Ακριβώς επειδή οι στόχοι των ΗΠΑ στοΙράν είναι τόσο ασαφείς ο πρόεδρος Τραμπ μπορεί οποιαδήποτε στιγμή να κηρύξει τη νίκη και να αποσυρθεί. Αυτό εκτιμά ο Ρόμπερτ Μάλεϊ, ο οποίος διδάσκει σήμερα στο Γέιλ και ήταν επικεφαλής της διαπραγματευτικής ομάδας των ΗΠΑ που συνήψε την πυρηνική συμφωνία με το Ιράν (JCPOA) επί προεδρίας Μπαράκ Ομπάμα το 2015, ενώ στη συνέχεια διορίσθηκε επιτετραμμένος των ΗΠΑ για το Ιράν από τον Τζο Μπάιντεν. Η συζήτησή μας αρχίζει από το διαπραγματευτικό κενό στο οποίο βρισκόμαστε, που έχει μετατραπεί σε ένα chicken game, ένα παίγνιο υποχώρησης, με τις δύο πλευρές να περιμένουν ποιος θα κιοτέψει πρώτος.
Αυξάνεται το κόστος
«Είναι ένα chicken game, αλλά το ένα κοτόπουλο, ο ένας από τους δύο παίκτες, ο Τραμπ, είναι ιδιαίτερα απρόβλεπτος, αφού δεν έχει θέσει ξεκάθαρα ένα στόχο. Αλλάζει τροπάριο καθημερινά, δεν έχει μια ρεαλιστική εκτίμηση για το πού βρίσκεται το Ιράν και πόσο πιθανό είναι να υποχωρήσει. Από ορισμένες απόψεις είναι ένα κλασικό παιχνίδι θάρρους, αλλά ταυτόχρονα είναι και πολύ ασυνήθιστο: δεν έχουμε συνηθίσει μια αμερικανική κυβέρνηση που λειτουργεί με αυτόν τον τρόπο. Ο υπολογισμός του Ιράν είναι ότι με την πάροδο του χρόνου θα βρεθεί σε καλύτερη θέση, θα μπορέσει να αυξήσει το οικονομικό και πολιτικό κόστος για τις ΗΠΑ και αυτό τελικά θα αναγκάσει την Αμερική να υποχωρήσει», λέει ο Μάλεϊ.

Παρομοιάζει τη διαπραγματευτική ομάδα των ΗΠΑ με σάντουιτς. «Υπάρχουν τρία επίπεδα μέσα από τα οποία πρέπει να την κρίνουμε. Πρώτον, αυτό των διαπραγματευτών. Δεν είναι αυτοί που θα επέλεγα. Δεν έχουν το κατάλληλο υπόβαθρο, είναι απροετοίμαστοι. Ομως οι διαπραγματευτές –και ήμουν ένας από αυτούς– συχνά δεν έχουν όλη την εξειδικευμένη γνώση. Δεν ήμουν πυρηνικός εμπειρογνώμων, ούτε ειδικός στις κυρώσεις, βασίστηκα σε μια ομάδα. Και αυτό είναι το δεύτερο επίπεδο. Εδώ είναι το μεγαλύτερο πρόβλημα: οι διαπραγματευτές δεν έφεραν, τουλάχιστον σε ορισμένες από τις κρίσιμες συναντήσεις, μια κατάλληλη ομάδα ειδικών, που θα μπορούσαν να τους ενημερώσουν για το τι ακριβώς έλεγαν οι Ιρανοί. Πού ήταν οι ευκαιρίες; Πού ήταν οι παγίδες; Οι Τζάρεντ Κούσνερ και Στιβ Γουίτκοφ λειτουργούσαν λιγάκι παρορμητικά. Είναι κατανοητό ότι οι διαπραγματευτές δεν θα έχουν όλη την τεχνογνωσία. Είναι λιγότερο κατανοητό ότι δεν βασίζονται στην τεχνογνωσία της ομάδας τους. Μετά υπάρχει το τρίτο επίπεδο, επειδή αυτό είναι σαν ένα σάντουιτς: οι διαπραγματευτές είναι εγκλωβισμένοι ανάμεσα στους ειδικούς και στον πρόεδρο. Κι αν ο πρόεδρος δεν δίνει σαφείς κατευθύνσεις και αυτές είναι αποκομμένες από την πραγματικότητα, τότε σχεδόν δεν έχει σημασία ποιοι είναι οι διαπραγματευτές και ποιοι οι ειδικοί».
Ας πει ότι νίκησε – Χρειάζεται ρεαλισμός. Το καλύτερο αποτέλεσμα είναι να κηρύξει ο Τραμπ τη νίκη, να πει ότι πέτυχε αυτό που ήθελε και να αποχωρήσει, αφήνοντας την κατάσταση να επιλυθεί μόνη της.
