Σαράντα τρία χρόνια στις ΗΠΑ και οι αναμνήσεις από τα παιδικά και εφηβικά του χρόνια στην Αθήνα, στους Αμπελοκήπους, δεν έχουν ξεθωριάσει. «Το σπίτι μας ήταν κοντά στο γήπεδο της Λεωφόρου και θυμάμαι έντονα τους ξέφρενους πανηγυρισμούς των φιλάθλων του Παναθηναϊκού στους αγώνες για το Κύπελλο Πρωταθλητριών, το 1971. Υπήρχαν και τουλάχιστον δέκα κινηματογράφοι στην περιοχή μας. Με τον αδελφό μου βλέπαμε όλες τις νέες ταινίες· έτσι γεννήθηκε η βαθιά αγάπη μου για το σινεμά», λέει ο Γιώργος Δεοδάτης, καθηγητής στο Τμήμα Πολιτικών Μηχανικών και Εφαρμοσμένης Μηχανικής και αντιπρύτανης Ερευνας στην Πολυτεχνική Σχολή του Πανεπιστημίου Columbia. Στην έρευνά του συναντώνται η θεωρία πιθανοτήτων, η υπολογιστική μηχανική και η επιστήμη του πολιτικού μηχανικού, με στόχο τη μοντελοποίηση της αβεβαιότητας των φυσικών φαινομένων και των επιπτώσεών της στον σχεδιασμό και στην αξιοπιστία των υποδομών, και είναι ένας από τους πιο επιδραστικούς επιστήμονες στον τομέα του.
– Γιατί πολιτικός μηχανικός;
– Ηταν το επάγγελμα του πατέρα μου, αλλά δεν ήταν αυτός ο λόγος που επέλεξα το συγκεκριμένο επιστημονικό πεδίο. Ο ίδιος ποτέ δεν προσπάθησε να με επηρεάσει. Χάρη σε εκείνον, όμως, αγάπησα τις θετικές επιστήμες. Σε αυτό συνέβαλε καθοριστικά και ο καθηγητής Φυσικής που είχα στο γυμνάσιο και στο λύκειο της Λεοντείου Σχολής, ο Αλέξανδρος Σουπιάνος, ο οποίος, επιπλέον, μου μετέδωσε και την αγάπη για τη διδασκαλία. Κάθε φορά που μπαίνω στο αμφιθέατρο εύχομαι να έχω λίγη, έστω, από τη «μαγεία» που είχαν τα δικά του μαθήματα: μας έκανε να κρεμόμαστε από τα χείλη του.
– Η ακαδημαϊκή καριέρα πώς προέκυψε;
– Από την αρχή αυτό είχα στο μυαλό μου, αλλά στην Ελλάδα ήταν σχεδόν αδύνατο: δεν υπήρχαν αρκετές θέσεις. Ετσι, το 1983 έφυγα για τη Νέα Υόρκη. Αν και εκείνα τα χρόνια μαστιζόταν από την εγκληματικότητα, η πόλη με συνεπήρε. Εκανα το διδακτορικό μου στο Πανεπιστήμιο Columbia, εργάστηκα για μία και πλέον δεκαετία ως καθηγητής στο Princeton και επέστρεψα στο Columbia. Βέβαια ο πατέρας μου, όταν έγινα καθηγητής, μου είπε: «Εσύ δεν είσαι “κανονικός” μηχανικός, δεν σχεδιάζεις κτίρια…» (γέλια).
– Αρχικά ασχοληθήκατε με την αντισεισμική τεχνολογία. Σήμερα πού εστιάζεται η έρευνά σας;
– Πράγματι, πριν από είκοσι χρόνια ξεκίνησα να ερευνώ τις επιπτώσεις των φυσικών φαινομένων και της κλιματικής αλλαγής στις υποδομές. Κυρίως το λεγόμενο storm surge: δηλαδή την απότομη άνοδο της στάθμης της θάλασσας, η οποία προκαλείται από θυελλώδεις ανέμους που «σπρώχνουν» τεράστιες μάζες νερού προς τις παράκτιες περιοχές. Στη διάρκεια του τυφώνα «Sandy» στη Νέα Υόρκη, τον Οκτώβριο του 2012, το ύψος του κύματος που δημιουργήθηκε έφτασε τα 4,3 μέτρα. Μετά τον «Daniel» στη Θεσσαλία, στα ερευνητικά μου ενδιαφέροντα προστέθηκαν οι πλημμύρες που προκαλούνται από ακραίες βροχοπτώσεις.

