Αντρέα Μπαγιάνι στην «Κ»: Εδειξα ότι η βία είχε γίνει αποδεκτή

Αντρέα Μπαγιάνι στην «Κ»: Εδειξα ότι η βία είχε γίνει αποδεκτή

Το μυθιστόρημα «Η επέτειος», το οικογενειακό τραύμα, η πατριαρχία, η δύναμη της λογοτεχνίας

5' 30" χρόνος ανάγνωσης

Αυτοβιογραφικό ή προϊόν μυθοπλασίας; Ισως το πιο ενδιαφέρον με την «Επέτειο» (εκδ. Ικαρος) του Αντρέα Μπαγιάνι είναι ότι αποτέλεσε την αφορμή για να ανοίξουν πολλά στόματα.

Δεν ήταν μόνο το βραβείο Strega που ανέδειξε το μυθιστόρημά του, αλλά κυρίως ότι πολλοί αναγνώστες ταυτίστηκαν με τον νεαρό ήρωά του που έφυγε από το σπίτι του για να γλιτώσει από τον βίαιο πατέρα του και, 10 χρόνια μετά, γιορτάζει την επέτειο της φυγής του.

Ο τίτλος του μυθιστορήματος δεν αφορά μια γιορτή, αλλά τη μνήμη μιας αναγκαίας φυγής από ένα σπίτι γεμάτο φόβο, σιωπή και ψυχολογική βία. Στο βιβλίο ο πατέρας παρουσιάζεται ως αυταρχικός και χειριστικός, ενώ η μητέρα ζει εγκλωβισμένη στην παθητικότητα και στην υποταγή. Μέσα από αποσπασματικές αναμνήσεις και εσωτερικούς μονολόγους, ο αφηγητής προσπαθεί να καταλάβει πώς η οικογενειακή καταπίεση διαμόρφωσε την ταυτότητά του και αν η απομάκρυνση μπορεί πραγματικά να οδηγήσει στην ελευθερία.

Με λιτή αλλά έντονα συναισθηματική γραφή, ο Μπαγιάνι, τον οποίο συναντήσαμε πριν από λίγες μέρες στην Αθήνα, εξερευνά τη μνήμη, το τραύμα και τη δύσκολη διαδικασία της προσωπικής χειραφέτησης.

– Ζούμε μέσα σε ένα καθεστώς γενικευμένης βίας. Θα μπορούσε να πει κανείς πως μαθαίνουμε τη βία μέσα από τις οικογένειές μας;

– Αυτή είναι μια πολύ ενδιαφέρουσα ερώτηση, που δεν μου την έχει κάνει ποτέ κανείς, γιατί συνήθως η συζήτηση πηγαίνει προς την αντίθετη κατεύθυνση. Νομίζω πως όταν άρχισα να γράφω την «Επέτειο», αλλά και όταν εκδόθηκε, το πρώτο που συνέβη ήταν ότι πολλοί αναγνώρισαν τη βία ως ένα από εκείνα τα στοιχεία που κρατούσαν μυστικά, σχεδόν λογοκριμένα. Και όταν άρχισα να μιλάω, κυρίως στο εξωτερικό, κατάλαβα ότι αυτό δεν ήταν ένα αποκλειστικά ιταλικό ζήτημα.

– Γιατί το πιστεύατε αυτό;

– Διότι στην Ιταλία ο άγραφος, αρχαϊκός και φυλετικός νόμος της οικογένειας προηγείται του νόμου του κράτους. Και έτσι βλέπουμε ότι, κατά κάποιο τρόπο, ένα «φυλετικό κράτος» υπερισχύει του κράτους δικαίου, ενώ ταυτόχρονα το διαπερνά και το γεμίζει. Η ερώτησή σας με κάνει να σκέφτομαι πως η ανεξέλεγκτη βία που βλέπουμε σήμερα, παντού στον κόσμο, αποκαλύπτει έναν πολιτικό κατακλυσμό: το τέλος της ύπαρξης των κρατών ως εγγυητών του δικαίου και της ελευθερίας των ανθρώπων.

