«Τα καταφέρατε, το κερδίσατε, το αξίζετε», τους είπε. Την περασμένη Δευτέρα, στην αίθουσα συνεδριάσεων της Παλαιάς Βουλής, η Βελγίδα ελληνίστρια Γκόντα φαν Στιν μίλησε στην τελετή ορκωμοσίας 111 πολιτών που απέκτησαν την ελληνική ιθαγένεια. Επαίνεσε τους κόπους τους, τον μακρύ και δύσβατο δρόμο που έπρεπε να διανύσουν για να βγουν από «μια σχετική αορατότητα» και να περάσουν «στην τελική θεσμική αναγνώριση». Τόνισε ότι πλέον έχουν «κάθε δικαίωμα του ανήκειν». «Δεν σημαίνει ότι ξεχνάτε τις ρίζες σας», επισήμανε. «Τις θυμόσαστε κι ας είναι πολύ μακριά, αλλά έχετε βάλει ρίζες και σε αυτή τη χώρα». Μισή ώρα νωρίτερα, είχε προηγηθεί η δική της –τιμητική– πολιτογράφηση.
Οι καρποί της έρευνας
Δεν περίμενε ότι θα ερχόταν αυτή η στιγμή, παρότι έχει αφιερώσει την ακαδημαϊκή πορεία της και το επιστημονικό έργο της στις ελληνικές σπουδές. Ούτε ήταν αυτός ο στόχος της όταν ξεκινούσε προ ετών τη σχολαστική έρευνά της για τα περίπου 4.000 παιδιά που στάλθηκαν την περίοδο του Ψυχρού Πολέμου από την Ελλάδα σε άτεκνα ζευγάρια των ΗΠΑ, σε ένα μαζικό πρόγραμμα υιοθεσιών, συχνά με αδιαφανείς και ανεπαρκείς διαδικασίες. Τα τελευταία χρόνια, μαζί με άλλους συνοδοιπόρους πίεσαν συστηματικά ώστε να ξεπεραστούν γραφειοκρατικά εμπόδια και να εκλογικευθεί η διαδικασία ανάκτησης της ιθαγένειας για τα αποκαλούμενα και ως «χαμένα παιδιά».
«Πάντα αισθανόμουν Ελληνίδα, αλλά δεν ήταν ποτέ επίσημο», λέει στην «Κ». «Ηθελα πραγματικά να προσφέρω, να μιλάω τη γλώσσα, να διδάσκω, όπως έχω κάνει μια ζωή. Αισθάνομαι περήφανη που είμαι τώρα ένα κομμάτι της Ελλάδας. Δέχομαι την ιθαγένεια με ταπεινότητα. Γιατί υπάρχουν και άλλοι τόσοι που την αξίζουν. Εχουν δουλέψει, έχουν ζήσει, έχουν γεννήσει και μεγαλώσει τα παιδιά τους εδώ».

Θυμάται ότι ήταν 11 ετών όταν στο καθολικό της σχολείο στο Βέλγιο έμαθε για πρώτη φορά αρχαία ελληνικά. Αγάπησε τη γλώσσα. Ακολούθησαν οι κλασικές σπουδές στο πανεπιστήμιο, το διδακτορικό της στο Πρίνστον, η διατριβή της για την πρόσληψη του αρχαίου δράματος στη σύγχρονη Ελλάδα. Είναι κάτοχος της ιστορικής Εδρας Κοραή στο King’s College του Λονδίνου, καθώς και διευθύντρια του Κέντρου Ελληνικών Σπουδών στο ίδιο πανεπιστήμιο. Οταν τη συναντάμε, έχει καρφιτσωμένη μια μικρή ελληνική σημαία στη ζακέτα της, ενθύμιο που έλαβε στην πρόσφατη τελετή ορκωμοσίας.
Η αφορμή για να ασχοληθεί με τα «χαμένα παιδιά» του Ψυχρού Πολέμου δόθηκε το 2013, όταν έλαβε ένα email από κάποιον νεαρό στις ΗΠΑ. Της είπε ότι η μητέρα και η θεία του είχαν υιοθετηθεί από την Ελλάδα το 1955 και ζητούσε τη βοήθειά της για να ενώσει το οικογενειακό νήμα. Δεν γνώριζε πολλά, η διήγηση της μητέρας του για το παρελθόν της ήταν θραυσματική. Του είχε αποκαλύψει μόνο το όνομα του βιολογικού της πατέρα: Ηλίας Αργυριάδης, στέλεχος του ΚΚΕ, εκτελεσθείς το 1952, την ίδια ημέρα με τον Νίκο Μπελογιάννη.
Το «κενό» του νόστου – Είναι άνθρωποι που έχουν αποκτήσει πολλά (οι υιοθετημένοι), έχουν κάνει καριέρα, έχουν φτιάξει τις οικογένειές τους. Μερικοί είναι ευκατάστατοι, αλλά τους έλειπε ότι είχαν ξεκινήσει από την Ελλάδα και δεν υπήρχε έπειτα δρόμος γυρισμού.
