«Φθάσαμε στο τέλος του δρόμου. Η Βαρκελώνη δεν μπορεί να φιλοξενήσει άλλους επισκέπτες. Δεν θέλουμε άλλους τουρίστες, ούτε έναν. Πρέπει, όμως, να διαχειρισθούμε όσους έχουμε». Με αυτές τις δηλώσεις στον Guardian ο επίτροπος Βιώσιμης Τουριστικής Ανάπτυξης της Βαρκελώνης, Χοσέ Αντόνιο Ντοναΐρ, κατέστησε σαφές πως η δημοφιλής ισπανική πόλη έχει φτάσει στο «πικ» του υπερτουρισμού.
Με τη δημοτική αρχή να ανακοινώνει μία σειρά μέτρων, όπως αφαίρεση αδειών από 10.000 νόμιμα καταλύματα βραχυχρόνιας μίσθωσης, προσφορά κινήτρων σε ιδιοκτήτες προκειμένου να διαθέσουν τα ακίνητά τους για μακροχρόνια ενοικίαση, περιορισμός ημερήσιων εκδρομέων που φθάνουν στη Βαρκελώνη με πούλμαν και μείωση ελλιμενισμού κρουαζιερόπλοιων, η καταλανική πρωτεύουσα θέλει να γίνει ξανά φιλική προς τους κατοίκους της.
«Το κάρο μπήκε μπροστά από το άλογο»
Πώς η Βαρκελώνη έφτασε, όμως, στον τουριστικό κορεσμό και ποιες παράμετροι δεν λήφθησαν σοβαρά υπόψη τα τελευταία χρόνια, με αποτέλεσμα η ζωή εκεί να γίνει αποδεδειγμένα ανυπόφορη για τους μόνιμους κατοίκους της; H Μέγκαν Επλερ Γουντ, ιδρύτρια του προγράμματος βιώσιμης τουριστικής διαχείρισης STAMP του Πανεπιστημίου Cornell, ερευνήτρια και συγγραφέας σε θέματα βιώσιμου τουρισμού, σημειώνει σε συνέντευξή της στην «Κ» πως στην περίπτωση της Βαρκελώνης είναι σαφές ότι το λιμάνι επεκτάθηκε γρήγορα για να εξυπηρετήσει περισσότερο τουρισμό. Το ίδιο, κατά την άποψή της, συνέβη και στη Βενετία.

Ποιο είναι όμως εδώ το πρόβλημα; «Το πρόβλημα είναι πως το κάρο μπήκε μπροστά από το άλογο, με την έννοια ότι ο τουρισμός στη Βαρκελώνη αντιμετωπίστηκε ως ζήτημα επέκτασης λιμανιών και όχι ως ζήτημα της ταξιδιωτικής οικονομίας, το οποίο απαιτεί προσεκτική οικονομική, περιβαλλοντική και κοινωνική εποπτεία ανάπτυξης», σημειώνει.
Για την ειδικό αυτό που αλλάζει τώρα είναι πως η Βαρκελώνη δημιουργεί μια κεντρική αρχή για την ταξιδιωτική οικονομία, η οποία επιβλέπει ποια είναι τα οφέλη για το κοινό, καθώς και ποια χρηματοδότηση και ποιες ενέργειες χρειάζονται σε κάθε βήμα. «Αυτό είναι κρίσιμης σημασίας, είτε πρόκειται για αεροδρόμια, λιμάνια κρουαζιέρας ή ξενοδοχεία, παρότι στην πράξη μπορεί να είναι πολύ δύσκολο να επιτευχθεί, καθώς ο τουρισμός είναι εξαιρετικά πολυεπιστημονικός. Ομως, το να οργανωθεί αυτή η προσπάθεια υπό τον δήμαρχο και τον διευθυντή Βιώσιμου Τουρισμού είναι μια αρχή», προσθέτει.
Κόκκινες γραμμές
Το μόνο σίγουρο είναι πως στην περίπτωση της Βαρκελώνης, ενός προορισμού που έχει χαρακτηριστεί «city break», υπήρχαν «red flags». Σύμφωνα μάλιστα με την ειδικό, αυτές οι κόκκινες γραμμές που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη είναι ίδιες για όλους του δημοφιλείς τουριστικούς προορισμούς και είναι οι εξής:
- Δαπάνες κάτω των 5 δολαρίων ανά τουρίστα κατά τη διάρκεια της στάσης του στον προορισμό.
- Αύξηση των ενοικίων που αναγκάζει τους ντόπιους να εγκαταλείψουν τις γειτονιές τους.
- Οταν οι σημαντικές πολιτιστικές περιοχές κατακλύζονται από επισκέπτες χωρίς κανέναν έλεγχο της ζήτησης.
- Οταν σημαντικά τοπόσημα της ζωντανής πολιτιστικής κληρονομιάς (όπως οι αγορές) δεν ενδιαφέρουν πλέον τους μόνιμους κατοίκους.
- Οταν σε περιοχές, ιδιαίτερα στο παραλιακό μέτωπο, γίνονται οικιστικά αναπτυξιακά έργα τα οποία στην πράξη δεν είναι προσβάσιμα στους ντόπιους.
