Ελένη Ευθυμίου στην «Κ»: Κανείς δεν είναι απολύτως καθαρός ή αθώος

Ελένη Ευθυμίου στην «Κ»: Κανείς δεν είναι απολύτως καθαρός ή αθώος

Η παράσταση «Hλιος με ξιφολόγχες», η Θεσσαλονίκη του Μεσοπολέμου, το πογκρόμ στη συνοικία Κάμπελ, ο φόβος σήμερα

4' 55" χρόνος ανάγνωσης
Φόρτωση Text-to-Speech...

Στην πολυπολιτισμική, όμορφη αλλά ταυτόχρονα σκοτεινή και διχασμένη Θεσσαλονίκη του Μεσοπολέμου εκτυλίσσονται συγκρούσεις, πολιτικές εντάσεις, δρουν παρακρατικοί και πράκτορες ξένων δυνάμεων, παράνομες οργανώσεις, γίνονται δολοφονίες και μια σειρά από γεγονότα που οδηγούν, το 1931, στο πογκρόμ και στον εμπρησμό του εβραϊκού συνοικισμού Κάμπελ, την πρώτη μεγάλη επίθεση κατά Ισραηλιτών στην Ευρώπη του 20ού αιώνα.

Αυτό το πολιτικό και κοινωνικό μωσαϊκό όπου γεγονότα της Ιστορίας και πραγματικά πρόσωπα διασταυρώνονται με μια μυθοπλαστική προσωπική ιστορία έχει μεταφέρει ο Γιώργος Σκαμπαρδώνης στο αριστοτεχνικά δουλεμένο μυθιστόρημά του «Ηλιος με ξιφολόγχες». Το ατμοσφαιρικό και επίκαιρο πολιτικό δράμα ζωντανεύει στη νέα παραγωγή του ΚΘΒΕ, που κάνει απόψε πρεμιέρα στην Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών. Διασκευασμένο θεατρικά από την Ελένη Ευθυμίου, η οποία υπογράφει τη σκηνοθεσία και τη μουσική, τον ίδιο τον συγγραφέα και τον Δημήτρη Ζάχο, ακολουθεί την πορεία του κεντρικού ήρωα Γόρδιου Κλήμεντου (τον υποδύεται ο Ορέστης Παλιαδέλης) γύρω από τον οποίο στήνεται ένα πολιτικό θρίλερ, μυστηρίου και ερωτικού πάθους σε μία από τις πιο ταραγμένες περιόδους της Θεσσαλονίκης.

Μικρές φωτιές και μικρές σιωπές προηγήθηκαν για να οδηγήσουν στη γενοκτονία των Εβραίων που ακολούθησε λίγα χρόνια αργότερα στην Ευρώπη τον 20ό αιώνα.

«Η αίσθησή μου από την πρώτη ανάγνωση του μυθιστορήματος ήταν ότι διαβάζω κάτι σκοτεινό, γοητευτικό, σαν κινηματογραφικό νουάρ με ήρωες σκιώδεις, υποφωτισμένους, έντονο σασπένς και –ως προς το ιστορικό κομμάτι– επικίνδυνα επίκαιρο. Φανταζόμουν τη μεταφορά του σαν μικρές σκηνές από ταινία εποχής. Eβλεπα τους ήρωες να ανταλλάσσουν βλέμματα και έναν θίασο με λειτουργία χορού να συμπάσχει, να απορεί και να αφηγείται όσα δεν μπορούν να γίνουν εικόνα πάνω στη σκηνή», εξηγεί στην «Κ» η σκηνοθέτις Ελένη Ευθυμίου, που επιστρέφει στη δεύτερη κρατική σκηνή, λίγα χρόνια μετά την παράσταση «Η μεγάλη πλατεία» του Νίκου Μπακόλα.

