Γιάννης Χουβαρδάς στην «Κ»: «Η αποτυχία σε διδάσκει περισσότερα»

Γιάννης Χουβαρδάς στην «Κ»: «Η αποτυχία σε διδάσκει περισσότερα»

Ο «Ιβάνοφ» του Τσέχωφ, η κατάθλιψη των νέων, τα σύνορα ανάμεσα σε τραγωδία και κωμωδία, ένας ροκάς πάνω στη σκηνή

5' 21" χρόνος ανάγνωσης
Φόρτωση Text-to-Speech...

Γιατί μας αφορά σήμερα ο Τσέχωφ; Το ερώτημα επανέρχεται σχεδόν αυτόματα κάθε φορά που ένα κλασικό έργο του σπουδαίου Ρώσου συγγραφέα ανεβαίνει στη σκηνή. Κι όμως, στην περίπτωση του Γιάννη Χουβαρδά, η απάντηση δεν προκύπτει μέσα από θεωρητικές αναλύσεις, αλλά από μια βαθιά, σχεδόν υπαρξιακή σχέση με τα ίδια τα κείμενα. «Δεν διαλέγω εγώ τα έργα· εκείνα με διαλέγουν», λέει στην «Κ» μιλώντας για τη συνάντησή του για τέταρτη φορά με ένα έργο του σπουδαίου Ρώσου συγγραφέα, το «Ιβάνοφ», που θα παρουσιάσει στο Δημοτικό Θέατρο Πειραιά.

Ο Αντον Τσέχωφ, όπως τον αντιλαμβάνεται ο ίδιος, δεν είναι ένας συγγραφέας του παρελθόντος, αλλά ένας βαθιά σύγχρονος παρατηρητής του ανθρώπινου αδιεξόδου, που προσεγγίζει τους χαρακτήρες του σχεδόν ψυχαναλυτικά. «Δεν είναι διδακτικός, δεν αποκλείει κανέναν και δίνει χώρο σε όλους τους ανθρώπους για τους οποίους γράφει», λέει ο κ. Χουβαρδάς. «Με συγκινούν ιδιαίτερα οι ήρωές του, οι οποίοι αντιμετωπίζουν δυσκολίες στη ζωή τους και συνήθως αποτυγχάνουν. Δεν είμαι υπέρμαχος της επιτυχίας – είμαι υπέρμαχος της αποτυχίας. Η αποτυχία σε διδάσκει περισσότερα και σε κάνει να γνωρίσεις καλύτερα τον εαυτό σου».

Ο «Ιβάνοφ» τοποθετείται ακριβώς σε αυτό το σημείο θραύσης. Πρόκειται για έναν άνθρωπο που ξεκίνησε με όραμα και πίστη στις ιδέες του και στα 35 του χρόνια συνειδητοποιεί ότι έχει αδειάσει. Ολα όσα τον κινητοποιούσαν έχουν εξαφανιστεί· η ψυχική του κατάρρευση και η αδυναμία του να προσαρμοστεί στα νέα δεδομένα καθιστούν το έργο, σύμφωνα με τον σκηνοθέτη, οδυνηρά επίκαιρο, σε μια εποχή που η κατάθλιψη και το υπαρξιακό κενό αφορά ολοένα και περισσότερους.

Γιάννης Χουβαρδάς στην «Κ»: «Η αποτυχία σε διδάσκει περισσότερα»-1
«Τα έργα με διαλέγουν», λέει ο Γιάννης Χουβαρδάς. [KAROL JAREK]

«Οι άνθρωποι γύρω του, ενώ θα μπορούσαν να είναι “Ιβάνοφ”, έχουν συμβιβαστεί με την πραγματικότητα και έχουν φαινομενικά ξεπεράσει αυτό το υπαρξιακό κενό. Εκείνος, αντιθέτως, στέκεται συνειδητά πάνω στο πρόβλημά του, διεισδύει μέσα του, αναρωτιέται συνεχώς για το τι του συμβαίνει και σπέρνει γύρω του έναν όλεθρο, όχι επειδή το θέλει, αλλά επειδή δεν μπορεί να κάνει αλλιώς», αναφέρει ο σκηνοθέτης και τονίζει ότι το έργο αφορά τόσο τις γενιές του παρελθόντος όσο και του σήμερα. «Ολοι μας ξεκινάμε με ορμή και δύναμη, ανεξάρτητα από το φύλο ή την ταυτότητά μας. Στην πορεία όμως κάποιοι, ίσως οι περισσότεροι, αδειάζουμε, συμβιβαζόμαστε ή “τρώμε τα μούτρα μας”», σημειώνει.

