Ζουλιέν Γκριβέλ στην «Κ»: «Ανείπωτη τιμή για εμένα η ελληνική ιθαγένεια»

Ζουλιέν Γκριβέλ στην «Κ»: «Ανείπωτη τιμή για εμένα η ελληνική ιθαγένεια»

Ο 83χρονος Ελβετός οδοντίατρος, που επί χρόνια φρόντιζε εθελοντικά χανσενικούς, έλαβε τιμητικώς την ελληνική ιθαγένεια

4' 54" χρόνος ανάγνωσης
Φόρτωση Text-to-Speech...

Ο Ζουλιέν Γκριβέλ ανακαλεί ακόμη εκείνη τη συνάντηση που είχε πριν από δεκαετίες με έναν χανσενικό (λεπρό) στο νοσοκομείο λοιμωδών νόσων «Αγία Βαρβάρα». Τον πέτυχε σε ένα παγκάκι, με βλέμμα χαμένο στο κενό. Πλησίασε, χαιρέτησε, κάθισε δίπλα του. Ο άνδρας του είπε ότι πριν από πέντε χρόνια είχε χάσει τη σύζυγό του, πριν από ένα χρόνο του έκοψαν το πόδι και σε λίγο καιρό θα έχανε και το φως του. «Ταυτόχρονα περνούσε κάτω από τη μύτη του ένα κλωναράκι λεβάντας και μου έλεγε πόσο του αρέσει αυτό το άρωμα», θυμάται ο Ελβετός οδοντίατρος. «Από τη μια, η απελπισία και από την άλλη, η ανακούφιση. Εχασε το φως του, αλλά αυτός ο άνθρωπος δεν άφησε το σκοτάδι να κυριεύσει τις σκέψεις του».

Επί χρόνια ο κ. Γκριβέλ επισκεπτόταν την Ελλάδα και πρόσφερε εθελοντικά τις υπηρεσίες του στους χανσενικούς της «Αγίας Βαρβάρας», πολλοί εκ των οποίων είχαν μεταφερθεί εκεί από τη Σπιναλόγκα. Αυτή η ανιδιοτελής αποστολή τον βοήθησε να ανακαλύψει και τον εαυτό του, να μάθει να ξεφορτώνεται «τις λεπτομέρειες της ζωής». Συνδέθηκε με τη χώρα, την αγάπησε μέσα από τους ανθρώπους της, αλλά και τα γράμματα. Την περασμένη Τρίτη του απονεμήθηκε τιμητικά η ελληνική ιθαγένεια. «Δεν το περίμενα, αλλά είναι το καλύτερο δώρο», λέει στην «Κ». «Είναι μια ανείπωτη τιμή για εμένα. Επί τόσα χρόνια, αυτή η αποστολή ήταν σιωπηλή».

Δεν το περίμενα, αλλά είναι το καλύτερο δώρο. Μια ανείπωτη τιμή για εμένα. Επί τόσα χρόνια, αυτή η απο- στολή ήταν σιωπηλή.

Σε μία από τις αναμνηστικές φωτογραφίες της τελετής ορκωμοσίας, πλάι στον γενικό γραμματέα Ιθαγένειας Δημήτρη Κάρναβο, με το πιστοποιητικό πολιτογράφησης στα χέρια, η όψη του 83χρονου Γκριβέλ μαρτυράει τη συγκίνησή του. Εχει κατακόκκινα μάγουλα, σαν μικρό παιδί. Ο ίδιος περιγράφει την εμπειρία του στην Ελλάδα σαν «μια εσωτερική κατάδυση». «Μου έμαθε αυτό το ταξίδι ότι όταν εξαφανίζονται η προκατάληψη και ο φόβος, η συνάντηση μεταξύ δύο διαφορετικών κόσμων είναι δυνατή χάρη στην αποδοχή, στον σεβασμό και στην αγάπη», τονίζει.

Ο πρώτος ασθενής

Ολα ξεκίνησαν το 1972, μετά την πρόταση ενός φίλου του να ταξιδέψει από τη Γενεύη στην Ελλάδα για να φροντίσει έναν χανσενικό ασθενή. Θυμάται να ακούει τότε μέσα του δύο φωνές. Η μία του έλεγε: «Πήγαινε, αξίζει». Και η άλλη προσπαθούσε να τραβήξει τα χαλινάρια. «Περίμενε, εξασφάλισε το μέλλον σου», πρόσταζε. Ακολούθησε την πρώτη. «Δεν είχα φόβο. Παραδιδόμουν στις αβεβαιότητες ενός άγνωστου κόσμου, αλλά κάτι μου άρεσε σε αυτό», λέει. «Τόλμησα, άκουσα την εσωτερική μου λύρα. Παρόρμηση. Και είχα δίκιο». Εκείνος ο πρώτος ασθενής του ονομαζόταν Επαμεινώνδας Ρεμουντάκης. Συναντήθηκαν στο νοσοκομείο, κάτω από τον ίσκιο μιας συκιάς, προτού τον φιλέψει ρακή στο δωμάτιό του. Η ασθένεια τον είχε σημαδέψει έντονα. Ηταν τυφλός, παραμορφωμένος, άνθρωπος χωρίς προφίλ, αλλά με αγέρωχο παράστημα, όπως τον περιέγραψε αργότερα σε ένα βιβλίο του ο οδοντίατρος.

Ζουλιέν Γκριβέλ στην «Κ»: «Ανείπωτη τιμή για εμένα η ελληνική ιθαγένεια»-1
Ο Ζουλιέν Γκριβέλ στην τελετή ορκωμοσίας του μαζί με τον γενικό γραμματέα Ιθαγένειας, Δημήτρη Κάρναβο.