- Οι υπερφορτωμένες τοπικές υποδομές που δεν μπορούν να καλύψουν τη ζήτηση για νερό και ηλεκτρική ενέργεια χωρίς να αυξάνονται παράλληλα οι τιμές και για τους κατοίκους.
- Η αγνόηση διαχείρισης απορριμμάτων και αποβλήτων όσο αυξάνεται ο τουρισμός.
Αγνοια
Παρότι οι ειδικοί σε θέματα βιώσιμου τουρισμού γνωρίζουν, όπως αποδεικνύεται παραπάνω, με ακρίβεια τις πολιτικές που οδηγούν μία πόλη στα όρια του υπερτουρισμού, δεν φαίνεται να ισχύει το ίδιο και για τους υπεύθυνους λήψης αποφάσεων των πόλεων. Οπως σημειώνει η Γουντ, «στην έρευνα με τίτλο “Προορισμοί σε Κίνδυνο: Το Αόρατο Βάρος του Τουρισμού” διαπιστώσαμε ότι πολλές περιοχές στην Ευρώπη και σε όλο τον κόσμο δεν έχουν ιδέα πότε φτάνουν στο μέγιστο σημείο κορεσμού τουριστών σε σχέση με τους κατοίκους. Εμείς προτείνουμε να αντιμετωπιστεί ως ένα ζήτημα περιφερειακού σχεδιασμού και δημοσιονομικής πολιτικής. Στην πράξη ειδικοί στον βιώσιμο τουρισμό μπορούν να εργάζονται για να “διαγνώσουν” τι απαιτείται να γίνει προκειμένου να μειωθούν οι επιπτώσεις των αυξημένων τουριστικών ροών πριν ακόμη ληφθούν αποφάσεις που αποδεδειγμένα οδηγούν σε αύξηση τουριστών, όπως παραδείγματος χάριν νέες θέσεις ελλιμενισμού κρουαζιερόπλοιων ή επεκτάσεις αεροδρομίων».
Αλλαγή μοντέλου διαχείρισης
Προκειμένου να αποφευχθεί η συσσώρευση λάθων που οδηγούν με μαθηματική ακρίβεια στον υπερτουρισμό, η ειδικός επαναλαμβάνει την ανάγκη για τη δημιουργία ενός μοντέλου διαχείρισης που θα επιτρέπει στους ιθύοντες να αναπτύξουν ένα σύστημα παρακολούθησης των οικονομικών, κοινωνικών και περιβαλλοντικών επιπτώσεων. «Πρακτικά αυτό μπορεί να γίνει με τη χρήση δορυφορικών και άλλων ψηφιακών τεχνολογιών. Το σκεπτικό είναι το σύστημα να λειτουργεί με βάση δεδομένα που δείχνουν ότι μια περιοχή πλησιάζει σε σημεία καμπής, που η περιφερειακή αρχή δεν μπορεί πλέον να αντέξει οικονομικά την επιπλέον ενεργειακή, απορριμματική ή υδατική υποδομή ανά τουρίστα, επειδή οι τουριστικοί φόροι δεν εφαρμόζονται για τη διαχείριση του όγκου του τουρισμού ή της χρήσης υποδομών ανά τουρίστα», επεξηγεί η ειδικός. Η ίδια προσθέτει πως στο πρόγραμμα STAMP οι καθηγητές προτείνουν οι τοπικές αρχές να αντιμετωπίζουν τους προορισμούς τους ως ένα περιουσιακό στοιχείο που οφείλουν να προστατεύσουν.
Οσο για το αν πιστεύει ότι υπάρχει ρεαλιστικός τρόπος ώστε η λειτουργία των βραχυχρόνιων μισθώσεων να μη λειτουργεί εις βάρος των μόνιμων κατοίκων της πόλης, η Μέγκαν Επλερ Γουντ απαντά θετικά ξεκαθαρίζοντας πως παρότι δεν έχει καμία σχέση με το Airbnb, ούτε επαγγελματικά ούτε ακαδημαϊκά, οι προτάσεις της εταιρείας προς την Ευρωπαϊκή Eνωση, στην επιστολή προς τον δήμαρχο της Βαρκελώνης, δεν αποτελούν παράδειγμα εταιρείας που αγνοεί το πώς να διαχειρίζεται τις επιπτώσεις της.
«Οι προτάσεις της, όπως να χρησιμοποιούνται δεδομένα για τη διακυβέρνηση των περιοχών όπου εμφανίζεται στεγαστική πίεση και η διάκριση μεταξύ επαγγελματιών και περιστασιακών οικοδεσποτών στις βραχυχρόνιες μισθώσεις, μου φαίνονται δίκαιες. Oταν, όμως, οι υποστηρικτές της βραχυχρόνιας μίσθωσης προσπαθούν να εμποδίσουν κάθε περιορισμό και κάθε κρατικό έλεγχο στη λειτουργία της, τότε είναι σαφές πως δεν προστατεύονται οι κάτοικοι και τα δικαιώματα της τοπικής κοινότητας», καταλήγει.