– Πρόκειται για διασκευή του πρωτότυπου έργου; Ποια είναι η δική σας σκηνοθετική προσέγγιση;

– Είναι μια διασκευή, που όμως σέβεται απόλυτα τον Τσέχωφ και αφορά κυρίως την αισθητική προσέγγιση, καθώς χρησιμοποιώ στοιχεία από τη μουσική κωμωδία και το μουσικό δράμα. Ο Μπλέιν Λ. Ρέινινγκερ έχει γράψει πρωτότυπη μουσική η οποία θα παιχτεί ζωντανά από τον ίδιο και από τους ηθοποιούς.

Οσον αφορά το περιεχόμενο του έργου, υπάρχει επίσης μια ελαφρά μετατόπιση προς το σήμερα, χωρίς όμως να αλλοιώνεται ο πυρήνας της ιστορίας. Οταν έχει κανείς στα χέρια του το πρώτο έργο ενός συγγραφέα –όσο μεγάλος κι αν είναι αυτός–, συναντάει αναπόφευκτα κάποιες μικρές δραματουργικές δυσλειτουργίες. Αυτές προσπαθήσαμε να απαλύνουμε, ώστε η παράσταση να ρέει καλύτερα και να επικοινωνεί πιο άμεσα με το σήμερα.

– Ποιες είναι οι συνθήκες που επιτρέπουν να αναδυθεί ο ανθρωπότυπος του Ιβάνοφ;

– Ο Τσέχωφ δεν είναι κοινωνιολόγος και σε καμία περίπτωση δεν πολιτικολογεί. Είναι μελετητής της ανθρώπινης φύσης και συμπεριφοράς. Διεισδύει στον χαρακτήρα του Ιβάνοφ και στην πραγματικότητα που τον περιβάλλει μέσα από μια βαθιά ψυχική συμπάθεια.

Υπάρχουν, βέβαια, απαντήσεις στο «γιατί» των πραγμάτων, απλώς δεν είναι εκείνες οι εύκολες που περιμένει κανείς όταν ρωτάει «τι συμβαίνει στο περιβάλλον και μας ωθεί προς τα εκεί, σε αυτή τη στασιμότητα». Και εγώ δεν θέλω να δώσω απλουστευτικές εξηγήσεις. Ωστόσο, μπορούμε να πούμε ότι ο κόσμος του Ιβάνοφ –όπως και ο δικός μας σήμερα, κοινωνικά, πολιτικά, υπαρξιακά– μοιάζει με ένα βάλτο, που δεν αφορά μόνο την πολιτική και κοινωνική πραγματικότητα. Υπάρχει κάτι βαθύτερο, κάτι που προσωπικά το διαισθάνομαι αλλά δεν μπορώ να το ονομάσω, τόσο εγώ όσο και ο Ιβάνοφ. Εκείνος αντιλαμβάνεται σταδιακά ότι γύρω του υπάρχει ένα τέλμα, ότι η ζωή έχει σταματήσει. Για παράδειγμα, η γυναίκα του πεθαίνει από φυματίωση. Μια πολύ νεαρή κοπέλα τον ερωτεύεται και τη βλέπει σχεδόν σαν νοσοκόμα που θα τον «αναστήσει» και θα του ξαναδώσει ενέργεια. Υπάρχουν χαρακτήρες αλκοολικοί, άνθρωποι κολλημένοι στα χρήματα, στην τοκογλυφία και στη χαρτοπαιξία. Παρακολουθούμε μια κοινωνία σε αποσύνθεση – την οποία ο Ιβάνοφ βλέπει καθαρά, αλλά δεν μπορεί με τίποτα ούτε να την αλλάξει ούτε να ταιριάξει μαζί της.

