Το Σεράγεβο τη δεκαετία του ’90 ήταν μια πόλη σε πολιορκία. Επί σχεδόν τέσσερα χρόνια (1992–1996), οι κάτοικοί της ζούσαν παγιδευμένοι: χωρίς ρεύμα, χωρίς νερό, με ελάχιστα τρόφιμα και με τον θάνατο να καραδοκεί σε κάθε διασταύρωση. Οι ελεύθεροι σκοπευτές δεν πυροβολούσαν μόνο στρατιώτες – πυροβολούσαν πολίτες. Μέσα σε αυτό το περιβάλλον γεννήθηκε μια από τις πιο σκοτεινές και για χρόνια αμφισβητούμενες ιστορίες του γιουγκοσλαβικού εμφυλίου πολέμου: τα λεγόμενα ανθρώπινα σαφάρι. Η ιδέα ότι κάποιοι πλήρωναν για να έρθουν στο Σεράγεβο και να πυροβολούν αμάχους ακούγεται ακόμη και σήμερα εξωπραγματική. Εμεινε εκεί θαμμένη σαν ψίθυρος, σαν φήμη, σαν κάτι που όλοι είχαν ακούσει αλλά κανείς δεν μπορούσε να αποδείξει. Μέχρι σήμερα.
Ο Ιταλός ερευνητής και συγγραφέας Eτσιο Γκαβατσένι αποφάσισε να το ψάξει μέχρι τέλους. «Ολα ξεκίνησαν χρόνια πριν», μου διηγείται από έναν ανθισμένο κήπο στο σπίτι του στο Μιλάνο. «Είχα διαβάσει γι’ αυτό ήδη από τη δεκαετία του ’90 και είχε μείνει χαραγμένο στη μνήμη μου». Μιλάει στακάτα, γρήγορα, και «μόνο» ιταλικά, όπως ομολογεί γελώντας. Δεν είναι η πρώτη φορά που ο φημισμένος Ιταλός συγγραφέας βουτάει σε επικίνδυνα νερά. Τα βιβλία του και οι έρευνές του για την ιταλική μαφία τον έχουν φέρει πολλές φορές στο στόχαστρο. Το νέο του βιβλίο, που έχει μόλις κυκλοφορήσει, με τίτλο «Eλεύθεροι σκοπευτές του Σαββατοκύριακου: Μια έρευνα για τα ανθρώπινα σαφάρι του Σεράγεβο», αποκαλύπτει τη συμμετοχή δυτικών «τουριστών» σε ανθρώπινα σαφάρι με τιμοκατάλογο για τα «θηράματα», τα οποία ήταν απλοί πολίτες.
Οι συμμετέχοντες, σύμφωνα με τις πηγές του, ήταν «πλούσιοι επιχειρηματίες και επαγγελματίες» από δυτικές χώρες που πλήρωναν αδρά για να συμμετάσχουν. «Στο τέλος μιλάμε για ανθρώπους που ήθελαν να αποδείξουν τη δύναμή τους, με ένα τεράστιο «εγώ», να αφαιρέσουν μια ανθρώπινη ζωή και να επιστρέψουν σπίτι ατιμώρητοι», λέει. «Ενα κακό χωρίς σκοπό, ένα κακό που στρέφεται σε οποιονδήποτε».

– Πότε υπέπεσε πρώτη φορά στην αντίληψή σας το φαινόμενο των «ανθρώπινων σαφάρι»;
– Είχα ακούσει γι’ αυτό ήδη από τη δεκαετία του ’90, όταν είχα διαβάσει σχετικά άρθρα στην Corriere della Sera και στη Stampa του Τορίνο. Η είδηση αυτή είχε μείνει έντονα χαραγμένη στη μνήμη μου.
– Πιστεύατε ότι το θέμα θα επανερχόταν στο μέλλον;
– Ναι, η είδηση είχε μείνει μέσα μου, όμως η πραγματική καμπή ήρθε το 2023, όταν έμαθα για το ντοκιμαντέρ του Μιράν Ζουπανίκ «Sarajevo Safari». Τότε έκανα το πρώτο ουσιαστικό βήμα: έγραψα στον σκηνοθέτη. Εκείνος ήταν πολύ ευγενικός και μου έδωσε αμέσως πρόσβαση στο ντοκιμαντέρ, το οποίο τότε δεν ήταν ακόμη δημόσια διαθέσιμο. Στη συνέχεια, μου έδωσε και τη διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου ενός από τους μάρτυρες που εμφανίζονται στο «Sarajevo Safari». Από εκεί ξεκίνησε ουσιαστικά η έρευνά μου. Αρχίσαμε να αλληλογραφούμε στα τέλη του 2023, και μέσα από αυτές τις συνομιλίες προέκυψαν νέα στοιχεία.
