«Πολλές φορές αναρωτιόμουν γιατί παλιά στην Αμοργό οι άνθρωποι τραγουδούσαν συνεχώς. Μεγαλώνοντας το κατάλαβα. Ηταν ο αέρας. Αυτός έχει συνηθίσει τους Κυκλαδίτες στο συνεχές “τραγούδι” του», ήταν μία από τις πρώτες κουβέντες του πρωτοπρεσβύτερου Θωμά Συνοδινού, προϊσταμένου της Μητρόπολης Αθηνών. Ενός ανθρώπου με ζωή γεμάτη που τον κέρδισε ο κλήρος, στα 36 του χρόνια. Ιδού η ιστορία του όπως την αφηγείται ο ίδιος:
«Γεννήθηκα στο νησί το 1948. O πατέρας μου ήταν φούρναρης και αγρότης. Αλλά και διανοούμενος. Τελειόφοιτος του σχολαρχείου –σπάνιο για εκείνη την περίοδο–, φιλαναγνώστης, συνδρομητής σε επιστημονικά περιοδικά, είχε τη δική του μικρή βιβλιοθήκη. Μελετούσε Ιστορία, φιλοσοφία, αλλά και Πατέρες της εκκλησίας. Γνωστός του Καζαντζάκη, φίλος του Λίνου Πολίτη, του Κακριδή, ακόμη και τον Ζακ Λακαριέρ είχε ξεναγήσει στις αρχαιότητες της Αμοργού. Η μητέρα μου, αρχοντική, ευσεβής, αφοσιωμένη στην οικογένεια. Εγώ ήμουν ο βενιαμίν από έξι παιδιά. Γιατρούς δεν είχαμε. Γιατροί ήταν οι Αγιοι. Η Αγία Παρασκευή, οι Αγιοι Ανάργυροι, η Παναγία. Λύκειο επίσης δεν είχαμε στην Αμοργό και 14 ετών πήγα μόνος μου στη Σαντορίνη για να συνεχίσω στο σχολείο. Εμεινα στο οικοτροφείο που ίδρυσε ο Θήρας Γαβριήλ, ο δεσπότης που ανασυγκρότησε το νησί μετά τον σεισμό. Μαζί με τον πατέρα Επιφάνιο Αρτέμη, ηγούμενο της Χοζοβιώτισσας, ήταν ηγετικές φυσιογνωμίες του κλήρου που γνώρισα εξ απαλών ονύχων.
Η πίστη –ξέρετε– εξελίσσεται με τα χρόνια και την ωριμότητα. Σαν παιδάκι την ένιωθα με συναισθηματισμό. Πήγαινα σ’ ένα μετόχι της Χοζοβιώτισσας και έβλεπα την εικόνα της Παναγίας με τα μεγάλα μάτια. Οταν είχα κάνει καμιά σκανδαλιά νόμιζα ότι με κοιτούσε αυστηρά και με έκρινε. Αν ήμουν ήσυχος νόμιζα ότι μου χαμογελούσε. Στα τέλη της εφηβείας, τα χρόνια της αμφισβήτησης, προσπαθούσα να εκλογικεύσω την πίστη και τον Θεό. Αργότερα κατάλαβα ότι είναι κάτι υπέρλογο. Απλώς τη δέχεσαι. Από μικρός ήθελα να γίνω κληρικός. Το είχα πει κάποτε στον Λίνο Πολίτη και θυμάμαι την αντίδρασή του: “Αρχαιολόγος να γίνεις, Θωμάκι” μου έλεγε. Εντέλει πήρα την απόφαση για τα ράσα στα 36.
