Σερ Τζον Ελιοτ Γκάρντινερ στην «Κ»: Ο Μπαχ είχε τις εμμονές του, αλλά είναι παρηγοριά

Σερ Τζον Ελιοτ Γκάρντινερ στην «Κ»: Ο Μπαχ είχε τις εμμονές του, αλλά είναι παρηγοριά

Ο Βρετανός διανοούμενος της κλασικής μουσικής μιλάει για τη μακροχρόνια μελέτη του έργου και της εποχής του Γερμανού μουσουργού, που αποκλήθηκε «Πέμπτος Ευαγγελιστής»

σερ-τζον-ελιοτ-γκάρντινερ-στην-κ-ο-μπ-564168583 Ψηλός, ευθυτενής, στα 82 του ο Γκάρντινερ δεν έδειχνε κουρασμένος. Ωστόσο, απέφυγε να ερμηνεύσει στην Αθήνα τα έργα-μνημεία με θέμα το Πάσχα, τα Κατά Ματθαίον ή τα Κατά Ιωάννην Πάθη. «Ναι, διότι είναι πασίγνωστα. Οι δύο καντάτες είναι θαυμάσια έργα και δεν παίζονται συχνά. Είναι ευκαιρία να μυήσουμε το κοινό σε αυτά. Το δε Ορατόριο του Πάσχα είναι πολύ ασυνήθιστο», εξήγησε στην «Κ» ο Βρετανός αρχιμουσικός. Φωτ. ΧΑΡΗΣ ΑΚΡΙΒΙΑΔΗΣ
Ψηλός, ευθυτενής, στα 82 του ο Γκάρντινερ δεν έδειχνε κουρασμένος. Ωστόσο, απέφυγε να ερμηνεύσει στην Αθήνα τα έργα-μνημεία με θέμα το Πάσχα, τα Κατά Ματθαίον ή τα Κατά Ιωάννην Πάθη. «Ναι, διότι είναι πασίγνωστα. Οι δύο καντάτες είναι θαυμάσια έργα και δεν παίζονται συχνά. Είναι ευκαιρία να μυήσουμε το κοινό σε αυτά. Το δε Ορατόριο του Πάσχα είναι πολύ ασυνήθιστο», εξήγησε στην «Κ» ο Βρετανός αρχιμουσικός. Φωτ. ΧΑΡΗΣ ΑΚΡΙΒΙΑΔΗΣ
Φόρτωση Text-to-Speech...

«Λοιπόν; Τι θέλετε να σας πω;». Δεν ειπώθηκε με τον αυστηρό τόνο που φαίνεται εδώ, αλλά η αλήθεια είναι ότι η συνάντησή μου με τον αρχιμουσικό σερ Τζον Ελιοτ Γκάρντινερ, λίγες ώρες πριν από τη συναυλία του στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών την περασμένη Παρασκευή, δεν ξεκίνησε καλά. 

Κατ’ αρχάς, η πρότασή μου να συνομιλήσουμε πολύ πριν από τη συναυλία έπεσε στο κενό. Κατάφερα, με τα πολλά, να τον δω έστω και λίγες ώρες πριν από το γεγονός. Επιπλέον, προέκυψαν διαδοχικές καθυστερήσεις: αντί για τις δύο το μεσημέρι, και ενώ περίμενα στο συμφωνημένο σημείο, μου ήρθε μήνυμα το ραντεβού να μετατεθεί για τις δύο και τριάντα. Ο σερ Τζον έτρωγε «κάπου εκεί κοντά». Στις δύο και τριάντα ήρθε νέο μήνυμα το ραντεβού να γίνει στις τρεις και τέταρτο. Ο σερ Τζον ακόμα έτρωγε. 

(Το «σερ Τζον» δεν υπονοεί ειρωνεία: έψαξα πώς προσφωνείς έναν σερ. Λοιπόν: σερ Τζον ναι, σερ Γκάρντινερ όχι. Σκέτο Τζον ναι. Δεν είχα το κουράγιο να τον αποκαλέσω απλώς «Τζον»…).

Για να με αναγνωρίσει, κρατούσα ένα αντίτυπο του βιβλίου του για τον Μπαχ «Music in the Castle of Heaven». Οταν εμφανίστηκε, ζήτησε συγνώμη. «Στην Ελλάδα, ο χρόνος είναι πιο ρευστός», είπε χαμογελαστός. Σχολίασα ότι, στην Ελλάδα, όταν θέλουμε να πούμε ότι κάποιος έρχεται στην ώρα του λέμε «είναι Αγγλος στα ραντεβού του». Προφανώς και έπιασε το υπονοούμενο, αλλά το αντιπαρήλθε. Αμέσως μετά ήρθε το ερώτημα: «Τι θέλετε να σας πω;». 

