποτα και επιβιώνει μόνο μέσω επιδοτήσεων από άλλες χώρες, όπως η Βενεζουέλα. Γι’ αυτό δεν υπάρχουν πόροι για τον πληθυσμό και η οικονομία βασίζεται κυρίως στον τουρισμό και στα ξενοδοχεία που διαχειρίζεται ο στρατός».
Τη ρωτάμε αν, ως παιδί και μέχρι την ενηλικίωσή της είχε επίγνωση των ελλείψεων και της φτώχειας που επικρατούσαν γύρω της. «Η απομόνωση ήταν πάντα ένας τρόπος ελέγχου στην Κούβα. Για πολλά χρόνια το Διαδίκτυο ήταν σχεδόν απαγορευμένο. Σήμερα όμως είναι πιο δύσκολο να διατηρηθεί αυτό το τείχος σιωπής. Υπάρχουν τα κινητά τηλέφωνα, το WhatsApp, τα κοινωνικά δίκτυα. Οι Κουβανοί βλέπουν πλέον πώς ζει ο υπόλοιπος κόσμος και μπορούν να συγκρίνουν».
«Να επιστρέψω»
Η Αλίνα παραδέχεται πως, παρά τα όσα έζησε, εξακολουθεί να νοσταλγεί την πατρίδα της. «Θα ήθελα να επιστρέψω και να περάσω εκεί τα τελευταία χρόνια της ζωής μου. Είναι η χώρα μου. Είναι το μέρος που αγαπώ και που μου λείπει».
Τη ρωτάμε ποια συμβουλή θυμάται περισσότερο από τον πατέρα της. «Δεν τον αποκαλούσα ποτέ “μπαμπά”. Κατά καιρούς μού έφερνε κάποια δώρα, αλλά μέχρι εκεί. Αυτό που θυμάμαι περισσότερο είναι μια φράση που μου είχε πει: “Αν θέλεις να γίνεις καλός κομμουνιστής, να θυμάσαι ότι το κράτος δεν πρέπει ποτέ να χάσει τον έλεγχο του εμπορίου”».