Στα 18 μου, οι πανεπιστημιακές σπουδές ήταν ακριβό πράγμα, πλήρωνες τότε και τα συγγράμματα. Υπήρχαν δυσκολίες. Ετσι λοιπόν κατέληξα στη θάλασσα, ένας εύκολος δρόμος για τους νησιώτες. Πήγα στα κρουαζιερόπλοια, που ήταν και ο αδελφός μου, έμαθα τις ξενοδοχειακές υπηρεσίες. Πήρα πτυχίο οικονομικού αξιωματικού του εμπορικού ναυτικού και ταξίδεψα πολύ. Επειδή ήμουν ξύπνιος και πρόθυμος, έγινα για λίγο στέλεχος στην εταιρεία Χανδρή. Πήγα μετά στην Karageorgis Lines, εξελίχθηκα διευθυντής του ξενοδοχειακού τομέα των πλοίων του. Εκείνη την περίοδο, το 1975-76, γνώρισα πρώτη φορά και τον Χριστόδουλο που μόλις είχε γίνει μητροπολίτης Δημητριάδος. Θα ταξίδευε στην Ιταλία με τον Πειραιώς Καλλίνικο και τον Καλαβρύτων Αμβρόσιο και μου ζήτησε η εργοδοσία να τους συνοδεύσω, ώστε να βεβαιωθώ ότι θα είχαν την ενδεδειγμένη φροντίδα. Με εντυπωσίασαν η προσωπικότητα και το ιεραποστολικό του φρόνημα, ήθελε την Εκκλησία στην υπηρεσία της κοινωνίας. Και σε εκείνον είπα τις σκέψεις μου ότι ήθελα να γίνω κληρικός. Αλλά το είχα εξομολογηθεί και στον πνευματικό μου, τον πατέρα Επιφάνιο Θεοδωρόπουλο, έναν σπουδαίο κληρικό.
Εν τω μεταξύ, δοκίμασα να κάνω κάτι μόνος μου επιχειρηματικά. Απέτυχα. Αφού μου κόπηκαν τα φτερά πήγα στον Βαρδή Βαρδινογιάννη, που ήταν φίλος του πατέρα μου από την εξορία του στην Αμοργό. Με τοποθέτησε διευθυντή στο Meridien. Ως τότε είχα παντρευτεί και είχα κάνει δύο κοριτσάκια. Τότε έδωσα και εξετάσεις στη Θεολογία και έκανα, μυστικά, σπουδές. Η επιθυμία της ιεροσύνης έγινε πιο ισχυρή. Το συζήτησα με τη γυναίκα μου και είπε ότι θα με στήριζε. Πήγα μέχρι και στον γέροντα Παΐσιο στο Αγιον Ορος για να ζητήσω τη γνώμη του. Και παρά το ότι είχα μια αξιοζήλευτη εργασία πολύ καλοπληρωμένη, πήρα την απόφαση. Ζήτησα ακρόαση από τον εργοδότη μου. Μπήκα στο γραφείο του και εκείνος με κοίταξε εξεταστικά με τα γαλάζια μάτια του. “Θες αύξηση;” μου είπε και άνοιξε ένα κουτί με πούρα έτοιμος να ανάψει ένα. “Θέλω να γίνω κληρικός”, απάντησα κι εκείνος έμεινε να με κοιτάζει με τη φλόγα του αναπτήρα αναμμένη ακόμη. Με κράτησε δύο ώρες στο γραφείο να με κουβεντιάσει. Στο τέλος κατέληξε: “Να πας, ρε. Γιατί εκεί θα ‘σαι ευτυχισμένος. Και εμένα η πόρτα μου θα ‘ναι πάντοτε ανοιχτή”. Ο Βαρδής ήταν καταπληκτική προσωπικότητα, ευσεβής, καλός οικογενειάρχης, πατέρας στους εργαζομένους του, έδινε λεφτά και δεν ήθελε να το μάθει κανείς. Και η συζυγός του Μαριάννα αντίστοιχα».