– Θεωρείτε ότι ο πυρήνας αυτού του βιβλίου είναι βαθιά πολιτικός;

– Η σύντομη απάντηση είναι «ναι». Η πιο εκτεταμένη απάντηση είναι ότι αυτή τη βαθιά πολιτική φύση του βιβλίου την ανακάλυψα με τον χρόνο. Υπήρχε εξαρχής ένα πολιτικό στοιχείο: η συνείδηση ότι η οικογένεια είναι ένας πολιτικός οργανισμός και ότι η οργάνωσή της στηρίζεται σε μια πολιτική αντίληψη για τους ρόλους των φύλων. Αυτό που συνέβη όταν το βιβλίο βγήκε στα βιβλιοπωλεία ήταν ότι μετατράπηκε σχεδόν αμέσως σε κάτι σαν ιό –έναν επικίνδυνο ιό, κατά κάποιο τρόπο–, γιατί αποκάλυπτε κάτι βαθιά συλλογικό. Αυτό έδωσε στο βιβλίο έναν πολιτικό τόνο που εγώ δεν είχα προβλέψει και για την οποία είμαι περήφανος.

– Η φυγή του νεαρού πρωταγωνιστή σας έχει το στοιχείο της επιβίωσης. Την ίδια στιγμή, πολλά παιδιά μένουν εγκλωβισμένα υπομένοντας την καθημερινή βία.

– Οντως, κάποιος φεύγει για να επιβιώσει. Ταυτόχρονα όμως, η πραγματικότητα είναι πολύ σκληρή. Το θέμα της φυγής αγγίζει την πολιτική φύση του βιβλίου, που είναι η διεκδίκηση του δικαιώματος να νιώθει κάποιος ασφαλής. Υπάρχει το δικαίωμα να σπάσει κανείς το απαραβίαστο ταμπού –όχι μόνο στην Ιταλία αλλά και αλλού–, σύμφωνα με το οποίο ό,τι συμβαίνει μέσα σε μια οικογένεια πρέπει να μένει μυστικό, ακόμη και η βία. Φυσικά υπάρχει ένα πολύ ισχυρό ένστικτο επιβίωσης. Και βλέπουμε ότι αυτό το ένστικτο, σε όλα τα μέρη του κόσμου, κάνει τους ανθρώπους να φεύγουν. Τους κάνει να διασχίζουν τη Μεσόγειο, να περνούν σύνορα. Είναι κάτι που δεν εξαρτάται από το πόσα χρήματα έχει κανείς. Οταν το διαζύγιο δεν είχε γίνει ακόμη αποδεκτό, πολλοί πίστευαν ότι μόνο όσοι είχαν χρήματα μπορούσαν να απομακρυνθούν.

Αντρέα Μπαγιάνι στην «Κ»: Εδειξα ότι η βία είχε γίνει αποδεκτή-1

– Η μητέρα του πρωταγωνιστή βρίσκεται κι αυτή κάτω από τη «σιδερένια στέγη» του πατέρα.

– Αυτό είναι επίσης ένα πολιτικό στοιχείο. Γιατί αυτό που προέκυψε μετά την έκδοση του βιβλίου ήταν ότι εκατοντάδες, χιλιάδες άνθρωποι έλεγαν ότι είχαν ζήσει μέσα ακριβώς στον ίδιο τύπο οικογένειας. Και αυτό σημαίνει ότι ένας συγκεκριμένος τύπος οικογένειας –που μπορούμε να τον πούμε παραδοσιακό ή πατριαρχικό–, όπου ο άνδρας ασκεί εξουσία μόνο και μόνο λόγω φύλου, δεν δημιουργήθηκε τυχαία, αλλά μέσω μιας πολιτικής επιλογής που προέβλεπε την υποταγή της γυναίκας. Και δεν είναι τυχαίο ότι σε πολλά μέρη του κόσμου το βιβλίο υποστηρίζεται από τις φεμινίστριες.