Στο μυθιστόρημα οι λογοτεχνικές περιγραφές του πολιτικού κοινωνικού και αστικού περιβάλλοντος, της ανθρωπογεωγραφίας, ακόμη και της ενδυματολογίας του ’30, που γίνονται με μεγάλη ακρίβεια και λεπτομέρεια από τον συγγραφέα, ήταν μια σκηνοθετική πρόκληση για την κ. Ευθυμίου. «Η αναλυτική λογοτεχνική αφήγηση μας βοήθησε να φανταστούμε μια ατμόσφαιρα, να μαγευτούμε για να τη ζωντανέψουμε και στη σκηνή. Από την άλλη, οι τόσο γλαφυρές και ζωντανές περιγραφές ενός μυθιστορήματος στέκονται διαρκώς ως υπενθύμιση του πόσο δύσκολο είναι να διατηρήσει κανείς, σε μια θεατρική διασκευή, τη λεπτομέρεια και τη γεωγραφία του. Η δυσκολία αυτή όμως αποτέλεσε και μια πολύ γόνιμη πρόκληση, ώστε να βρούμε λύσεις για τη θεατρική του εκδοχή, με τα πραγματικά ιστορικά γεγονότα να λειτουργούν ως οδηγός που γέννησε ανάγκες, κατευθύνσεις και ιδέες.

Ελένη Ευθυμίου στην «Κ»: Κανείς δεν είναι απολύτως καθαρός ή αθώος-1
Για τη σκηνοθέτιδα Ελένη Ευθυμίου, η δημιουργία της παράστασης γέννησε ερωτήματα: «Αραγε πότε θα μάθουμε, ως ανθρωπότητα, από το παρελθόν, ώστε να φτιάξουμε ένα καλύτερο παρόν και ένα υγιέστερο μέλλον;». [MIKE RAFAIL]

«Στην παράστασή μας», εξηγεί η κ. Ευθυμίου, «συνυπάρχουν ήρωες –εκπρόσωποι όλης της κοινωνικής διαστρωμάτωσης– που κανείς τους δεν είναι απολύτως καθαρός ή απολύτως αθώος. Μέσα από τα ενδύματα, τα σκηνικά αντικείμενα, αλλά και μέσα από τους ήχους, τη μουσική κάθε σκηνής και τη λαλιά των χαρακτήρων, αναδύονται αυτά τα στοιχεία, ο σύνθετος κοινωνικός ιστός με τις αντιθέσεις του: της αστικής τάξης και της φτωχολογιάς σε μια πόλη όπου συγχρωτίζονται χιλιάδες πρόσφυγες που μόλις έχουν εγκατασταθεί, έμποροι και εργάτες, Εβραίοι, χριστιανοί, Φραγκολεβαντίνοι, Βούλγαροι και Βαλκάνιοι, μυστικοί, καταδότες προδότες, εθνικιστές, κομμουνιστές και φασίστες. Οι ισορροπίες μιας ήρεμης συμβίωσης μεταβάλλονται. Εχθρες φουντώνουν, συχνά τροφοδοτούμενες από την οικονομική ανέχεια, τον φόβο, την ανασφάλεια και την πολιτική εκμετάλλευση».

– Ο Μεσοπόλεμος είναι μία από τις πιο πολύπλοκες πολιτικά και κοινωνικά περιόδους της ιστορίας της Θεσσαλονίκης. Εσείς πού ρίχνετε τον προβολέα από εκείνη την εποχή;

– Στη στοχοποίηση των μειονοτήτων και στη ρητορική μίσους απέναντι σε ό,τι διαφέρει σε μια Θεσσαλονίκη όπου ενώ για πολλά χρόνια λαοί ετερόκλητοι έβρισκαν τρόπους να συνυπάρχουν και να ζουν σχετικά αδελφικά, ένα πολιτικό σχέδιο που θέτει ως προτεραιότητα την ομογενοποίηση και την ελληνοποίηση της κοινωνίας θυσιάζει αυτήν την ομόνοια. Επιτρέπει σε ακραίες εθνικιστικές ομάδες, όπως η Εθνική Ενωση Ελλάδος, να αλωνίζουν και έτσι εμφανίζονται τα πρώτα φασιστικά μορφώματα που οδηγούν σε έναν κύκλο βίας. Μικρές φωτιές και μικρές σιωπές προηγήθηκαν για να οδηγήσουν στη γενοκτονία των Εβραίων που ακολούθησε λίγα χρόνια αργότερα στην Ευρώπη τον 20ό αιώνα.