– Πώς προστατεύσατε τις πηγές σας;
– Στο βιβλίο οι πηγές μου εμφανίζονται με ψευδώνυμα. Οι καταθέσεις τους έχουν όλες καταγραφεί, ώστε να υπάρχει τεκμηρίωση. Η εισαγγελία του Μιλάνου, η οποία έχει ανοίξει ποινική διαδικασία, γνωρίζει βέβαια τα πραγματικά ονόματά τους. Και αυτό που έχει ιδιαίτερη σημασία είναι ότι, σε αυτή την υπόθεση, οι πηγές δεν έμειναν μόνο σε ανεπίσημες αφηγήσεις: πήγαν και κατέθεσαν στην εισαγγελία.
Ο συνολικός αριθμός όσων πλήρωσαν για αυτά τα «σαφάρι» μπορεί να εκτιμηθεί κάπου μεταξύ 400 και 500 ατόμων. Και θέλω να είμαι σαφής: εδώ δεν μιλάμε για μισθοφόρους ή εθελοντές που πολεμούσαν σε κάποιο μέτωπο. Μιλάμε για πλούσιους δυτικούς, επιχειρηματίες και επαγγελματίες, που πλήρωναν για να συμμετάσχουν σε αυτή την πρακτική.
– Πότε αποφασίσατε να απευθυνθείτε στην εισαγγελία του Μιλάνου;
– Με βάση τα πρώτα στοιχεία που είχα συγκεντρώσει, τον Ιανουάριο του 2025, υπέβαλα αναφορά στην Εισαγγελία της Δημοκρατίας του Μιλάνου. Ο λόγος ήταν ότι είχα πληροφορηθεί πως οι ιταλικές μυστικές υπηρεσίες γνώριζαν ήδη από το 1993 ότι υπήρχαν Ιταλοί στο Σεράγεβο οι οποίοι είχαν πάει εκεί ως «τουρίστες» μόνο κατ’ όνομα, στην πραγματικότητα όμως ως ελεύθεροι σκοπευτές που πυροβολούσαν ανθρώπους. Αυτή η πληροφορία είχε επιβεβαιωθεί και από τον Ιταλό διπλωμάτη Michael Giffoni. Επομένως, το κρίσιμο ερώτημα ήταν: αφού οι υπηρεσίες γνώριζαν ήδη από τότε για την πρακτική αυτή, πού βρίσκονται τα έγγραφα και οι φάκελοι εκείνης της γνώσης; Η ποινική διαδικασία άνοιξε τελικά επισήμως από την εισαγγελία του Μιλάνου τον Οκτώβριο του 2025.
– Αυτό που κάνετε είναι επικίνδυνο για εσάς;
– Πολλοί με έχουν ρωτήσει. Αυτό που μπορώ να πω είναι ότι δεν είμαι μόνος σε όλο αυτό. Εδώ και περίπου έναν χρόνο έχω δίπλα μου μια ομάδα: τον πρώην δικαστικό Guido Salvini, γνωστό από την υπόθεση της Piazza Fontana, τον δικηγόρο Nicola Brigida, που είχε παρασταθεί ως συνήγορος πολιτικής αγωγής στη δίκη για τη σφαγή της Μπολόνια, και την εγκληματολόγο Martina Radice. Παράλληλα, έχω δίπλα μου και την εισαγγελία, καθώς και την Ομάδα Ειδικών Επιχειρήσεων (ROS). Αρα, δεν αισθάνομαι μόνος.