Και ο πατέρας Θωμάς συνεχίζει ξετυλίγοντας τη διαδρομή του: «Οταν χειροτονήθηκα έγραψαν οι εφημερίδες, είχε κάνει αίσθηση η υπόθεσή μου. Εφέτος έκλεισα 40 χρόνια ιεροσύνης. Η ζωή μου πήρε άλλη στροφή. Και η πορεία μου δίπλα στον Χριστόδουλο με καθόρισε. Ηταν ένας ηγέτης· μια μορφή που είχε ισχυρή επιρροή παντού. Στην Αμοργό ένα καλοκαίρι γνώρισα κάτι νέους με μακριά μαλλιά, αποφοίτους της Γκράβας. “Αν πηγαίνουμε πού και πού σε καμιά εκκλησία να ανάψουμε κεράκι, σε εκείνον το οφείλουμε. Ηρθε να μιλήσει στο σχολείο μας κάποτε” μου έλεγαν. Τι θα έλεγε ο Χριστόδουλος σήμερα για τον θεσμοθετημένο γάμο ομοφυλοφίλων, την παγκοσμιοποίηση και τα τεκταινόμενα στη χώρα και τον πλανήτη; Σίγουρα θα εξέφραζε άποψη και θα αντιδρούσε. Δεν νομίζω, όμως, ότι θα ήταν τόσο συγκρουσιακός όπως με τις ταυτότητες. Με το πέρασμα του χρόνου είχε καταλάβει ότι χρειάζεται μεν να πατάς γερά στις διδαχές της Εκκλησίας, αλλά χρειάζεται και η ηπιότητα. Η ζωή του ήταν ένα μάθημα για εμένα. Και κυρίως το τελευταίο δύσκολο κεφάλαιο της ασθένειάς του και της δύναμης με την οποίαν την αντιμετώπισε. Φανταστείτε ότι έτρεμε ακόμη και τις ενέσεις. Με τι χαμόγελο και τι υπομονή πέρασε πόνους, εγχειρήσεις, δοκιμασίες τρομερές… Του μιλώ καθημερινά στην προσευχή μου».
Οσο περνούν τα χρόνια, ένας ιερέας δεν πρέπει να εξοικειώνεται με τα μυστήρια. Διότι, αν συμβεί αυτό, θα τα τελεί με τρόπο διεκπεραιωτικό, ενώ εκείνη την ώρα μιλάμε για τον Θεό Εσταυρωμένο και Αναστάντα.
Και η σχέση του με τον νυν Αρχιεπίσκοπο πώς είναι, τον ρωτάω. «Κάποιοι περίμεναν ότι με την έλευσή του θα με περιθωριοποιούσε. Το αντίθετο. Με περιέβαλε με εμπιστοσύνη και αγάπη. Με τον Αρχιεπίσκοπο Ιερώνυμο έχουμε μια σχέση πατέρα – γιου. Είναι φιλάνθρωπος και πράος και έχει την ικανότητα να ενώνει την ιεραρχία, που είναι τεράστιο χάρισμα».
Αναρωτήθηκα ποια είναι η άποψή του για τον Αχιλλέα Μπέο, μακρόβιο δήμαρχο στον Βόλο, μια πόλη την οποία ο πατέρας Θωμάς ξέρει καλά διότι πέρασε μεγάλο μέρος της ιερατικής πορείας στη μητρόπολη Δημητριάδος. Δεν είναι λίγες οι φορές που ο νυν δήμαρχος επιβάλλει ένα κλίμα τοξικότητας και εχθροπάθειας, επικαλούμενος χριστιανικές αξίες. «Δεν τον έχω γνωρίσει από κοντά, ακούω ότι έχει αναμορφώσει την πόλη, βλέπω πάντως ότι είναι αρεστός σε πολλούς και ο μητροπολίτης μού λέει ότι τα πάνε καλά. Βέβαια, όταν είσαι δημόσιο πρόσωπο, από πολιτικός έως παπάς, πρέπει να προσέχεις πώς εκφράζεσαι. Πρώτα πρέπει να σέβεσαι τον εαυτό σου και μετά τον θεσμό».