«Οταν βλέπω έναν ασθενή, προτού εξετάσω τα δόντια του, κοιτάζω τον ίδιο τον άνθρωπο. Τον ρώτησα “από πού είσαστε”, αντί να μείνω παγωμένος από συγκίνηση», θυμάται. Αυτή η ερώτηση ελάφρυνε το κλίμα και ο Ρεμουντάκης ξεκίνησε να μιλάει για τη ζωή του πριν από την αρρώστια.

Ο κ. Γκριβέλ περιγράφει ακόμη μία σκηνή από εκείνη την πρώτη συνάντηση. Οταν έφτασε η ώρα της εξέτασης, ο Ρεμουντάκης στράφηκε προς τη γυναίκα του και ζήτησε να του ανάψει τσιγάρο, λες και θα ήταν το τελευταίο του. «Αυτός ο άνθρωπος, που είχε δοκιμαστεί τόσο πολύ στη ζωή, έκανε μπροστά μου σαν φοβιτσιάρικο παιδί. Γελάσαμε όλοι τόσο πολύ», λέει.

Το 1978 ο τότε υπουργός Υγείας Σπύρος Δοξιάδης χορήγησε άδεια στον κ. Γκριβέλ για να εξακολουθήσει να επισκέπτεται εθελοντικά την «Αγία Βαρβάρα». Φρόντιζε τις οδοντοστοιχίες των ασθενών εκεί μέχρι και το 1998, περνώντας συνολικά από τέσσερις έως και έξι εβδομάδες τον χρόνο στην Αθήνα. Η εμπειρία του πλάι στους χανσενικούς τον εμπλούτισε. Ανακάλυψε, όπως λέει, ότι μέσα σε κάθε δάκρυ βρίσκεται λίγο φως. «Πολύ συχνά αναρωτήθηκα πώς έχουν ανεχθεί ότι αυτή η ζωή τούς έκλεβε τη γιορτή, τους σακάτεψε όλο τους το βιος. Είδα ανθρώπους που ζούσαν με τον καλύτερο δυνατό τρόπο, παρά τις δοκιμασίες».

Στις πρώτες συναναστροφές στην «Αγία Βαρβάρα», δεν γνώριζε ακόμη «ούτε τα κολλυβογράμματα», όπως λέει. Είχε τότε ένα αυτοσχέδιο οδοντιατρικό λεξικό, κρεμασμένο σαν σκονάκι στον τοίχο, με τις φράσεις: «Ανοίξτε το στόμα σας. Φτύστε στη λεκάνη. Θα σας κάνω σφράγισμα». Με τον καιρό έμαθε άπταιστα την ελληνική γλώσσα. Τον συνάρπαζαν οι άνθρωποι και οι λέξεις. «Ηρθε μια μέρα μια γυναίκα, στα μαύρα, εύθραυστη σαν παπαρούνα», λέει. «Φορούσε μαύρα για τον σύζυγο που έχασε, για τους φίλους, την ομορφιά της, τα όνειρά της. Επρεπε να της βγάλω ένα δόντι χαλασμένο. Ολα πήγαν καλά και στο τέλος έπιασε με τα ακρωτηριασμένα χέρια της το δικό μου, το φίλησε και είπε: “γεια στα χέρια σου”. Δεν ήταν ένα απλό ευχαριστώ. Είχε μεγαλύτερη διάσταση για εμένα».

Στα τέλη του ’70 γνώρισε στην Ελβετία τη μετέπειτα σύζυγό του, Κριστιάν. Ηταν νοσοκόμα και δέχθηκε αυθόρμητα να τον ακολουθήσει στην αποστολή του. Αργότερα παντρεύτηκαν στο δημαρχείο της Αγίας Βαρβάρας. Πριν από λίγα χρόνια ανακηρύχθηκε εκεί επίτιμος δημότης, ενώ το ξενοδοχείο Dorian Inn στην Ομόνοια, όπου πάντοτε μένει σε κάθε του επίσκεψη, έδωσε στον δέκατο όροφο το όνομά του. «Στο ελληνικό διαβατήριο θα ζητήσω να γράψουν στον τόπο γέννησης “Αγία Βαρβάρα”», λέει γελώντας.

«Σμιλεμένες ψυχές»

Το 2024 ο σκηνοθέτης Σταύρος Ψυλλάκης παρουσίασε στο βραβευμένο ντοκιμαντέρ «Σμιλεμένες ψυχές» την ιστορία του οδοντιάτρου. «Ηθελα απλώς να σταθώ πλάι του. Να δω πώς ένας άνθρωπος μπορεί να κοιτάζει τη φθορά και να βλέπει μέσα της ομορφιά. Να μεταμορφώνει το τραύμα σε φως. Να ζει μέσα στη φθορά, χωρίς να πικραίνεται, να γερνά με γαλήνη», είχε πει ο σκηνοθέτης σε μια προβολή της ταινίας στη Γενεύη.

«Εχω δύο πατρίδες, αλλά δεν έχω δύο ταυτότητες», λέει ο κ. Γκριβέλ μετά την τιμητική απονομή της ελληνικής ιθαγένειας. «Δεν ανήκω εντελώς στην Ελλάδα, δεν ανήκω εντελώς στην Ελβετία. Δεν κάνω σύγκριση μεταξύ τους. Παίρνω από καθεμία τα πάντα για να εξελιχθώ. Η Ελλάδα είναι η Ιθάκη μου».

comment-below Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή

Editor’s Pick

ΤΙ ΔΙΑΒΑΖΟΥΝ ΟΙ ΣΥΝΔΡΟΜΗΤΕΣ

MHT