Στις μέρες μας δεν θα ήταν περίεργο να αναρωτηθεί κανείς εάν υπήρχε κάποτε μια εποχή που όλα κυλούσαν ομαλά και ανέφελα, κάτι σαν Παράδεισος. Αφελές; Σύμφωνοι, αλλά και ποιος δεν θα το επιθυμούσε. Σίγουρα ο ρομαντικός ποιητής Τόμας Χάρντι (1840-1928) της βικτωριανής Αγγλίας, ο οποίος στο ποίημα του «Before life and after» (1840-1928) ανταγωνίζεται ευθέως κουλτούρες, πολιτισμούς και θρησκείες. Ο ποιητής, στον οποίο αναφέρονταν μετά τον θάνατό του ομότεχνοί του όπως οι Εζρα Πάουντ, Φίλιπ Λάρκιν, Ουίσταν Ωντεν, δημιούργησε τον δικό του Παράδεισο, έναν κόσμο που, όπως μας λέει η μέτζο σοπράνο Λένια Ζαφειροπούλου «τα πράγματα συμβαίνουν αλλά δεν υπάρχει πάνω τους ηθικό βάρος». Το ποίημα που μελοποίησε ο συνθέτης Μπέντζαμιν Μπρίτεν (1913-1976) είναι το τελευταίο της συλλογής «Λόγια του Χειμώνα», ένας κύκλος τραγουδιών που ακούγεται σπάνια στο αθηναϊκό κοινό. Πόσο μάλλον σε μια συνομιλία με τραγούδια του Αυστριακού συνθέτη Χούγκο Βολφ σε στίχους του Γερμανού ρομαντικού ποιητή Εντουαρντ Μέρικε. Αυτούς τους δύο «αλχημιστές» της μουσικής θα παρουσιάσουν στο ρεσιτάλ τους η πολυσχιδής λυρική τραγουδίστρια Λένια Ζαφειροπούλου, η οποία έχει βραβευθεί για το ποιητικό της έργο, και ο διακεκριμένος πιανίστας Θοδωρής Τζοβανάκης στο Μέγαρο Μουσικής.
– Στα «Λόγια του Χειμώνα» ο Τόμας Χάρντι ακροβατεί μεταξύ της εποχής της αθωότητας και της ενηλικίωσης που έρχεται με τραυματικό συνήθως τρόπο. Χωρίς να του λείπει το ιδιαίτερο βρετανικό χιούμορ. Τι είναι αυτό που σας συγκινεί στα ποιήματά του που μελοποίησε ο Μπρίτεν;
– Νομίζω ο Μπέντζαμιν Μπρίτεν έχει πετύχει στον κύκλο αυτόν κάτι πολύ ξεχωριστό. Ενώ ο Χάρντι σ’ αυτά τα οκτώ ποιήματα παραμένει πάντοτε σαφής και μέσα σε έναν ορισμένο στυλιστικό φράχτη, είτε μιλάει φιλοσοφικά είτε σατιρικά, είτε με ερωτική νοσταλγία είτε φλερτάροντας με το υπερβατικό, στη μελοποίηση του Μπρίτεν κατοικεί κάτι που ακόμα και έπειτα από μήνες μελέτης με παραξενεύει και μου θέτει αινίγματα. Η τέχνη του Μπρίτεν είναι όπως κατά τη γνώμη μου πρέπει να είναι η τέχνη: είναι ένας κόσμος αυθύπαρκτος και όχι απ’ άκρη σ’ άκρη ερμηνεύσιμος. Δεν δικαιολογεί ποτέ τον εαυτό του, δεν ασχολείται να μας εξηγήσει τι εννοεί ούτε να αναπαραστήσει κάτι απ’ τον κόσμο της πραγματικότητας. Δεν είναι αληθοφανής, ούτε φωτογραφικός και πρέπει να τον ακούσεις και να τον νιώσεις όπως είναι χωρίς να αναζητείς μια μετάφρασή του επί το ρεαλιστικότερο. Προσέξτε όμως, αυτό δεν σημαίνει καθόλου πως ο κόσμος του Μπρίτεν είναι ένας κόσμος περίκλειστος μέσα στο ιδιοφυές κρανίο του: γιατί έχει μια πάρα πολύ συγκινητική σεμνότητα. Τη σεμνότητα που αυτόματα προκύπτει όταν η χειρονομία του καλλιτέχνη ακολουθεί τις αρχιτεκτονικές ρυθμικές και μοτιβικές χειρονομίες της φύσης. Η μουσική του Μπρίτεν είναι ένα παράξενο πανέμορφο αίνιγμα. Οπως η φύση.
– Αν διαλέγατε μια φράση από ένα τραγούδι της συλλογής, ποια θα ήταν και γιατί;
– Με συναρπάζει το τελευταίο ποίημα του Χάρντι στα «Λόγια του Χειμώνα», που αρχίζει έτσι: «A time there was … / Before the birth of consciousness, / When all went well» («Υπήρξε μια εποχή πριν γεννηθεί η συνείδηση όπου όλα πήγαιναν καλά»).