– Eχετε κάποια μορφή προστασίας;
– Ναι. Υπάρχει ένας αριθμός τηλεφώνου που μπορώ να καλέσω εγώ ή η οικογένειά μου, και μέσα σε λίγα λεπτά να έρθει βοήθεια. Σήμερα μάλιστα υπήρξε μια πολύ σημαντική εξέλιξη. Ο δήμαρχος του Σεράγεβο έστειλε δύο νομικούς στο Μιλάνο, οι οποίοι συναντήθηκαν με τους δικηγόρους μου, τον Nicola Brigida και τον Guido Salvini. Η πόλη του Σεράγεβο δήλωσε παράσταση πολιτικής αγωγής στην ποινική διαδικασία και ανέθεσε στους δικηγόρους μου να την εκπροσωπήσουν. Αυτό είναι εξαιρετικά σημαντικό, γιατί σημαίνει ότι όχι μόνο η έρευνα ξεκίνησε από δική μου πρωτοβουλία, αλλά και ότι πλέον η ομάδα μου συμμετέχει ενεργά στην ίδια την ποινική διαδικασία, εκπροσωπώντας την πόλη του Σεράγεβο.
– Εκτός από τις εθνικότητες που συμμετείχαν στα «ανθρώπινα σαφάρι» και έχουν ήδη διαρρεύσει στον Τύπο, υπήρχαν και άλλες που ενδέχεται να δούμε στο βιβλίο;
Ναι. Σύμφωνα με όσα προκύπτουν από την έρευνά μου, οι «κυνηγοί» προέρχονταν σχεδόν από όλες τις δυτικές χώρες, Αυστρία, Γερμανία, Καναδά, Βέλγιο, Γαλλία, Ελβετία. Ωστόσο, δυστυχώς, σύμφωνα με τις πηγές μου, οι Ιταλοί αντιπροσώπευαν περίπου το 50% του συνόλου.
Περισσότερο από ντροπή, ένιωσα οργή. Οργή γιατί αυτοί οι άνθρωποι είναι ακόμη και σήμερα ισχυροί, πλούσιοι και αναγνωρισμένοι στον επαγγελματικό τους χώρο. Εζησαν αυτή τη διπλή ζωή επί δεκαετίες, πιστεύοντας ότι θα τη γλιτώσουν. Αυτό είναι που κάνει την υπόθεση ακόμη πιο αποκρουστική.
– Βρίσκονται και Ελληνες στη λίστα;
– Δεν έχω μαρτυρίες που να τεκμηριώνουν την παρουσία Ελλήνων πελατών. Ισως να υπήρχαν και να προκύψουν με την υπόθεση, αλλά εγώ δεν διαθέτω προς το παρόν τέτοια μαρτυρία.
Ο συνολικός αριθμός όσων πλήρωσαν για αυτά τα «σαφάρι» μπορεί να εκτιμηθεί κάπου μεταξύ 400 και 500 ατόμων. Και θέλω να είμαι σαφής: εδώ δεν μιλάμε για μισθοφόρους ή εθελοντές που πολεμούσαν σε κάποιο μέτωπο. Μιλάμε για πλούσιους δυτικούς, επιχειρηματίες και επαγγελματίες, που πλήρωναν για να συμμετάσχουν σε αυτή την πρακτική.

– Aρα, οι ελεύθεροι σκοπευτές αυτοί δεν είχαν ιδεολογικό υπόβαθρο;
Το τελευταίο κεφάλαιο του βιβλίου το έγραψε η εγκληματολόγος Martina Radice, κατόπιν δικού μου αιτήματος, γιατί ήθελα ένα πραγματικό προφίλ του «τυπικού κυνηγού» και όχι απλές προσωπικές εκτιμήσεις. Εξετάσαμε διάφορες πιθανές ερμηνείες: πολιτικά κίνητρα, θρησκευτικά κίνητρα, για παράδειγμα, το ενδεχόμενο κάποιος χριστιανός να ήθελε να σκοτώσει μουσουλμάνους. Ομως, τελικά όλες αυτές οι εξηγήσεις κατέρρευσαν. Στο τέλος, μιλάμε για εξαιρετικά πλούσιους ανθρώπους που ήθελαν να αποδείξουν στον εαυτό τους τη δύναμη και την υπεροχή τους. Ο στόχος τους ήταν να αφαιρέσουν μια ανθρώπινη ζωή και να επιστρέψουν ατιμώρητοι στο σπίτι τους. Αυτό τούς έκανε να αισθάνονται πανίσχυροι.
