Λουκάς Καρυτινός στην «Κ»: Ούτε μίμηση ούτε αυθαιρεσία

Λουκάς Καρυτινός στην «Κ»: Ούτε μίμηση ούτε αυθαιρεσία

Η συναυλία για τον Χατζιδάκι, το «Χαμόγελο της Τζοκόντας», η ευθύνη για το έργο

4' 13" χρόνος ανάγνωσης
Φόρτωση Text-to-Speech...

Η πρώτη επαφή που είχε ο αρχιμουσικός Λουκάς Καρυτινός με τα τραγούδια από το «Χαμόγελο της Τζοκόντας» δεν ήταν, όπως θα περίμενε κανείς, από τον ομώνυμο δίσκο. Εκείνα τα χρόνια, στα μέσα της δεκαετίας του 1960, η μουσική ερχόταν κυρίως από το ραδιόφωνο, αποσπασματικά, σχεδόν τυχαία. «Και μόλις άκουγες κάτι που σε συγκινούσε, έτρεχες στο πιάνο και προσπαθούσες, με το αυτί, να το αναπαραγάγεις», θυμάται ο ίδιος. «Και όταν τελικά άκουσα την ηχογράφηση, ήταν σαν μια επιβεβαίωση, σαν να συναντούσα ξανά κάτι που ήδη είχα κάνει δικό μου».

Αφορμή για τη συνέντευξή μας με τον μαέστρο και καλλιτεχνικό διευθυντή της Κρατικής Ορχήστρας Αθηνών είναι η συναυλία «Η Αμερική του Μάνου Χ – Μέρος Α΄», που θα πραγματοποιηθεί στο Ηρώδειο, στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών. Η ΚΟΑ επιστρέφει στις δύο μεγάλες παρτιτούρες του Χατζιδάκι, «Το Χαμόγελο της Τζοκόντας» (1965) και τη μουσική για την κινηματογραφική ταινία γουέστερν «Blue» (1968), τιμώντας τη συμπλήρωση ενός αιώνα από τη γέννηση του αγαπημένου συνθέτη.

– Το «Χαμόγελο της Τζοκόντας» είναι ίσως το πιο αναγνωρίσιμο έργο του Χατζιδάκι. Τι το καθιστά τόσο διακριτό;

– Είναι πράγματι ένα έργο που τον καθόρισε σε πολύ μεγάλο βαθμό. Γράφτηκε το 1965, σε μια μεταβατική στιγμή της ζωής του, και κουβαλάει ήδη μέσα του αυτό το άνοιγμα προς έναν ευρύτερο κόσμο. Εκεί αρχίζουν να διακρίνονται καθαρά οι μπαρόκ αναμνήσεις του, όχι ως στείρα αναφορά, αλλά ως μια εσωτερικευμένη γλώσσα, που συναντά την ελληνική καταγωγή του. Και αυτό είναι το θαυμαστό: δεν πρόκειται για μια απλή συνύπαρξη στοιχείων, αλλά για μια οργανική σύνθεση που γεννάει κάτι ενιαίο, με μια καθολική, σχεδόν παγκόσμια απήχηση. Ο «μπαρόκ» Χατζιδάκις και ο «Ελληνας» Χατζιδάκις συνυπάρχουν και τελικά συγχωνεύονται σε ένα αποτέλεσμα ενιαίο, εξαιρετικά ισορροπημένο. Αυτό το κράμα είναι που δίνει στο έργο αυτή τη μοναδική ταυτότητα.

– Ενα τόσο αγαπητό έργο δημιουργεί άραγε μια ιδιαίτερη πίεση στην ερμηνεία του;

– Βεβαίως, και μάλιστα μια πίεση ιδιότυπη. Από τη μία πλευρά, υπάρχει η τεράστια αναγνωρισιμότητα – όλοι έχουν μέσα τους μια «μνήμη» του έργου, συχνά συνδεδεμένη με συγκεκριμένες ηχογραφήσεις. Από την άλλη, υπάρχει η ευθύνη απέναντι στην παρτιτούρα. Το ζητούμενο, λοιπόν, είναι να μη διολισθήσεις ούτε στη μίμηση ούτε στην αυθαιρεσία. Να μην αναπαραγάγεις κάτι ήδη ειπωμένο, αλλά και να μην προδώσεις το πνεύμα του συνθέτη. Ο Χατζιδάκις δεν ενδιαφερόταν απλώς να συγκινήσει – ήθελε να το κάνει με έναν τρόπο απολύτως προσωπικό και αληθινό. Αυτό καλούμαστε να υπηρετήσουμε κι εμείς: μια συγκίνηση που δεν είναι επιφανειακή, αλλά ουσιαστική.

