Ο θρύλος λέει ότι ο Τσέχοφ έγραψε τον «Βυσσινόκηπο» το 1903 σαν κωμωδία, όμως ένα χρόνο αργότερα ο Στανισλάφσκι σκηνοθέτησε το έργο ως δράμα, απογοητεύοντας τον συγγραφέα. Ποιος είχε δίκιο; «Αφού εκείνος το έγραψε, έχοντας αυτή την επιθυμία, θα πάω με τον Τσέχοφ», απαντά η Σοφία Κόκκαλη. «Ισως αυτός ήταν και ο λόγος που δεν τον καταλάβαινα πάντα, και όσα ανεβάσματα έχω δει πήγαιναν συνήθως σε κάτι βαρύ, δραματικό. Δηλαδή, την πατήσαμε με τον Στανισλάφσκι και έγινε μια παρεξήγηση που κράτησε χρόνια», σχολιάζει γελώντας η ηθοποιός.
Είναι ευτύχημα, συνεχίζει στο ίδιο πνεύμα, που «ο Τσέχοφ συναντά επιτέλους τον Λυγίζο». Γιατί ο Ελληνας σκηνοθέτης κάνει μια «ένεση ελαφράδας» στην παράσταση του «Βυσσινόκηπου» που παρουσιάζεται από τις 26 Φεβρουαρίου στο Εθνικό Θέατρο. Το σηκώνει και η ιστορία: Τα μέλη μιας οικογένειας συναντιούνται έπειτα από χρόνια στο υποθηκευμένο σπίτι τους και, ενώ γνωρίζουν ότι δεν θα ξαναζήσουν τη μεταξύ τους οικειότητα, τελικά, αντί να δεχτούν πως ο κόσμος αλλάζει, γαντζώνονται από μια αιώνια παιδικότητα. «Μιλούν για άλλα πράγματα αντί για αυτά που θέλουν, ασχολούνται με άλλα από εκείνα που τους τρομάζουν», λέει η Κόκκαλη. «Σαν να κρατιούνται όλα στον αφρό. Σαν να βλέπεις ταινία του Γούντι Αλεν».
Η δράση εκτυλίσσεται στο καθιστικό μιας ρωσικής ντάτσας, σε μια εποχή που θυμίζει 1970 (τότε που σε αρκετές κοινωνίες υπήρχε ίσως ακόμα μια αίσθηση συλλογικότητας, λέει η ηθοποιός) και το τσεχοφικό κύκνειο άσμα παρουσιάζεται σαν έργο συνόλου. Η προσέγγιση του Εκτορα Λυγίζου βασίζεται σε έναν «μουσικό ρεαλισμό», με «παρτιτούρα» το κείμενο και «όργανα» τους ηθοποιούς (όπως οι Αμαλία Μουτούση, Υβόννη Μαλτέζου, Γιάννης Κλίνης, Ράνια Οικονομίδου, ο ίδιος ο Λυγίζος κ.ά.). Η Κόκκαλη υποδύεται την έντιμη και δουλευταρού Βάρια, την ψυχοκόρη της ιδιοκτήτριας του κτήματος.
«Είναι αδόκιμο, εγώ το διαβάζω έτσι, αλλά το όνομά της θυμίζει τα βάρη που σηκώνει, τα βάρη όλης της οικογένειας», λέει η ηθοποιός. «Εχει βρει το κάλεσμά της στο να κρατά τις ισορροπίες, να προστατεύει τους υπόλοιπους από το να πληγωθούν, να ψάχνει λύσεις», προσθέτει. «Και ενώ έχει μια ρομαντική ιστορία με τον Λοπάχιν, ο οποίος θα αγοράσει το κτήμα, η ειρωνεία είναι ότι αυτός λέει ναι σε έναν καινούργιο κόσμο, ενώ εκείνη είναι προστάτις του παλιού», συνεχίζει η ηθοποιός και συνοψίζει: «Οταν το βλέπω αυτό στους ανθρώπους –να αναλαμβάνουν να κρατούν τις ισορροπίες–, θέλω να το σπάσω. Οπουδήποτε και να βάζαμε τη Βάρια, θα επέλεγε το καλό, αλλά νομίζω ότι δεν θα έφτιαχνε έναν προσωπικό χώρο. Εχει μεγάλη έγνοια για τους ανθρώπους, αλλά αυτό είναι δίκοπο μαχαίρι. Εξαιτίας του χάνει μεγάλα ποσά ενέργειας, φαντασίας, ελευθερίας».