– Μπορεί μια χώρα να προετοιμαστεί επαρκώς για τέτοια ακραία φαινόμενα;
– Τέτοια έργα δεν είναι εύκολη υπόθεση. Και συνήθως δεν γίνονται προληπτικά. Τι εννοώ: Υπάρχει η εντύπωση ότι οι Ολλανδοί εγκαίρως οχύρωσαν την ακτογραμμή τους. Αυτό δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Στις αρχές του 20ού αιώνα, κύριο πρόβλημα στην Ολλανδία ήταν οι θυελλώδεις άνεμοι που έρχονταν από τη Βόρεια Θάλασσα και προκαλούσαν πλημμύρες. Ο Κορνήλιος Λέιλι, ένας εμπνευσμένος πολιτικός μηχανικός, μιλούσε για την ανάγκη να θωρακιστεί η ενδοχώρα – αλλά δεν εισακουόταν. Ούτε όταν εξελέγη βουλευτής και στη συνέχεια έγινε υπουργός Δημοσίων Εργων κατάφερε να υλοποιήσει το όραμά του. Μόνο έπειτα από μια τεράστια καταστροφή, το 1916, οι συμπολίτες του συνειδητοποίησαν πόσο δίκιο είχε που επέμενε. Ετσι ξεκίνησε η κατασκευή του εμβληματικού φράγματος μήκους 32 χιλιομέτρων που ολοκληρώθηκε το 1932 – μετά τον θάνατό του.
– Ενας «Ελληνας Κορνήλιος Λέιλι» τι πιστεύετε ότι θα έκανε σήμερα για να θωρακίσει τη χώρα μας;
– Η Ελλάδα απειλείται από την κλιματική αλλαγή, αν και είναι δύσκολο να προετοιμαστούμε για όλες τις επιπτώσεις της. Κινδυνεύει από ξηρασία, μια και η ερημοποίηση εξαπλώνεται ολοένα και βορειότερα της Σαχάρας. Από την άνοδο της στάθμης της θάλασσας: για κάθε εκατοστό που αυτή ανεβαίνει, χάνονται δέκα εκατοστά εδάφους οριζόντια. Η Θεσσαλονίκη, για παράδειγμα, βρίσκεται σχεδόν στο επίπεδο του νερού, επομένως πρέπει να προστατευτεί.
Η έρευνα είναι προϋπόθεση για μια επιτυχημένη ακαδημαϊκή πορεία. Η δημιουργία νέων ερευνητών απαιτεί ενσυναίσθηση, να αφιερώνεις χρόνο για να βοηθήσεις τους φοιτητές σου να εξελιχθούν.
Και, φυσικά, υπάρχει ο αυξημένος κίνδυνος πυρκαγιών. Υπό συνθήκες πολύ δυνατών ανέμων, αν δεν σβηστεί μια φωτιά την πρώτη μισή ώρα, είναι πρακτικά αδύνατον να αναχαιτιστεί στη συνέχεια. Γι’ αυτό είναι πολύ σημαντική η χρήση drones που να εντοπίζουν μια εστία εγκαίρως. Από όσο γνωρίζω, ήδη χρησιμοποιούνται από την Πολιτική Προστασία σε κάποιες ευάλωτες δασικές περιοχές. Για όλα αυτά πρέπει να γίνουν ενδελεχείς μελέτες, ώστε να ιεραρχηθούν οι προτεραιότητες παρεμβάσεων. Και είμαι πολύ χαρούμενος που τέτοιες μελέτες έχουν ξεκινήσει στη χώρα μας όπως και στη Νέα Υόρκη.
– Για το γερασμένο κέντρο της Αθήνας υπάρχουν περιθώρια παρεμβάσεων;
– Προβλήματα όπως η ενεργειακή αναβάθμιση των κτιρίων δεν μπορούν να λυθούν άμεσα, είναι περίπλοκα και κοστοβόρα, όμως υπάρχουν κάποιες πιο απλές λύσεις με σημαντικό όφελος, όπως οι πράσινες οροφές. Αν δημιουργηθούν σε ποσοστό που να φτάνει τουλάχιστον το 70% των ταρατσών, η μείωση της θερμοκρασίας στο κέντρο της πόλης θα είναι μεγάλη. Επιπλέον, σε περίπτωση μιας ακραίας βροχόπτωσης θα μειωθούν και οι πιθανότητες πλημμύρας στους δρόμους, αφού οι πράσινες οροφές συγκρατούν μεγάλο όγκο νερού.
– Στους φοιτητές σας τι σας εκπλήσσει ευχάριστα;
– Η διανοητική περιέργεια, που είναι κινητήρια δύναμη στην πορεία κάθε επιστήμονα. Κάποιες ερωτήσεις τους είναι τόσο ψαγμένες που με αιφνιδιάζουν. Κι αν τύχει να μην ξέρω την απάντηση, δεν το κρύβω: τους προτείνω να ανατρέξουμε στις παραπομπές, να το σκεφτούμε και να το κουβεντιάσουμε στο επόμενο μάθημα.