«Ηταν ορφανά αυτά τα παιδιά, τα ορφάνεψε το κράτος», λέει η Φαν Στιν. «Η μητέρα τους αυτοκτόνησε έπειτα μπροστά στα μάτια της μεγάλης κόρης. Τα κορίτσια δεν τα έδωσαν στην κομμουνιστική οικογένεια, τα έβαλαν σε μία από τις παιδουπόλεις και τα υιοθέτησε ένα πλούσιο ζευγάρι Ελληνοαμερικανών στη Μασαχουσέτη». Επειτα δεν μιλούσαν για το παρελθόν. Επικρατούσε η αντίληψη ότι με τη σιωπή γιατρεύεται και το τραύμα. «Εγώ δεν το πιστεύω αυτό», τονίζει η Φαν Στιν. «Δεν ήταν μόνο ένα οικογενειακό και προσωπικό τραύμα. Ηταν και εθνικό τραύμα. Συλλογικό. Μια υιοθεσία εντελώς πολιτική».
Περίμενε ότι θα έβρισκε και άλλες πολλές παρόμοιες περιπτώσεις ξεκινώντας τότε την έρευνά της. Διαπίστωσε ότι το κύμα μαζικών υιοθεσιών κράτησε περίπου 25 χρόνια, έλαβε μεγαλύτερες διαστάσεις από το 1956 έως το 1962 και συνεχίστηκε με μειωμένο ρυθμό και μετά το 1970. Παρατήρησε, όμως, ότι η πλειονότητα των περιπτώσεων δεν αφορούσε τα ορφανά του Εμφυλίου Πολέμου, αλλά ανύπαντρες μητέρες. Ηταν τα εξώγαμα παιδιά της Ελλάδας. Στη συντηρητική μεταπολεμική ελληνική κοινωνία η έλλειψη υποστηρικτικού πλαισίου, η πίεση και το στίγμα της απόκτησης παιδιού εκτός γάμου ανάγκαζαν πολλές νεαρές μητέρες να ακολουθήσουν αυτόν τον δρόμο. Οι ιστορίες που ανακάλυψε έδειχναν και τη μειονεκτική θέση στην οποία βρισκόταν η γυναίκα.
Το τραύμα
Υπήρχε τότε η αντίληψη ότι με τις μαζικές υιοθεσίες έδιναν σε αυτά τα παιδιά, αλλά και στις βιολογικές τους μητέρες μια καινούργια ζωή. Η Φαν Στιν, όμως, διαπίστωσε μέσα από την έρευνά της ότι, εκτός από τα παιδιά, και οι μητέρες κουβαλούσαν για μια ζωή το τραύμα του αποχωρισμού. Αναρωτιούνταν διαρκώς τι απέγιναν τα παιδιά τους, εάν κατέληξαν σε κάποια καλή οικογένεια, εάν είχαν πράξει το σωστό. Κάποιες το έφεραν μέσα τους ως το μεγάλο μυστικό που δεν μπορούσαν να μοιραστούν ούτε με τον μετέπειτα σύζυγό τους, ενώ άλλες δεν παντρεύτηκαν ποτέ και δεν απέκτησαν ξανά παιδιά. «Για ένα πράγμα μετανιώνω, που αυτή η μεγάλη έρευνα ήρθε κάπως αργά και δεν γνώρισα πολλές μητέρες», λέει η Φαν Στιν.

Για περισσότερο από μία δεκαετία συνδράμει αφιλοκερδώς τα υιοθετημένα παιδιά που προσπαθούν να ανακαλύψουν τις ρίζες τους. Τα έχει συνοδεύσει σε ληξιαρχεία, έχει μεταφράσει τα έγγραφά τους, τους έχει δώσει συμβουλές σε διάφορα στάδια αυτής της προσωπικής αναζήτησης. Ωσπου με τα χρόνια η κοινότητα μεγάλωσε. «Με γεμίζει με ακόμη μεγαλύτερη ικανοποίηση ότι πλέον ο ένας βοηθάει τον άλλον. Υπάρχει αλληλεγγύη», λέει. «Εχουν αποκτήσει πολλές γνώσεις και τις μοιράζονται εύκολα και γενναιόδωρα».
Για κάποιους αυτή η απόπειρα αναμόχλευσης της οικογενειακής ιστορίας και των επώδυνων αναμνήσεων που μπορεί να κρύβει το παρελθόν τους, προέκυψε ως ανάγκη σε μεγαλύτερη ηλικία, όταν απέκτησαν τα δικά τους παιδιά. Σκοπός τους πλέον, όπως τονίζει και η Φαν Στιν, είναι μέσα από αυτή την αναζήτηση να «γαληνέψει η ψυχή τους».