«Σπουδαίο να είναι κανείς ιερέας»
Κάνουμε μια παύση. Η μορφή του αναδίδει ηρεμία και γλυκύτητα. Τι έχει μάθει στα 40 έτη της ιεροσύνης; «Οταν μιλάμε με τους συνανθρώπους μας η ψυχή του καθενός είναι ένα μυστήριο και πρέπει να καταφέρεις να τον δεις με τα δικά του μάτια. Οχι με τα δικά σου. Αυτό είναι δύσκολο να το πετύχεις. Στον Βόλο συγκλονίστηκα όταν εξομολόγησα μια ιερόδουλη. Ξέρετε, θυμάμαι ακόμη την πρώτη λειτουργία που έκανα όταν χειροτονήθηκα. Ετρεμαν τα χέρια μου όταν πήγα να κάνω την κλάση του άρτου που είχε γίνει σώμα Χριστού. Ηταν το δέος. Οσο περνούν τα χρόνια ένας ιερέας δεν πρέπει να εξοικειώνεται με τα μυστήρια. Διότι, αν συμβεί αυτό, θα τα τελεί με τρόπο μηχανικό, διεκπεραιωτικό, ενώ εκείνη την ώρα μιλάμε για τον Θεό Εσταυρωμένο και Αναστάντα. Για την παρουσία Του. Πολλές φορές λέω στον εαυτό μου ότι μέσα στις αδυναμίες μου, τις αστοχίες μου ως άνθρωπος έχω καθημερινά το μεγαλείο να τελώ αυτά τα μυστήρια, να βλέπω τον Χριστό. Μπορεί να σκέφτομαι εκείνη την ώρα κάτι άλλο; Να αναλώνομαι από μικρότητες; Πώς θα κοινωνήσω τον κόσμο που έρχεται και βλέπω τα πρόσωπα των ανθρώπων με την ελπίδα και την προσμονή; Τον πόνο και τη χαρά; Τότε λέω μέσα μου: “Κοίτα πώς έρχονται αυτοί. Εσύ πώς θα σταθείς απέναντί τους;”. Τότε συναισθάνεσαι όλο το βάρος και την ευθύνη σου. Είναι σπουδαίο να είναι κανείς ιερέας».
Οι πιστοί καμαρώνουν
Ο πατέρας Θωμάς, ως προϊστάμενος του Μητροπολιτικού Ναού Αθηνών, ζει πραγματικά μέσα στους ρυθμούς της πόλης και στην καρδιά της καθημερινότητας. «Είναι η βιτρίνα της πρωτεύουσας και η αποκατάστασή της επέφερε θετικές αλλαγές και στη γειτονιά. Είμαι από το 1998 εκεί. Επί 28 χρόνια η μητρόπολη έχει γίνει σπίτι μου. Οταν έφυγα από την Πρωτοσυγκελλία διότι είχα κουραστεί, ο ίδιος ο Αρχιεπίσκοπος Ιερώνυμος με ρώτησε τι θα ήθελα να κάνω. Του απάντησα “να μείνω και να φτιάξω τη μητρόπολη”. Ηταν ένας μεγάλος αγώνας, που κράτησε δύο δεκαετίες. Τώρα που πέρασαν τα εμπόδια μπορώ πια να το χαρώ, αλλά να δω και τον κόσμο πώς καμαρώνει τον ναό, πώς επισκέπτεται το ωραίο μουσείο που έχουμε φτιάξει. Στην κηδεία του τέως βασιλιά Κωνσταντίνου, ένα μέλος ξένης βασιλικής οικογένειας θαύμαζε την εκκλησία. “Εσείς στην Ευρώπη έχετε τεράστιους ναούς. Εμείς έχουμε μικρότερους σε κλίμακα”, είπα. “Εδώ μπορείς να αισθανθείς την πνευματικότητα”, μου απάντησε και είχε δίκιο. Η Ελλάδα έχει αντέξει τις πολιτισμικές επιθέσεις από τη Δύση εδώ και αιώνες και η Ορθοδοξία το ίδιο. Τελευταία εντείνονται οι πιέσεις. Είναι αυτό που έλεγε ο Μακαριστός: Θέλουν να μας κάνουν “χυλό”. Δεν θα τα καταφέρουν όμως».
H συνάντηση
Γευματίσαμε στο Αθηναϊκόν στη Μητροπόλεως, μια ζεστή ημέρα, αρχές Ιουλίου, που ήθελε κλιματισμό. Μέσα στο εστιατόριο, η πλειονότητα ήταν τουρίστες από κάθε χώρα του κόσμου και οι κουβέντες μπλέκονταν με τον θόρυβο της πόλης. Ο πατέρας Θωμάς επέλεξε ψητό συκώτι και εγώ ψάρι ψητό με χόρτα. Παραγγείλαμε και μια δροσερή σαλάτα. Ολα ήταν στην… εντέλεια. Αποφάσισε να αναλάβει τον λογαριασμό: «Και εδώ σπίτι μου είναι, αφού είναι πλάι στον ναό μου, δεν μπορείτε να πληρώσετε εσείς».