– Τι είναι πιο δύσκολο τελικά: να παράγει κανείς έρευνα ή να δημιουργεί ερευνητές;
– Η έρευνα είναι προϋπόθεση για μια επιτυχημένη ακαδημαϊκή πορεία. Η δημιουργία νέων ερευνητών απαιτεί ενσυναίσθηση, να αφιερώνεις χρόνο για να βοηθήσεις τους φοιτητές σου να εξελιχθούν. Θεωρώ υποχρέωσή μου να το κάνω, να παραδώσω ως μέντορας τη σκυτάλη στην επόμενη γενιά.
– Οι δικοί σας μέντορες ποιοι ήταν;
– Ο καθηγητής Θεοδόσης Τάσιος, με τον οποίο έκανα τη διπλωματική μου στο ΕΜΠ. Σε κάθε πρόβλημα μου έδινε τουλάχιστον τρεις τρόπους να προσεγγίσω τη λύση. Η ευρύτητα και το βάθος των γνώσεών του εξακολουθούν μέχρι σήμερα να με εκπλήσσουν. Και ο Ιάπωνας Μασανόμπου Σινοζούκα, καθηγητής Εφαρμοσμένης Μηχανικής και επιβλέπων του διδακτορικού μου, που με έκανε να αγαπήσω την έρευνα.
Να βρεθεί χρυσή τομή για την ΑΙ
«Η τεχνητή νοημοσύνη, προς το παρόν, μας κάνει τη ζωή εύκολη. Το πρώτο κομμάτι της δουλειάς ενός ερευνητή είναι η αναζήτηση της βιβλιογραφίας στο αντικείμενο με το οποίο θα ασχοληθεί. Ηταν μια χρονοβόρος διαδικασία που διαρκούσε τουλάχιστον ένα εξάμηνο. Σήμερα γίνεται σε μια μέρα. Αλλά και σε επίπεδο σχεδιασμού, στις κατασκευαστικές εταιρείες, δίνει στους μηχανικούς τη δυνατότητα να επικεντρωθούν στο πιο “κονσέπτουαλ” στοιχείο της δουλειάς τους. Στο χέρι μας είναι να αξιοποιήσουμε αυτό το εργαλείο για παραγωγή νέας γνώσης. Δεν σας κρύβω, όμως, ότι με ανησυχεί η απώλεια θέσεων εργασίας. Βλέπω στα παιδιά μου και στους φοιτητές μου το άγχος μήπως χάσουν τη δουλειά τους εξαιτίας κάποιας πλατφόρμας ΑΙ και τη βεβαιότητα που έχουν ότι δεν θα ζήσουν τόσο καλά όσο οι γονείς τους. Αυτά τα θέματα δεν έχουν συζητηθεί όσο θα έπρεπε. Είμαστε ακόμη στη φάση του ενθουσιασμού για τις νέες δυνατότητες που μας προσφέρει η τεχνολογία…».
Η συνάντηση
Γευματίσαμε στο εστιατόριο Yi, στη Γλυφάδα. Από το αποκλειστικά vegan μενού επιλέξαμε, μεταξύ άλλων, γεμιστά σύκα με κρέμα τυριού από ξηρούς καρπούς και τρούφα, κρύα κολοκυθόσουπα με καρότο, τζίντζερ, γάλα καρύδας και μπαχαρικά, και πατατοσαλάτα με αγγουράκι τουρσί, κάππαρη, άνηθο και ροζ πιπέρι. Ηταν όλα νοστιμότατα. Η κουβέντα έκλεισε όπως άνοιξε: με τον κινηματογράφο. Ποιες είναι οι αγαπημένες ταινίες του Γιώργου Δεοδάτη; «Πολλές, χωρίς τα διαχωριστικά που βάζουν κάποιοι σινεφίλ ανάμεσα στις καλλιτεχνικές και στις εμπορικές ταινίες. Λατρεύω τον “Μπάρι Λίντον” του “μάγου” Στάνλεϊ Κιούμπρικ αλλά και τον “Ιντιάνα Τζόουνς” του Στίβεν Σπίλμπεργκ, τη “Νοσταλγία” του Αντρέι Ταρκόφσκι αλλά και τον “Πόλεμο των άστρων” του Τζορτζ Λούκας. Παρεμπιπτόντως, αυτό είναι το μοναδικό φιλμ που είδα δύο φορές το ίδιο βράδυ, το 1977 στους Αμπελοκήπους… Τόσο πολύ μου άρεσε!».