– Εσείς, έχοντας διευθύνει το έργο τόσες φορές, αισθάνεστε ότι το «κατέχετε»;

– Θα έλεγα ότι η έννοια της «κατοχής» είναι κάπως παραπλανητική στη μουσική. Κάθε φορά που ανοίγω την παρτιτούρα, προσπαθώ να την προσεγγίσω σαν να τη βλέπω για πρώτη φορά. Σαν να είναι ένα παρθένο έδαφος. Αυτό δεν σημαίνει ότι αγνοώ την εμπειρία μου –αντιθέτως, την κουβαλώ–, αλλά δεν την αφήνω να με εγκλωβίσει. Η ζωντανή σχέση με ένα έργο προϋποθέτει αυτή την αίσθηση της εκ νέου αναμέτρησης.

Κάθε φορά που ανοίγω την παρτιτούρα, προσπαθώ να την προσεγγίσω σαν να τη βλέπω για πρώτη φορά. Σαν να είναι ένα παρθένο έδαφος.

– Παρατηρείται ότι οι μουσικοί αγαπούν ιδιαίτερα να παίζουν Χατζιδάκι. Πού οφείλεται αυτό;

– Νομίζω σε μια πολύ βαθιά ποιότητα της μουσικής του, που δεν έχει περιττά στοιχεία. Δεν υπάρχουν νότες που να αισθάνεσαι ότι «περισσεύουν». Υπάρχει μια σπάνια οικονομία, που όμως δεν στερεί τίποτε από την εκφραστικότητα, αντιθέτως την ενισχύει. Σε αγγίζει άμεσα, σχεδόν ακαριαία, αλλά όχι επιφανειακά. Είναι ειλικρινής μουσική, με την έννοια ότι δεν επιδιώκει να εντυπωσιάσει, αλλά να επικοινωνήσει. Και, παρότι είναι βαθιά επεξεργασμένη πνευματικά, το τελικό της αποτύπωμα είναι συναισθηματικό – φωλιάζει στην καρδιά. Ισως γιατί ο ίδιος ο Χατζιδάκις είχε αυτή τη σπάνια ικανότητα της αφαίρεσης: τον απασχολούσε όχι τόσο τι θα γράψει, όσο τι θα απορρίψει. Και αυτή η αυστηρότητα οδηγεί σε μια συμπύκνωση που είναι εξαιρετικά δυνατή.

– Πηγαίνοντας στο «Blue», ποια είναι η θέση του μέσα στο συνολικό έργο του συνθέτη;

– Η ταινία για την οποία γράφτηκε μπορεί να μην είχε ιδιαίτερη απήχηση, όμως η μουσική της απέκτησε αυτόνομη ζωή. Και αυτό δεν είναι τυχαίο. Πρόκειται ουσιαστικά για μια ορχηστρική σύνθεση με έντονο τον ρόλο της κιθάρας, που διατρέχει το έργο από την αρχή έως το τέλος. Δεν θα το χαρακτήριζα αυστηρά ως κοντσέρτο, αλλά έχει στοιχεία που παραπέμπουν σε αυτήν τη μορφή. Ταυτόχρονα, είναι μία από τις λίγες παρτιτούρες του Χατζιδάκι που γράφτηκαν για μεγάλη ορχήστρα.

– Ποια στοιχεία από την αμερικανική κουλτούρα διακρίνετε σε αυτά τα δύο έργα;

– Θα έλεγα ότι εκείνο που τα διαπερνά, έστω και υπόγεια, είναι μια νέα αντίληψη για τον ήχο – ακόμη και για τον «θόρυβο» ως εκφραστικό στοιχείο. Δεν μιλάμε για το ροκ με τη στενή έννοια, αλλά για μια ενέργεια που συνδέεται με το ξύπνημα της νεολαίας στα τέλη της δεκαετίας του ’60. Εκείνη την εποχή, η μουσική παύει να είναι απλώς συνοδευτικό στοιχείο της ζωής και γίνεται σχεδόν ο πυρήνας της. Η ροκ με την εκκωφαντική της δύναμη έρχεται και ταράζει τα πάντα, ανακατεύει, θα έλεγε κάποιος, τα σωθικά του ακροατή.

Η συναυλία «Η Αμερική του Μάνου Χ – Μέρος Α΄» θα πραγματοποιηθεί στις 10 Ιουνίου στο Ηρώδειο.

comment-below Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή

Editor’s Pick

ΤΙ ΔΙΑΒΑΖΟΥΝ ΟΙ ΣΥΝΔΡΟΜΗΤΕΣ

MHT