– Μέσα στο ζοφερό σκηνικό, ο έρωτας του στρατιωτικού κατασκόπου Γόρδιου Κλήμεντου (Ορέστης Παλιαδέλης) με τη μοιραία Ντανιέλ (Χρυσή Μπαχτσεβάνη) μοιάζει με φως στο σκοτάδι;

– Για τον ήρωα –παγιδευμένο ανάμεσα στο καθήκον και στην ακατάσχετη ερωτική του επι-θυμία– ο έρωτάς του με την Ντανιέλ αποτελεί κίνητρο αλλά και εμπόδιο ταυτόχρονα. Μοιάζει σαν να κυνηγάει το άπιαστο, αλλά και σαν να αναζητάει κάτι φωτεινό μέσα στα σκοτάδια στα οποία κολυμπάει.

– Ποια είναι για εσάς η πιο δυνατή σκηνή αυτού του έργου;

– Η τελευταία. Πέραν της φοβερής λογοτεχνικής περιγραφής του πογκρόμ στο Κάμπελ από Ελληνες εθνικιστές, αποτελεί και στην παράστασή μας ένα χορικό με όλο τον θίασο επί σκηνής, σε μια δύσκολη παρτιτούρα που απαιτεί κοινή ανάσα. Είναι η κορύφωση όπου ο ήρωας χάνει τον έλεγχο τον οποίο μέχρι τότε νόμιζε ότι είχε, καταλαβαίνει πως, κρατώντας ίσες αποστάσεις, βοηθούσε και ο ίδιος να εκκολαφθεί το αυγό του φιδιού, για να πάρει τελικά μια μεγάλη απόφαση πώς θα συνεχίσει ζωή του.

– Ο «ήλιος με ξιφολόγχες» σαν αυτές που στέφουν τον ήλιο στη ζωγραφιά ενός φαντάρου καθρεφτίζει πολεμικές, πολιτικές και κοινωνικές καταστάσεις τού σήμερα;

– Για μένα σίγουρα ναι. Αυτή είναι και η γοητεία του βιβλίου: το πόσο έντονα συνδιαλέγεται με το παρόν παρουσιάζοντας μια περασμένη εποχή. Ολη αυτή η ομοιότητα έχει κάτι επικίνδυνο και γνώριμο.

Τα γεγονότα του βιβλίου προηγήθηκαν μιας γενοκτονίας και ενός από τους πιο φρικτούς πολέμους της Ιστορίας. Η «Ανατακτική χειραγωγία», που αναφέρεται (στο μυθιστόρημα) από τον υπουργό Αλέξανδρο Θάννα ως στρατηγική χειραγώγησης του λαού, δεν αφορά μόνο την εποχή του Μεσοπολέμου. Σήμερα, εκτός από τον εκφασισμό και τη συντηρητικοποίηση του δυτικού κόσμου, εξελίσσεται ήδη μια γενοκτονία στη Γάζα και φρικτοί πόλεμοι που καταπατούν το διεθνές δίκαιο και τα ανθρώπινα δικαιώματα. Η παράσταση δίνει την αφορμή για μία ακόμη φορά να αναρωτηθώ: Αραγε πότε θα μάθουμε, ως ανθρωπότητα, από το παρελθόν, ώστε να φτιάξουμε ένα καλύτερο παρόν και ένα υγιέστερο μέλλον;

comment-below Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή

Editor’s Pick

ΤΙ ΔΙΑΒΑΖΟΥΝ ΟΙ ΣΥΝΔΡΟΜΗΤΕΣ

MHT