Διάφορα προσκόμματα, κυρίως γραφειοκρατικοί λόγοι, αναγραμματισμοί και ανορθογραφίες στα έγγραφα, καθώς και η έλλειψη ληξιαρχικών πράξεων γέννησης, δυσκόλευαν για ορισμένους τη διαδικασία ανάκτησης της ιθαγένειας. Ωσπου τον Απρίλιο του 2025 μια υπουργική απόφαση καθόρισε με ακρίβεια τις διαδικασίες για την εγγραφή στο δημοτολόγιο όσων είχαν γεννηθεί στην Ελλάδα και υιοθετηθεί από οικογένειες στο εξωτερικό μέχρι και το 1976. Από τους 4.000 που είχαν σταλεί στις ΗΠΑ κατά την ψυχροπολεμική περίοδο εκτιμάται ότι 1.500 βρίσκονται σήμερα εν ζωή και περίπου 50 έχουν ήδη ανακτήσει την ιθαγένεια μετά τη σχετική ρύθμιση.
Με γεμίζει χαρά – Για πρώτη φορά στη ζωή μου η επιστημονική μου απασχόληση έχει άμεση επιρροή. Μπορώ να φέρω μια απάντηση σε μια μητέρα που μια ζωή αναρωτιόταν τι είχε γίνει το παιδί της. Να γίνει μια επαφή, να φέρω μια φωτογραφία. Με γεμίζει χαρά.
«Είναι άνθρωποι που έχουν αποκτήσει πολλά στη ζωή τους, έχουν κάνει καριέρα, έχουν φτιάξει τις οικογένειές τους. Μερικοί είναι ευκατάστατοι, αλλά τους έλειπε ότι είχαν ξεκινήσει από την Ελλάδα και δεν υπήρχε έπειτα δρόμος γυρισμού», παρατηρεί η Φαν Στιν. «Η δυνατότητα πλέον να πάρουν την ελληνική ιθαγένεια πίσω, τους γεμίζει. Γιατί ήταν το τελευταίο που ήθελαν. Σβήνει την πληγή της εγκατάλειψης».
Τι έχει προσφέρει, όμως, και στην ίδια αυτή η πολυετής προσπάθεια; «Με γεμίζει χαρά που για πρώτη φορά στη ζωή μου η επιστημονική μου απασχόληση έχει άμεση επιρροή», λέει. «Μπορώ πραγματικά να αλλάξω κάτι. Να φέρω μια απάντηση σε μια μητέρα που μια ζωή αναρωτιόταν τι είχε γίνει το παιδί της. Να γίνει μια επαφή, να φέρω μια φωτογραφία. Με γεμίζει αυτό».
Αγκαλιές και περηφάνια
Συμβολικά, η δική της πολιτογράφηση έγινε στο ίδιο γραφείο που είχε επισκεφθεί πολλές φορές στο παρελθόν στο πλαίσιο της εκστρατείας για τη νομική και ηθική αποκατάσταση των υιοθετημένων παιδιών. Παρούσα στην τελετή την περασμένη Δευτέρα ήταν η Μαίρη Καρδάρα, διευθύντρια του κέντρου Demos στο Αμερικανικό Κολλέγιο Ελλάδος, που είχε προτείνει να αποδοθεί στη Βελγίδα ελληνίστρια αυτή η τιμή. Παρόντες στην πολιτογράφηση ήταν ακόμη ο γενικός γραμματέας Εσωτερικών Αθανάσιος Μπαλέρμπας, ο γενικός γραμματέας Ιθαγένειας Δημήτρης Κάρναβος και ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος Γιάννης Στουρνάρας, που είχαν υποστηρίξει την υπόθεση.
Η ομιλία της Φαν Στιν που ακολούθησε στην Παλαιά Βουλή ενώπιον των 111 νέων Ελλήνων πολιτών δεν κράτησε πάνω από έξι λεπτά. Στο ακροατήριο βρίσκονταν άνθρωποι με καταγωγή από την Αίγυπτο, την Αλβανία, το Πακιστάν και άλλες χώρες. «Αισθάνθηκα λίγο περίεργα γιατί εκείνοι είχαν αποκτήσει την ιθαγένεια με εξετάσεις, με πολύ κόπο, ενώ σε εμένα δόθηκε τιμητικά, παρότι έβαλα κι εγώ το λιθαράκι μου. Είπα ότι τους αξίζουν πολλά συγχαρητήρια που επιμένουν, που βρήκαν λύση, που έχουν φτιάξει τη ζωή τους εδώ», λέει. «Η πιο συγκινητική στιγμή ήταν όταν μια κυρία πήρε το χαρτί της πολιτογράφησης και ένα παιδάκι από το κοινό φώναξε “μπράβο σου, μαμά”. Ηταν τόσο ωραίο να βλέπεις τις αγκαλιές, την ανακούφιση, την περηφάνια».
Η Γκόντα φαν Στιν προτρέπει τον καθένα να περάσει από εκεί και να παρακολουθήσει μια τελετή ορκωμοσίας. Αλλωστε, η διαδικασία είναι ανοιχτή στο κοινό. «Μας υπενθυμίζει πόσο σημαντικό είναι να έχεις μια ιθαγένεια, να ανήκεις σε μια χώρα επίσημα», τονίζει. «Να έχεις όλα τα πλεονεκτήματα, αλλά και τις ευθύνες».

