Παντελής Φλατσούσης στην «Κ»: Μια κοινωνία σε διαρκή πτώση

Παντελής Φλατσούσης στην «Κ»: Μια κοινωνία σε διαρκή πτώση

«Το μίσος» του Ματιέ Κασοβίτς, το θέατρο - ντοκουμέντο, η αστυνομική αυθαιρεσία, το γυναικείο βλέμμα

3' 35" χρόνος ανάγνωσης
Φόρτωση Text-to-Speech...

«Μέχρι εδώ όλα πάνε καλά. Μέχρι εδώ όλα πάνε καλά… Σημασία όμως δεν έχει η πτώση, αλλά η προσγείωση». Η φράση αυτή, από τη βραβευμένη στις Κάννες ταινία «Το μίσος» του Ματιέ Κασοβίτς, έχει χαραχτεί στη συλλογική μνήμη σαν μια επαναλαμβανόμενη προειδοποίηση. Δημιουργεί την εικόνα κάποιου που πέφτει από ένα ψηλό κτίριο και προσπαθεί να καθησυχάσει τον εαυτό του όσο πλησιάζει το αναπόφευκτο τέλος.

Αυτή η αίσθηση ενός ανθρώπου ή, καλύτερα, μιας κοινωνίας που βρίσκεται σε διαρκή πτώση, είναι και το σημείο από το οποίο ξεκινά η νέα παράσταση του Παντελή Φλατσούση «24 ώρες σε έναν κόσμο που δεν μας ανήκει», η οποία θα παρουσιαστεί στις 16 Φεβρουαρίου στο Θέατρο Τέχνης. Η εμβληματική ταινία του 1995, με κεντρικά πρόσωπα τρεις νέους φίλους που ζουν σε ένα υποβαθμισμένο προάστιο του Παρισιού, γίνεται η κινητήριος δύναμη του έργου, το οποίο δημιουργήθηκε στο πλαίσιο μιας συμπαραγωγής με το Κρατικό Θέατρο της Ιένας στη Γερμανία.

Παντελής Φλατσούσης στην «Κ»: Μια κοινωνία σε διαρκή πτώση-1
Οι πρωταγωνίστριες της παράστασης. Από αριστερά, η ιρανικής καταγωγής ηθοποιός Σάμπα Χοσεϊνί, δίπλα της η Κατερίνα Συναπίδου και η Λίζα Μικροπούλου. [alexcat]

«Οι τόποι της παράστασης είναι πολλοί. Δεν είναι μόνο η Αθήνα. Πρόκειται για μια προσπάθεια να δούμε ότι όλα αυτά τα ζητήματα που θίγονται στο “Μίσος”, όπως η περιθωριοποίηση και ο ρατσισμός, είναι υπερτοπικά», λέει στην «Κ» ο κ. Φλατσούσης.

Η καλλιτεχνική γλώσσα του χαρακτηρίζεται σταθερά από τη διερεύνηση των ορίων ανάμεσα στο θέατρο και στον κινηματογράφο, αλλά και ανάμεσα στη μυθοπλασία και στην πραγματικότητα, με το βίντεο-ντοκουμέντο να αποτελεί βασικό εργαλείο της δουλειάς του. «Εχουμε γυρίσει σκηνές σε διάφορες περιοχές της Αθήνας, αλλά και της Ιένας, με τα πλάνα να λειτουργούν ως ζωντανό υλικό που συνομιλεί με τους ηθοποιούς από τις δύο χώρες και παίζει ρόλο στην εξέλιξη της αφήγησης», σημειώνει. Παράλληλα, όπως μας εξηγεί, ενσωματώνει αρχειακό και οπτικό υλικό από τις χώρες καταγωγής των ηθοποιών όπως η Νότια Αφρική, το Ιράν, η Ελλάδα κ.ά., επιχειρώντας να συγκροτήσει μια πραγματικά παγκόσμια οπτική πάνω στα ζητήματα που τον απασχολούν.

«Οι τόποι της παράστασης είναι πολλοί. Δεν είναι μόνο η Αθήνα. Πρόκειται για μια προσπάθεια να δούμε ότι η περιθωριοποίηση και ο ρατσισμός είναι υπερτοπικά θέματα».