Πολλές απόπειρες έχουν γίνει να περιγραφεί αυτό που σε άλλες κουλτούρες ονομάζεται Παράδεισος και σε άλλες Χρυσός Αιώνας. Μια εποχή τέλεια όπου η ανθρωπότητα ζούσε εντελώς ανέφελα. Αυτό το ποίημα είναι η απόπειρα του Χάρντι να περιγράψει τον Παράδεισο. Σ’ αυτή την εποχή, δεν είναι ότι τα πράγματα του δικού μας κόσμου δεν συμβαίνουν, συμβαίνουν αλλά δεν υπάρχει πάνω τους ηθικό βάρος. Δεν έχει γεννηθεί η συνείδηση, τα πράγματα δεν έχουν ονόματα ούτε καθρεφτίζονται στην ψυχή των ανθρώπων. Σαν να μην αφήνουν ίχνη. Και όλα αλλάζουν, λέει το ποίημα, όταν «φυτρώνει η νόσος του αισθήματος», τότε «η αρχέγονη ορθότητα παίρνει την απόχρωση του σφάλματος». Με γοητεύει πάρα πολύ αυτό το ποίημα και είναι και μια από τις αινιγματικότερες στιγμές του Μπρίτεν μέσα στο έργο. Το πιο μελωδικό τραγούδι του κύκλου αλλά ταυτόχρονα κάπως απόμακρο. Σαν από έναν καταποντισμένο κόσμο.
– Στο μουσικό μέρος, το πιάνο είναι σχεδόν ισότιμο σε κάποια σημεία με τον ερμηνευτή των τραγουδιών. Ποια είναι η συνταγή για να πετύχει αυτή η συνύπαρξη;
– Η συνταγή είναι η ίδια που ισχύει για κάθε ντουέτο επί σκηνής είτε πρόκειται για μουσική είτε για χορό, είτε για θέατρο. Βέβαια μ’ αυτό δεν εννοώ τους παραδοσιακούς χορούς σε ζεύγη όπου σχεδόν πάντα οδηγεί ο καβαλιέρος και ακολουθεί η ντάμα. Εννοώ τη σύγχρονη τέχνη. Εκεί ιδανικά δεν πρέπει να φαίνεται ποιος οδηγεί και ποιος ακολουθεί. Η σκυτάλη και το πηδάλιο πρέπει να αλλάζουν χέρια διαρκώς με τρόπο αόρατο για τον θεατή. Αυτό για να γίνει πρέπει να το πιστεύουν και οι δύο και ύστερα να πέσει πολλή δουλειά. Και έσονται οι δύο εις σάρκα μίαν και νουν ένα.
«Τους έβαλα μαζί (Μπρίτεν και Βολφ) γιατί είναι και οι δύο αλχημιστές. Παίρνουν το ποίημα και δεν το μελοποιούν απλώς, το μετουσιώνουν».
– Πώς συνομιλούν τα τραγούδια του Μπρίτεν με εκείνα του Βολφ;
– Τους έβαλα μαζί γιατί είναι και οι δύο αλχημιστές. Παίρνουν το ποίημα και δεν το μελοποιούν απλώς, το μετουσιώνουν. Το δουλεύουν με τόσο ευφάνταστο και χειρονομιακό τρόπο, που στο τέλος είναι σαν το ποίημα από γραπτό κείμενο να μεταμορφώνεται σε ζωντανό πλάσμα. Με δική του φωνή, δικό του ρυθμό και ένα ολόκληρο περιβάλλον γύρω του μέσα στο οποίο αναπνέει και δικαιώνεται.
– Ως ποιήτρια αναζητάτε τη μουσικότητα στις λέξεις όταν γράφετε στίχους;
– Δεν θα έλεγα ακριβώς τη μουσικότητα στις λέξεις. Δεν πιστεύω τόσο στις στατικές λεπτομέρειες ούτε στις υποτιθέμενες αναντικατάστατες λέξεις. Γενικά πιστεύω ότι το έργο τέχνης είναι εν πολλοίς μια λιγότερο ή περισσότερο πετυχημένη αποτύπωση της τυχαιότητας. Μάλλον πιστεύω στον ρυθμό. Οχι απαραίτητα στον επαναλαμβανόμενο ρυθμό της έμμετρης ποίησης, όσο σε κάτι που αν είμαι τυχερή αποτυπώνει υλικά τη φυσική ροή της σκέψης, τις πυκνώσεις και αραιώσεις νοήματος και αισθήματος.
– Τα ποιήματα ήταν πάντα μια πηγή για την παραγωγή τραγουδιών. Σήμερα, ισχύει το ίδιο;
– Σίγουρα θα ισχύει στην ποπ και την ελαφρά μουσική. Απομένει να φανεί αν το κοινό θα συνεχίσει να αναζητεί τη μελοποίηση των ποιητών και στη δική μας μουσική, ας μην την πούμε κλασική, ας την πούμε ίσως πιο περίπλοκη. Σίγουρα λιγοστεύει αργά και σταθερά ο κόσμος που έχει όρεξη για μια απαιτητική ακουστική τέχνη, σε έναν κόσμο όλο και πιο οπτικοκεντρικό. Κακά τα ψέματα, η δική μας μουσική δεν λειτουργεί ως background, απαιτεί να απορροφήσει τον ακροατή και πολύ συχνά του προτείνει έναν κόσμο που δεν έχει καμιά σχέση με αναπαράσταση της πραγματικότητας. Ούτε καν των καθημερινών αισθημάτων. Και αυτό ίσως δυσκολέψει σε μια εποχή που αλλάζουμε αντικείμενο προσοχής κάθε λίγα δευτερόλεπτα και που ζούμε την αποθέωση της καταγραφής του πραγματικού.
Οι σολίστ Λένια Ζαφειροπούλου και Θοδωρής Τζοβανάκης παρουσιάζουν τη συναυλία με έργα Μπέντζαμιν Μπρίτεν και Χιούγκο Βολφ «Υπαρξη και χιούμορ στο τραγούδι του 19ου και 20ού αιώνα», την Πέμπτη 15 Ιανουαρίου στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών.