Το βάρος της ατομικότητας
Στον «Βυσσινόκηπο», βέβαια, «καθένας έρχεται αντιμέτωπος με το βάρος της ατομικότητάς του». Στην παράσταση του Εθνικού θα δούμε και αποχαιρετισμούς σε πράγματα που εκλείπουν, από παλιά βιβλία και συνταγές μέχρι την απειλούμενη φύση. Αν έπρεπε να κάνει μια σύνδεση με το σήμερα, η Σοφία Κόκκαλη θα έλεγε το εξής: «Νομίζω ότι τα πράγματα σχηματίζονται με έναν δικό τους ρυθμό και αφού πάρουν ένα σχήμα, τότε κάνουμε μια κίνηση, ένα βήμα για να μιλήσουμε. Για αυτό συνήθως τα πράγματα μας προλαβαίνουν και έχουν πρόσημο αρνητικό».
Οσα ανεβάσματα έχω δει πήγαιναν συνήθως σε κάτι βαρύ, δραματικό. Δηλαδή, την πατήσαμε με την προσέγγιση του Στανισλάφσκι και έγινε μια παρεξήγηση που κράτησε χρόνια.
Είμαστε άραγε έτοιμοι για αλλαγές; Ας πούμε στην τέχνη: Προτιμάμε έργα για το χαμένο παρελθόν, όπως ο «Καποδίστριας» του Γιάννη Σμαραγδή, ή θα βλέπαμε και μια «μαύρη Ωραία Ελένη» στην «Οδύσσεια» του Κρίστοφερ Νόλαν; «Τα παραδείγματα που ανέφερες δεν είναι το σινεμά που βλέπω», αποκρίνεται η ηθοποιός, που έγινε ευρέως γνωστή μέσα από τη «Μικρά Αγγλία» του Παντελή Βούλγαρη και εσχάτως την είδαμε στο «Πολύδροσο» του Αλέξανδρου Βούλγαρη (και σε αρκετές άλλες δικές του), στο «Σελήνη, 66 ερωτήσεις» της Ζακλίν Λέντζου ή στο «Digger» του Τζώρτζη Γρηγοράκη. «Οχι ότι κάποιο σινεμά το προτιμώ και κάποιο το απαξιώνω», συνεχίζει, «αλλά με γοητεύει να υπάρχει μια διάθεση να ξαναδεί κανείς, να ξανασυλλάβει τον κόσμο από την αρχή μέσα από μια ταινία».
Το εγχώριο κοινό, επίσης, «δεν έχει συσχετιστεί με κάτι πιο αντιστικτικό από αυτό που συνήθως περιμένει να δει». Ειδικά η τηλεόραση «έχει μείνει σε κάτι τρομερά παλιό», αν και εσχάτως υπάρχουν παραγωγές που αφιερώνουν χρόνο στα γυρίσματα, αφήνοντας πίσω τους την ταχύτητα και την προχειρότητα του παρελθόντος – κάπως έτσι εμφανίστηκε στη σειρά «Μαύροι πίνακες» η Σοφία Κόκκαλη. «Στο θέατρο ο κόσμος δείχνει μια επιμονή και μια συνέπεια που σου δίνει ελπίδα», συνεχίζει, «αν και υπάρχει και αυτή η φοβερή τάση να γίνονται όλα sold out. Γίνεται το θέατρο ένα προϊόν προς κατανάλωση, με γρήγορους ρυθμούς. Πήγα τις προάλλες σε μια παράσταση, με το που τέλειωσε δίπλα μου χειροκροτούσαν, έκαναν ένα θετικό σχόλιο για αυτό που είδαν και η επόμενη φράση ήταν “το άλλο Σάββατο τι έχουμε;”».
Ποιες οι αγωνίες μιας ηθοποιού της γενιάς της; «Πέρα από τις καλλιτεχνικές –να είσαι πλούσιος σε συναντήσεις, να καλλιεργείς τα υποκριτικά σου μέσα–, θα ευχόμουν να ασκώ την τέχνη μου πιο συχνά», λέει η ηθοποιός. «Να έχω μια ισορροπία ανάμεσα στο να επιλέγω πράγματα που θα με αναπτύξουν και στο να διευκολύνω τη ζωή μου. Καμιά φορά λέω “είμαι ηθοποιός” και μετά αναρωτιέμαι “με ποιο τρόπο όμως θα βγάλω λεφτά;”. Σαν να προσπαθούμε να ανακαλύψουμε νέους τρόπους, επιχειρηματικούς, για να μπορούμε να κάνουμε τη δουλειά μας».
Ο «Βυσσινόκηπος» του Αντον Τσέχοφ σε σκηνοθεσία Εκτορα Λυγίζου θα ανέβει στην Κεντρική Σκηνή του Εθνικού Θεάτρου από τις 26/2 έως τις 5/4.