– Το πατριαρχικό μοτίβο μοιάζει με σκυταλοδρομία: περνάει από γενιά σε γενιά. Μπορούν τα νέα παιδιά να σπάσουν αυτή την αλυσίδα;

– Αυτός είναι ακριβώς ο μικρός σεισμός που προκάλεσε το βιβλίο: ότι η αφηγηματική φωνή είναι ενός άνδρα. Και μάλιστα ενός άνδρα του οποίου η πρώτη κίνηση είναι να αρνηθεί την πατριαρχική κληρονομιά. Αποφασίζει να σβήσει το… φως του πατέρα και να το στρέψει προς εκείνο το κομμάτι της οικογένειας που πολιτικά θεωρείται κατώτερο. Στον λόγο μου κατά την απονομή του βραβείου Strega, είπα ότι για εμένα η λογοτεχνία αμφισβητεί την επίσημη εκδοχή των πραγμάτων – και ότι η επίσημη εκδοχή της πατριαρχικής οικογένειας πρέπει να αμφισβητηθεί από τους άνδρες. Και αυτό εξόργισε πολλούς άνδρες.

– Εσείς πάντως τον πατέρα δεν τον παρουσιάζετε σαν ένα τέρας. Είναι ένας συνηθισμένος άνθρωπος. Αυτό που λέμε «της διπλανής πόρτας».

– Μου αρέσει πολύ που είδατε ότι μπορεί να είναι ο άνθρωπος της διπλανής πόρτας. Γιατί όσοι αμύνονται –οι πατριαρχικοί άνδρες– τείνουν να λένε: «Αυτή είναι μια ακραία ιστορία. Καμία άλλη οικογένεια δεν είναι έτσι. Είναι μια εξαίρεση». Για εμένα, όμως, το να δείξεις ταυτόχρονα τη δύναμη μιας βίας που εκατομμύρια άνθρωποι έχουν αποδεχθεί ως φυσιολογική είναι ακριβώς η δύναμη της λογοτεχνίας. Αυτό που προσπάθησα να κάνω ήταν να δείξω πως όλη αυτή η βία, που μπαίνει και βγαίνει από τα σπίτια και από τις λέξεις, είχε γίνει πλέον αποδεκτή. Και αυτό έπρεπε να αποκαλυφθεί. Εγραψα την πρώτη εκδοχή του βιβλίου μέσα σε είκοσι ημέρες. Ομως η σημαντικότερη δουλειά ήταν οι 22 νέες εκδοχές στα τρία επόμενα χρόνια. Αυτό που με ενδιέφερε ήταν να ασκηθώ στην ενσυναίσθηση.

– Στις μέρες μας βλέπουμε μια νέα γενιά συγγραφέων στην Ευρώπη να στρέφεται στα κοινωνικά προβλήματα της καθημερινότητας. Ισως επειδή οι «μεγάλες ιδέες» δεν υπάρχουν πια. Τι λέτε γι’ αυτό;

– Νομίζω ότι για να απαντήσουμε σε αυτό πρέπει να επιστρέψουμε στην πρώτη ερώτηση. Δηλαδή στο γεγονός ότι, αφού χάθηκε το κράτος και χάθηκε η πολιτική, οι πολίτες έμειναν γυμνοί. Και αυτό συνεπάγεται δύο πράγματα: από τη μία, μια τεράστια μοναξιά και κοινωνική βία, και από την άλλη, μια τεράστια έκθεση. Και πιστεύω ότι εδώ παρεμβαίνει η λογοτεχνία: για να αφηγηθεί τον γυμνό άνθρωπο, τον μοναχικό άνθρωπο. Δηλαδή, αφού εξαφανίστηκαν οι μεγάλες πολιτικές και ιδεολογικές αφηγήσεις, άνδρες και γυναίκες βρίσκονται πλέον στην ανάγκη να επινοήσουν μόνοι τους μια ιστορία για τον εαυτό τους.

comment-below Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή

Editor’s Pick

ΤΙ ΔΙΑΒΑΖΟΥΝ ΟΙ ΣΥΝΔΡΟΜΗΤΕΣ

MHT