Χιλιάδες πράγματα, του απάντησα. Αλλά με τη μάνατζέρ του είχα συμφωνήσει σε ένα συγκεκριμένο όριο χρόνου (που ήταν σφιχτό) διότι έπρεπε να ξεκουραστεί πριν από τη συναυλία

Θα διηύθυνε την ορχήστρα και τη χορωδία Constellation σε δύο καντάτες («Der Himmel lacht! Die Erde jubilient», BWV31 & «Bleib bei uns, den as wil Abend warden», BWV 6) και το Ορατόριο του Πάσχα. Ολα του Μπαχ, φυσικά. Οπως άρμοζε στην περίσταση, παραμονή Σαββάτου του Λαζάρου. 

Ψηλός, ευθυτενής, στα 82 του ο Γκάρντινερ δεν έδειχνε κουρασμένος. Ωστόσο, απέφυγε να ερμηνεύσει στην Αθήνα τα έργα-μνημεία με θέμα το Πάσχα, τα Κατά Ματθαίον ή τα Κατά Ιωάννην Πάθη. Χαμογέλασε πονηρά. «Ναι, διότι είναι πασίγνωστα. Οι δύο καντάτες είναι θαυμάσια έργα και δεν παίζονται συχνά. Είναι ευκαιρία να μυήσουμε το κοινό σε αυτά. Το δε Ορατόριο του Πάσχα είναι πολύ ασυνήθιστο. Δεν έχει χορικά, πράγμα εξαιρετικά σπάνιο για Μπαχ. Εχει χαρακτήρες, τον Ιωάννη, τον Πέτρο, τη Μαρία, τη Μαγδαληνή. Δεν τους ονοματίζει, αλλά είναι φανερό ποιοι είναι. Και είναι ένα στοχαστικό, εσωτερικό έργο, το οποίο καταλήγει σε έναν δοξαστικό τόνο. Ο,τι ακριβώς χρειαζόμαστε αυτή την εποχή».

Ακρίβεια και συναίσθημα

Ο Γκάρντινερ έκανε όνομα τη δεκαετία του ’60 με ιστορικά ενημερωμένες ερμηνείες έργων του Μπαχ και της περιόδου του μπαρόκ. Ιδρυσε δύο διάσημα σήμερα μουσικά σύνολα, τη Χορωδία Μοντεβέρντι το 1964 και το 1978 το Αγγλικό Σύνολο Σολίστ του Μπαρόκ. Το σήμα κατατεθέν της προσέγγισής του ως αρχιμουσικού είναι ο συνδυασμός ακρίβειας, από τη μία, και ανάδειξης του συναισθηματικού πλούτου της μουσικής, από την άλλη. Ο Γκάρντινερ συνέβαλε στη διάδοση της λεγόμενης «πρώιμης μουσικής» (early music), ενώ αποτέλεσε κρίκο στην ελίτ των μεγάλων ερμηνευτών του θρησκευτικού Μπαχ: Γκούντερ Ράμιν, Καρλ Ρίχτερ, Νικολάους Αρνοκούρ κ.ά. 

Ο Γκάρντινερ είναι ονομαστός και ως διανοούμενος της μουσικής. Στο εμβριθές πορτρέτο του Μπαχ που φιλοτεχνεί στο «Music in the Castle of Heaven», ο αναγνώστης μυείται στη λουθηρανική ανθρωπολογία της Γερμανίας στην οποία γεννιέται και μεγαλώνει ο Μπαχ. Ενας κόσμος αυστηρός, βλοσυρός, φοβισμένος αλλά και αφοσιωμένος, ένας κόσμος εργατικός και ταπεινός που έχει ως μότο: «Ακόμα και μέσα στη ζωή, στον θάνατο βρισκόμαστε». 

Είναι επίσης ένας κόσμος, στα 1685, έτος γέννησης του Μπαχ, που έχει βγει από το μακελειό του Τριακονταετούς Πολέμου (1618-1648) και τα χτυπήματα της πανώλης. Ο ίδιος ο Μπαχ έχασε πρόωρα την πρώτη του γυναίκα, αλλά και τα μισά από τα είκοσι παιδιά του. 