«Η ταινία του 1995 κατέγραφε μια στοχευμένη καταστολή απέναντι σε τρία αγόρια, εβραϊκής, αφρικανικής και αραβικής καταγωγής, κάτι που τότε φαινόταν σοκαριστικό αλλά και σχετικά περιορισμένο. Μιλούσε για μια κατάσταση που επαναλαμβανόταν μεν, αλλά παρέμενε εστιασμένη σε συγκεκριμένες ομάδες», επισημαίνει ο κ. Φλατσούσης. «Σήμερα, βλέπουμε αντίστοιχες πρακτικές να στρέφονται εναντίον ανθρώπων που πριν από λίγα χρόνια δεν θα θεωρούνταν καν πιθανοί στόχοι. Η αστυνομική αυθαιρεσία δεν αφορά πια μόνο “τα τρία αγόρια” του φιλμ, κάτι με το οποίο ούτε ταυτίζομαι ούτε δικαιολογώ. Αυτό που με απασχολεί είναι η διεύρυνση του φαινομένου και το γεγονός ότι οι “στόχοι” αυτού του τύπου βίας πολλαπλασιάζονται αντί να περιορίζονται», συνεχίζει.

Τα πρόσφατα περιστατικά στη Μινεσότα, όπου δύο άνθρωποι δολοφονήθηκαν από ομοσπονδιακούς πράκτορες της ICE, δεν άφησαν ανεπηρέαστη την παράσταση. «Δυστυχώς, όσα συνέβησαν στις ΗΠΑ αποτυπώνουν με ακρίβεια αυτό που προσπαθούμε να εκφράσουμε. Μέσα σε ελάχιστο χρόνο, άνθρωποι που δεν ταίριαζαν σε κάποιο “προφίλ υπόπτου” βρέθηκαν αντιμέτωποι με ακραίες πρακτικές των Αρχών. Και αυτό είναι το πραγματικά ανησυχητικό. Κάτι που κάποτε έμοιαζε μακρινό, τώρα εξαπλώνεται, και κανονικοποιείται», υπογραμμίζει ο σκηνοθέτης.

Η γυναικεία ματιά

Αν και στο «Μίσος» του Κασοβίτς οι πρωταγωνιστές είναι τρεις νεαροί άντρες, ο Παντελής Φλατσούσης επέλεξε συνειδητά να τοποθετήσει στο κέντρο της παράστασής του τρεις γυναίκες ηθοποιούς, τις Σάμπα Χοσεϊνί, Λίζα Μικροπούλου και Κατερίνα Συναπίδου. «Η ταινία είναι καθαρά αγορίστικη. Αυτό μας έκανε να αναρωτηθούμε αν τα θέματα που πραγματεύεται, δηλαδή η βία, η περιθωριοποίηση, ο κοινωνικός αναβρασμός, η οργή των αποκλεισμένων, αφορούν μόνο άνδρες ή αν μπορούν και πρέπει να ειπωθούν από διαφορετική πλευρά».

Συζητώντας μαζί του, αναρωτιόμαστε αν οι δικές του πρωταγωνίστριες θα συμπαθούσαν τους ήρωες του Κασοβίτς, οι οποίοι κουβαλούν όλη τη ματσίλα, την παρορμητικότητα και την ωμή συμπεριφορά μιας ομάδας που έχει μάθει να επιβιώνει μέσα στην ένταση και στη φτώχεια. «Είναι ένα ερώτημα που μας απασχόλησε από την αρχή και τίθεται με διάφορους τρόπους και στην παράσταση. Εγώ νομίζω πως δεν θα τα πήγαιναν και πολύ καλά. Σε αυτό το συμπέρασμα καταλήξαμε αναπτύσσοντας το κείμενο και σκεπτόμενοι πώς θα αισθάνονταν αυτές οι τρεις κοπέλες περνώντας δίπλα από τα συγκεκριμένα αγόρια, είτε στα προάστια είτε στο κέντρο του Παρισιού», καταλήγει ο σκηνοθέτης.

«24 ώρες σε έναν κόσμο που δεν μας ανήκει», πρεμιέρα 16/2, Θέατρο Τέχνης, Φρυνίχου 14.

comment-below Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή

Editor’s Pick

ΤΙ ΔΙΑΒΑΖΟΥΝ ΟΙ ΣΥΝΔΡΟΜΗΤΕΣ

MHT