– Δηλαδή, μιλάμε για το απόλυτο κακό;
– Εχω αναφέρει σε άρθρα μου ότι περάσαμε από την «κοινοτοπία του κακού» της Χάνα Αρεντ στην «αδιαφορία του κακού». Πρόκειται για ένα κακό χωρίς πραγματικό σκοπό, χωρίς συγκεκριμένο αντικείμενο. Είναι ένα κακό που στρέφεται εναντίον οποιουδήποτε: όποιος μπαίνει στο στόχαστρο πυροβολείται. Σε αντίθεση με άλλες ιστορικές μορφές οργανωμένου κακού, εδώ δεν υπάρχει μια συνεκτική ιδεολογία. Υπάρχει απλώς η επιθυμία να προκληθεί κακό για την ίδια την εμπειρία της άσκησης κακού.

– Πώς βιώσατε αυτό το ταξίδι μέσα σε τόσες πληροφορίες, τραγωδίες και φρικαλεότητες;
– Ασχολήθηκα με αυτή την ιστορία γιατί με συγκλόνισε. Ηταν, από μια άποψη, σαν μια ταινία τρόμου που εκτυλίσσεται μπροστά στα μάτια μας. Ομως, εκείνο πάνω στο οποίο οφείλουμε πραγματικά να σταθούμε είναι κάτι βαθύτερο: μιλάμε για ένα κομμάτι της κοινωνίας απολύτως αξιοσέβαστο, με χρήμα, κύρος, καριέρα και δημόσια αναγνώριση. Το ερώτημα είναι πώς αυτό το κομμάτι της κοινωνίας κατάφερε να παραμείνει ατιμώρητο μέχρι σήμερα για όσα έκανε. Αυτό είναι, κατά τη γνώμη μου, το καίριο ερώτημα.
– Αναφέρθηκε επίσης το όνομα του προέδρου της Σερβίας Αλεξάνταρ Βούτσιτς. Υπάρχουν αποδείξεις ότι συμμετείχε κι εκείνος;
– Προσωπικά, στο βιβλίο μου δεν τον περιλαμβάνω, ωστόσο, γνωρίζω καλά σχετική δημοσιογραφική έρευνα. Αυτό που είναι τεκμηριωμένο είναι ότι ο Βούτσιτς είχε πάει ως εθελοντής με τους Τσέτνικ του Slavko Aleksic. Εκείνο που μπορώ να πω εγώ είναι ότι οι Τσέτνικ του Aleksic είχαν ρόλο σε αυτή την υπόθεση, διότι φιλοξενούσαν τους πελάτες που έρχονταν να πυροβολήσουν στο Σεράγεβο, άρα είναι σχεδόν βέβαιο ότι λάμβαναν χρήματα. Στο δικό μου βιβλίο υπάρχει μαρτυρία από άνθρωπο που συνόδευε τέτοιους ελεύθερους σκοπευτές σε περιοχές που ελέγχονταν από τους Τσέτνικ, όπως το Νόβο Σεράγεβο και το Εβραϊκό Νεκροταφείο. Αυτό δείχνει καθαρά ότι οι Τσέτνικ συμμετείχαν σε αυτή την πρακτική. Οχι μόνο αυτοί· υπήρχαν και δυνάμεις του Ράντοβαν Κάρατζιτς. Το αν ο Βούτσιτς είχε άμεσο ενεργό ρόλο δεν μπορώ να το πω με βεβαιότητα. Ομως το σίγουρο είναι ότι βρισκόταν στο ίδιο στρατόπεδο με αυτούς.
Τα παιδιά κόστιζαν περισσότερο. Τα νεαρά κορίτσια περίπου όσο και τα παιδιά. Μετά ακολουθούσαν οι γυναίκες, ύστερα οι άνδρες, και ακόμη χαμηλότερα οι πολύ ηλικιωμένοι, οι άνω των 80 ετών. Το γεγονός ότι υπήρχε μια τέτοια κατάταξη, ένας τέτοιος κατάλογος, ήταν από τα πιο σοκαριστικά στοιχεία που ανακάλυψα.
– Οι 400-500 συμμετέχοντες θα ανακριθούν;
– Δεν διαθέτω πλήρη κατάλογο. Μέχρι στιγμής καταφέραμε να δώσουμε στην εισαγγελία περίπου δέκα ονόματα, τα οποία εξετάζονται ήδη. Οι έρευνες είναι σε εξέλιξη. Το να βρεθούν όλοι θα είναι εξαιρετικά δύσκολο. Ωστόσο, για να φτάσει μια υπόθεση στο δικαστήριο, ακόμη και δύο ή τρία πρόσωπα αρκούν.