Κι ωστόσο, έχει κάτι απίστευτα παρηγορητικό η μουσική του. Ο Γκάρντινερ παίρνει φωτιά. «Υπάρχει ένας γερμανικός όρος: Trost. Σημαίνει παρηγοριά. Ο Μπαχ είναι αυτό. Ας μην ξεχνάμε ότι είχε προβλήματα με τους λουθηρανιστές της εποχής του. Από τη μία ήταν οι αυστηροί Ομολογιακοί Λουθηρανοί και από την άλλη οι Ευσεβιστές. Νομίζω ο Μπαχ συμπαθούσε πιο πολύ τους δεύτερους. Οι εργοδότες του, όμως, ήταν συντηρητικοί και καταλαβαίνουμε ότι είχε έρθει σε ρήξη μαζί τους. Επειτα, ο Λουθηρανός Μπαχ μας δίνει ένα αριστούργημα της θρησκευτικής μουσικής της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας, τη Μεγάλη Λειτουργία σε σι ελάσσονα (BWV 232). Νομίζω ότι εκεί προσπάθησε να κάνει μια σύνοψη του θρησκευτικού αισθήματος μέσα από τη μουσική. Και εδώ έκρινε πως χρειαζόταν το λατινικό κείμενο». 

Επίκληση στον Θεό

Μιλώντας για θρησκευτικό αίσθημα, σχολιάζω από τα Κατά Ιωάννην Πάθη το εισαγωγικό χορικό, το ασύλληπτο «Herr unser Herrscher». Οι στίχοι δοξολογούν το μεγαλείο του Θεού, η μουσική όμως έχει κάτι τρομακτικό. Οι «φουγκάτοι» μαίανδροι, μετά τη σπαρακτική επίκληση στον Θεό, έχουν αυτήν την ιλιγγιώδη περιδίνηση της ταραγμένης συνείδησης – πιστού ή άθεου, αδιάφορο.   

«Είναι φυσικά το αποτέλεσμα της αντίστιξης», σχολιάζει εμφατικά ο Γκάρντινερ, ο οποίος ανασηκώνεται και αρχίζει με τη φωνή και τη γροθιά του να μιμείται την ένταση της μουσικής. «Ντα ντα ντα ντουμ! Είναι όντως μια σπαρακτική επίκληση: ζητούμε να μας δείξει τον δρόμο, να μάθουμε γιατί ήρθε ο Χριστός στον κόσμο, αλλά συμβαίνουν ταυτόχρονα τρία διαφορετικά πράγματα: η αγωνία του Χριστού στον σταυρό, ο θόρυβος του όχλου και συνάμα ο ύμνος που δοξολογεί. Ολα μαζί. Είναι όντως μοναδικό». 

Του σχολιάζω το «Κύριε ελέησον» του Μότσαρτ στη Μεγάλη Λειτουργία Κ427: στο «Κύριε», η χορωδία μοιάζει να τρέμει από φόβο, μα όταν η υψίφωνος πηγαίνει στο «Χριστέ ελέησον» ο τόνος αμέσως γλυκαίνει. «Είναι ανθρώπινος ο Ιησούς, αυτό το γλυκά ανθρώπινο στοιχείο που δεν έχει ο Θεός», λέει ο Γκάρντινερ. «Εχω ερμηνεύσει τη Λειτουργία του Μπαχ μαζί με εκείνη του Μότσαρτ και το Ρέκβιεμ του», προσθέτει μετά. «Είναι συναρπαστικό, μέσα στις διαφορές τους, να εντοπίζεις ομοιότητες». 

Καθώς τον ακούω, ο νους μου τρέχει στο δυσάρεστο περιστατικό, τον Αύγουστο του 2023 στη Γαλλία, στο Φεστιβάλ Μπερλιόζ, όταν χειροδίκησε εις βάρος του συνεργάτη του, βαθύφωνου Ουίλιαμ Τόμας. Ο Γκάρντινερ εγκατέλειψε για ένα χρόνο τις αίθουσες συναυλιών και οριστικά το μουσικό σύνολο Μοντεβέρντι. 
Είχε τότε ζητήσει συγνώμη δημοσίως (ο Τόμας δεν την αποδέχθηκε), κατέφυγε σε ψυχοθεραπεία, διαλογισμό και επέστρεψε δριμύτερος με το νέο μουσικό σύνολο Constellation. «Δεν υπάρχει καμία δικαιολογία», είχε δηλώσει στον δημοσιογράφο των Financial Times Χένρι Μανς, όταν τον επισκέφθηκε στο αγρόκτημά του στο Ντόρσετ. 

«Είχε τις εμμονές του και αυτός τα τρωτά του σημεία, όπως εσείς κι εγώ», μου λέει τώρα για τον Μπαχ. Ωστόσο, ο Μπαχ περιβάλλεται από παλιά από ένα φωτοστέφανο, χαρακτηριζόμενος «Πέμπτος Ευαγγελιστής». 