Eλπίζει να καταλάβει σταδιακά ο Τραμπ ότι δεν πρόκειται να πετύχει τους μαξιμαλιστικούς στόχους του. «Το Ιράν δεν πρόκειται να εγκαταλείψει ολόκληρο το πυρηνικό του πρόγραμμα, ούτε να συμφωνήσει να γίνει περισσότερο υποτελές στις ΗΠΑ. Χρειάζεται ρεαλισμός. Το καλύτερο αποτέλεσμα είναι να κηρύξει ο Τραμπ τη νίκη, να πει ότι πέτυχε αυτό που ήθελε και να αποχωρήσει, αφήνοντας την κατάσταση να επιλυθεί μόνη της. Αυτό ως πρώτο βήμα, μετά θα έπρεπε να υπάρξουν διαπραγματεύσεις για το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν. Αλλά η συνέχιση του αποκλεισμού, η επανάληψη της στρατιωτικής κλιμάκωσης, κανένα από αυτά τα σενάρια δεν πρόκειται να πετύχει όσα έχει πει ο πρόεδρος ότι θέλει. Ολα έχουν τεράστιο κόστος. Ζείτε σε μια χώρα που μάλλον βιώνει το κόστος περισσότερο από τις ΗΠΑ. Κάθε ημέρα που περνάει, ιδιαίτερα σε χώρες χαμηλού και μεσαίου εισοδήματος, το κόστος του πολέμου διογκώνεται και προοιωνίζεται μακροχρόνιο. Θα μετρηθεί σε ζωές λόγω της επισιτιστικής ανασφάλειας και της αύξησης του πληθωρισμού σε βασικά αγαθά και στο κόστος ενέργειας. Οι ΗΠΑ θα μπορέσουν να απομακρυνθούν από τον αντίκτυπο του πολέμου σύντομα μετά το τέλος του. Ακόμη και τώρα το κόστος για τους Αμερικανούς είναι λίγο πιο ακριβή βενζίνη στο βενζινάδικο».
Πληρώνουν οι αδύναμοι – Ζείτε σε μια χώρα που μάλλον βιώνει το κόστος περισσότερο από τις ΗΠΑ. Ιδιαίτερα σε χώρες χαμηλού και μεσαίου εισοδήματος, το κόστος του πολέμου διογκώνεται και προοιωνίζεται μακροχρόνιο.
Του ζητάω να σχολιάσει την αποστροφή του καγκελαρίου Φρίντριχ Μερτς περί ταπείνωσης των ΗΠΑ από το Ιράν. «Είναι αλήθεια πως το Ιράν έχει αποδείξει ότι μια σχετικά πιο αδύναμη χώρα, που δεν έχει ούτε κατά διάνοια τα στρατιωτικά μέσα που έχουν οι ΗΠΑ ή το Ισραήλ, μπορεί αντέξει, να σταθεί όρθιο. Σε αυτόν τον βαθμό, οι ΗΠΑ έχουν απογοητευθεί. Κάθε φορά που ο πρόεδρος Τραμπ ανακοινώνει ότι οι επικριτές του κάνουν λάθος και ότι οι ΗΠΑ έχουν κερδίσει, είναι απόδειξη ότι δεν το πιστεύει. Το γεγονός ότι καυχιέται σημαίνει ότι νιώθει την ανάγκη να πείσει τους σκεπτικιστές, ένας εκ των οποίων είναι και ο ίδιος».
Η χαμένη ευκαιρία
O Μάλεϊ έχει αναρωτηθεί πολλές φορές τι θα είχε συμβεί αν η κυβέρνηση Μπάιντεν, της οποίας ήταν επιτετραμμένος για το Ιράν, είχε κλείσει νέα συμφωνία με την Τεχεράνη για το πυρηνικό της πρόγραμμα. «Ο κύριος λόγος που δεν υπήρξε τότε συμφωνία είναι ότι καμία πλευρά δεν ήταν πραγματικά πρόθυμη να την κλείσει. Ο Μπάιντεν ήταν επιφυλακτικός. Δεν το είχα καταλάβει όταν ανέλαβα την αποστολή. Η άποψή του ήταν ότι μια συμφωνία θα ήταν θετική εξέλιξη, αλλά όχι απαραίτητη. Θεωρούσε πως οι ΗΠΑ θα μπορούσαν να ζήσουν με αυτήν την κατάσταση: χωρίς συμφωνία – χωρίς κρίση. Δεν ήταν προετοιμασμένος να επενδύσει το πολιτικό κεφάλαιο που επένδυσε ο προκάτοχός του Μπαράκ Ομπάμα. Η ιρανική πλευρά ήταν ακόμη πιο απρόθυμη επειδή είχε καεί από την πρώτη εμπειρία όταν συνήψε τη συμφωνία, από την οποία αποχώρησε τελικά μονομερώς ο Τραμπ».