– Εχουν μιλήσει ή πρόκειται να μιλήσουν συγγενείς θυμάτων που έχασαν δικούς τους ανθρώπους από τους ελεύθερους σκοπευτές;
– Ναι, θα κληθούν ως μάρτυρες. Εχουμε ήδη έρθει σε επαφή με την πόλη του Σεράγεβο, και σήμερα το πρωί ζητήσαμε από τους νομικούς της έναν κατάλογο συγγενών θυμάτων που θα μπορέσουν να καταθέσουν.
– Θα μπορέσουμε να διαβάσουμε το βιβλίο σε άλλες γλώσσες;
– Hδη έχουν συμφωνηθεί δέκα μεταφράσεις. Δεν ξέρω αν τα ελληνικά είναι ανάμεσα σε αυτές τις γλώσσες. Ελπίζω πολύ να υπάρξει ελληνική έκδοση, γιατί αγαπώ ιδιαίτερα την Ελλάδα. Μάλιστα, φέτος θα έρθω και διακοπές στην Ελλάδα, δεν σας λέω πού και για πόσο, αλλά η ελληνική θάλασσα είναι κάτι που αγαπώ πολύ.
– Υπάρχει κάποιο περιστατικό από το βιβλίο που έχει χαραχθεί στη μνήμη σας περισσότερο από όλα τα άλλα;
– Ναι. Μία από τις σημαντικότερες πηγές μου, την οποία στο βιβλίο ονομάζω «ο Γάλλος», μου περιέγραψε την ύπαρξη ενός πραγματικού τιμοκαταλόγου των θυμάτων. Τα παιδιά κόστιζαν περισσότερο. Τα νεαρά κορίτσια περίπου όσο και τα παιδιά. Μετά ακολουθούσαν οι γυναίκες, ύστερα οι άνδρες, και ακόμη χαμηλότερα οι πολύ ηλικιωμένοι, οι άνω των 80 ετών. Το γεγονός ότι υπήρχε μια τέτοια κατάταξη, ένας τέτοιος κατάλογος, ήταν από τα πιο σοκαριστικά στοιχεία που ανακάλυψα.
– Ποιες ήταν αυτές οι τιμές στον τιμοκατάλογo;
– Σύμφωνα με τις μαρτυρίες, ένα παιδί κόστιζε περίπου 100 εκατομμύρια ιταλικές λιρέτες της περιόδου 1992-1995, ποσό που αντιστοιχεί σήμερα περίπου σε 100.000 ευρώ. Οι γυναίκες γύρω στα 70 εκατομμύρια λιρέτες, δηλαδή περίπου 70.000 ευρώ σε σημερινές τιμές. Οι άνδρες κόστιζαν περίπου 50.000 ευρώ και οι ηλικιωμένοι κάτω από 20.000.
– Θέλετε να προσθέσετε κάτι κλείνοντας;
– Αυτό που μπορώ να πω είναι ότι εμείς, ως ομάδα, ελπίζουμε η έρευνα αυτή να οδηγήσει σε δίκη. Ελπίζουμε να μπορέσει να απαγγελθεί κατηγορία σε κάποιους και να λογοδοτήσουν επιτέλους. Η πόλη του Σεράγεβο ζητά δικαιοσύνη για τους νεκρούς της, για χιλιάδες ανθρώπους που σκοτώθηκαν κατά τη διάρκεια της πολιορκίας και για τους οποίους μέχρι σήμερα δεν έχει αποδοθεί δικαιοσύνη. Ελπίζω βαθιά ότι αυτή η έρευνα θα μπορέσει επιτέλους να τη φέρει.
– Ως Ιταλός, νιώσατε ντροπή για τους Ιταλούς που συμμετείχαν;
– Περισσότερο από ντροπή, ένιωσα οργή. Οργή γιατί αυτοί οι άνθρωποι είναι ακόμη και σήμερα ισχυροί, πλούσιοι και αναγνωρισμένοι στον επαγγελματικό τους χώρο. Εζησαν αυτή τη διπλή ζωή επί δεκαετίες, πιστεύοντας ότι θα τη γλιτώσουν. Αυτό είναι που κάνει την υπόθεση ακόμη πιο αποκρουστική. Αρα, ναι, το πιο σωστό συναίσθημα είναι η οργή.