«Ολοι μας ξεκινάμε με ορμή και δύναμη, ανεξάρτητα από το φύλο ή την ταυτότητά μας. Στην πορεία όμως κάποιοι, ίσως οι περισσό- τεροι, αδειάζουμε, συμβιβαζόμαστε ή “τρώμε τα μούτρα μας”».

Το έργο, όμως, πέρα από σκοτεινό, είναι ταυτόχρονα γεμάτο χιούμορ. Στον Τσέχωφ τα σύνορα ανάμεσα στην κωμωδία και στην τραγωδία είναι πάντα δυσδιάκριτα, και αυτό δίνει στον καλλιτέχνη τεράστια ελευθερία. Το αξιοποιούμε κι εμείς στην παράσταση, η οποία άλλοτε κινείται προς την κωμωδία, άλλοτε προς το δράμα, άλλοτε προς το γκροτέσκο. Εχουμε επιστρατεύσει μέχρι και στοιχεία τσίρκου για να αποδώσουμε αυτό το πολύχρωμο παζλ που δημιουργεί ο Τσέχωφ.

– Ο λαϊκισμός είναι ένα χαρακτηριστικό του κεντρικού ήρωα;

– Το αντίθετο. Ο Τσέχωφ –και ειδικά ο Ιβάνοφ– βρίσκεται όσο πιο μακριά γίνεται από τον λαϊκισμό, κάτι το οποίο υπάρχει γύρω του. Οι ευκολίες, τα σλόγκαν, οι άνθρωποι που προσπερνούν τα προβλήματα με απλές, πρόχειρες απαντήσεις, είναι όλα αυτά που τον περιβάλλουν. Ο ίδιος όμως αρνείται να λειτουργήσει έτσι. Και αυτό ακριβώς είναι το πρόβλημά του. Δεν μπορεί να ξεπεράσει τη δυσκολία με εύκολες λύσεις.

– Τι ρόλο παίζουν η μουσική και ο χορός στη δραματουργία της παράστασης;

– Μερικές φορές δεν μπορούμε να εκφράσουμε με λόγια αυτό που νιώθουμε, και τότε μας ξεφεύγει αυθόρμητα ένα τραγούδι, μια μελωδία ή μια κίνηση που αποδίδει καλύτερα το συναίσθημά μας. Ο άλλος λόγος για τον οποίο επέλεξα να υπάρχει ζωντανή μουσική είναι πιο διαισθητικός, καθώς μου ταίριαξε πολύ η ιδέα ενός παράλληλου σύμπαντος πάνω στη σκηνή, με ένα μουσικό –ένα ροκά στην προκειμένη περίπτωση– που έχει στοιχεία Μπομπ Ντίλαν και ως άνθρωπος και καλλιτέχνης διαθέτει χαρακτηριστικά που θυμίζουν ψυχοθεραπευτή. Αυτός ο άτυπος ψυχοθεραπευτής, λοιπόν, υπάρχει διαρκώς δίπλα στους ηθοποιούς και πολλές φορές συνομιλεί μαζί τους, τραγουδώντας και συμβάλλοντας με αυτόν τον τρόπο στην εξέλιξη της αφήγησης.

Η μουσική που θα ακούσετε περιλαμβάνει στοιχεία ροκ, ποπ και μπαλάντας, σε δικούς μου στίχους. Είναι κομμάτια που μπορεί κανείς να συνεχίσει να τραγουδάει και μετά την παράσταση, ενώ παράλληλα υπάρχει η σκέψη από τον Μπλέιν Λ. Ρέινινγκερ να κυκλοφορήσει και ένα δίσκο με αυτά. Δεν θυμίζουν τα συνηθισμένα τραγούδια ενός mainstream μιούζικαλ· είναι πιο «ψαγμένα», αλλά παραμένουν εξαιρετικά επικοινωνιακά.

«Ιβάνοφ», Κεντρική Σκηνή Δημοτικού Θεάτρου Πειραιά, από 23 Ιανουαρίου.

comment-below Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή

Editor’s Pick

ΤΙ ΔΙΑΒΑΖΟΥΝ ΟΙ ΣΥΝΔΡΟΜΗΤΕΣ

MHT