Ο Μπαχ δεν έγραψε ποτέ όπερα, σε αντίθεση με τον άλλο μέγα συνομήλικό του, τον Χέντελ (1685-1759). «Οχι με τη συμβατική έννοια, αλλά τα Πάθη και οι καντάτες έχουν μέσα τους δράμα», τονίζει ο Γκάρντινερ. «Αναλογιστείτε», λέει μετά, «κάθε εβδομάδα ο Μπαχ παρέδιδε από μία καντάτα στην εκκλησία, αυτό επί τρία συναπτά έτη. Επρεπε να είναι στην εκκλησία στις 7 το πρωί και να περιμένει κάνα δίωρο μέχρι να παίξουν το έργο. Μέσα στο παγερό ψύχος, περίμενε τις κυρίες και τους κυρίους της αριστοκρατίας να προσέλθουν. Αναρωτιέμαι αν πρόσεχαν την καντάτα. Δεν το ξέρουμε. Και μετά, ακολουθούσε και κήρυγμα! Τι να πει ένας ιερέας μετά μια καντάτα του Μπαχ»;  

Κι όμως, αφότου πέθανε το 1750, η μουσική του ξεχάστηκε. «Σε αντίθεση με την εποχή μας, που παίζουμε στις συναυλίες τους μεγάλους του παρελθόντος, τότε έπαιζαν μονάχα τους συγχρόνους τους», εξηγεί ο Γκάρντινερ. «Τις παρτιτούρες του Μπαχ μελέτησαν οι Χάιντν, Μότσαρτ, Μπετόβεν, αλλά ώς εκεί. Το 1829 ο Μπαχ ξεθάφτηκε όταν ο Φέλιξ Μέντελσον διηύθυνε τα Κατά Ματθαίον Πάθη. Προσοχή, όμως: η παρτιτούρα του μας δείχνει ότι ήταν η ρομαντική εκδοχή, αυτή που κατανοούσε ο Μέντελσον. Ο συνθέτης που πραγματικά ανακάλυψε τον Μπαχ ήταν ο Σούμαν. Προσέγγισε τα Κατά Ιωάννην με τρόπο που μας δείχνει σήμερα μια πολύ πιο βαθιά κατανόηση του Μπαχ». 

Μελετώντας τον Σιμπέλιους

Μας επιφυλάσσει κάτι για το μέλλον ο σερ Τζον Ελιοτ Γκάρντινερ; Επειτα από σκέψη, λέει: «Το πάθος μου αυτή την εποχή είναι ο Σιμπέλιους. Εχω φινλανδικό αίμα. Η γιαγιά μου ήταν Φινλανδή. Αλλά δεν έχω πάει ποτέ. Τα τελευταία πέντε χρόνια μελετώ συνεπαρμένος τον Σιμπέλιους». 

Τον φοβίζει το μέλλον της κλασικής μουσικής; «Η μουσική δεν διδάσκεται πια στα σχολεία και αυτό είναι πλήγμα, πρωτίστως για τα ίδια τα παιδιά. Η κλασική μουσική υπερβαίνει τις γλώσσες. Εάν είσαι μέλος μιας ορχήστρας ή μιας χορωδίας, εάν είσαι μέρος του κοινού, όλα αυτά δίνουν μια κοινωνική συνοχή. Αυτό λείπει σήμερα. Επίσης, δεν έχουμε πια την ίδια δυνατότητα συγκέντρωσης. Αλλά έχω να πω ότι όπου παίζουμε, ο κόσμος έρχεται να ακούσει. Παίξαμε Μπαχ στη Σεούλ και τρελάθηκαν. Στην Κίνα τα σόσιαλ μίντια ενθουσιάστηκαν («they went ballistic»). 

Το ίδιο βράδυ στο Μέγαρο, το ελληνικό κοινό τον αποθέωσε και αυτό. Από το πόντιουμ, φρόντισε να αναδείξει τους χορωδούς και την ορχήστρα, ιδίως τους μουσικούς που προσέφεραν στιγμές μεγαλείου στα σολιστικά μέρη των έργων που ερμήνευσαν. 

Καθώς τον παρατηρούσα να υποκλίνεται μια τελευταία φορά, σκέφτηκα το μεσημέρι: προτού φύγει, του ζήτησα να μου υπογράψει το βιβλίο του. «Θες να γράψω και το όνομά σου;», ρώτησε. «Μονάχα το δικό σας», του είπα.

comment-below Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή

Editor’s Pick

ΤΙ ΔΙΑΒΑΖΟΥΝ ΟΙ ΣΥΝΔΡΟΜΗΤΕΣ

MHT