Υστερα από λίγη ώρα συζήτησης με τον Αλκη Τεμπονέρα ξεχνάς ότι έχεις απέναντί σου έναν από τους πιο δεινούς επιχειρηματίες στον χώρο του βιβλίου. Η σχέση του με το χαρτί και την ανάγνωση είναι τόσο οργανική, απόλυτα βιωματική, σχεδόν σωματική, που τακτικά κατά τη διάρκεια του γεύματός μας πρέπει να του θυμίζω την εμπορική διάσταση της επαγγελματικής του δραστηριότητας.
Δηλαδή, ότι μιλάω με τον άνθρωπο που μαζί με τη σύντροφό του και συγγραφέα Αλεξάνδρα Μπίζη έστησαν στην καρδιά της κρίσης το πλέον επιτυχημένο concept βιβλιοπωλείο γειτονιάς σε ολόκληρη την Αθήνα, τις «Πλειάδες», με έδρα το Παγκράτι. Και το οποίο με τη σειρά του ενέπνευσε άλλους βιβλιόφιλους και ανθρώπους του βιβλίου να δοκιμάσουν την τύχη τους σε άλλες γειτονιές της Αθήνας. Το αποτέλεσμα δεκατρία χρόνια μετά; Τα λεγόμενα «μικρά» βιβλιοπωλεία αποδεικνύονται συχνά πολύ πιο επιδραστικά σε σχέση με τις μεγάλες αλυσίδες ή με τα πιο παραδοσιακά καταστήματα του κέντρου.
Βουβή άνθηση
Αυτός είναι ένας μόνο από τους λόγους που κάνουν τον Αλκη Τεμπονέρα αισιόδοξο για τον χώρο και σίγουρα πολύ καχύποπτο με τους σοσιαλμιντιακούς θρήνους, κάθε φορά που ένα βιβλιοπωλείο κατεβάζει ρολά. «Είμαστε συναισθηματικός λαός και μας αρέσει λίγο το δράμα. Ομως, η πραγματικότητα είναι ότι τα ελάχιστα βιβλιοπωλεία που έκλεισαν τα τελευταία χρόνια έκλεισαν γιατί δεν πήγαιναν καλά. Συνέτρεχαν άλλοι λόγοι, ανάλογα με την περίπτωση. Κι επίσης μετρήστε πόσα μικρά συνοικιακά βιβλιοπωλεία έχουν ανοίξει τα τελευταία χρόνια. Παρακολουθώ την αγορά του βιβλίου για τρεις τουλάχιστον δεκαετίες και μπορώ να σας διαβεβαιώσω ότι τα πράγματα δεν πήγαιναν ποτέ καλύτερα. Μετρήστε νέους τίτλους, μετρήστε νέους εκδοτικούς οίκους από νέα παιδιά, μετρήστε εκδοτική ποιότητα. Και η δική μου εικόνα είναι ότι μαζί με όλα αυτά έχει διευρυνθεί σημαντικά και το αναγνωστικό κοινό. Γιατί δεν θα μπορούσε να στηριχθεί διαφορετικά το μέγεθος της αγοράς στην κλίμακα που βρίσκεται σήμερα».

Η σχέση του Αλκη Τεμπονέρα με το βιβλίο σφυρηλατήθηκε μέσα από την οικογενειακή του ιστορία. Οι διαρκείς αλλαγές της επαγγελματικής έδρας του πατέρα του σπρώχνουν τον μικρό Αλκη σιγά σιγά προς το διάβασμα. Γεννήθηκε «από τύχη» στην Εδεσσα, αλλά η οικογένειά του αλλάζει συχνά πόλεις και ο ίδιος σχολεία και γειτονιές. Εγινε σχεδόν αναγκαστικά ένα μοναχικό παιδί χωρίς φίλους, που γέμιζε τον ελεύθερο χρόνο του κυρίως με δύο πράγματα: με τα βιβλία και το μπάσκετ.
«Ο μπαμπάς, αν και ήταν άνθρωπος της καριέρας, αφιέρωνε χρόνο στο διάβασμα – έχω την εικόνα του να επιστρέφει το βράδυ και λίγο μετά να πιάνει ένα βιβλίο στο χέρι. Επομένως, στο σπίτι υπήρχε η καλή βιβλιοθήκη του μπαμπά, αλλά σαν παιδάκι είχα μια αγαπημένη θεία στη Θεσσαλονίκη, η οποία επέμενε να μου κάνει δώρο βιβλία».
Πλάνης και αναγνώστης
Τον Ιούνιο του 1978 η οικογένεια του Αλκη Τεμπονέρα ζει πια στη Θεσσαλονίκη, όταν στις 20 του μήνα γίνεται ο μεγάλος σεισμός των 6,5 Ρίχτερ. «Αρχές εφηβείας, τα σχολεία μόλις έχουν κλείσει και ο πατέρας μου ανήσυχος από το μέγεθος του σεισμού, μας στέλνει “πακέτο” σε μια άλλη θεία μας στην Πτολεμαΐδα για να βγάλουμε το καλοκαίρι. Εμένα με πιάνει απελπισία γιατί ξεσπιτώνομαι για μία ακόμη φορά κι επειδή τα ξαδέλφια μου είναι πολύ μικρότερα και δεν θα μπορούσαμε να παίξουμε ή να έχω παρέα. Αλλά πώς τα φέρνει η ζωή καμιά φορά… Δεν μπορούσα να βρω σημείο αναφοράς σε τίποτα. Κάτω από το σπίτι της θείας μου, όμως, υπήρχε βιβλιοχαρτοπωλείο. Πρέπει αυτός ο άνθρωπος να με είχε βαρεθεί. Κατέβαινα συνέχεια. Ο,τι είχε αυτός ο άνθρωπος στο βιβλιοχαρτοπωλείο το διάβαζα. Είχα γίνει κανονικό αρπακτικό με τον τρόπο που έψαχνα να βρω τι θα διαβάσω. Και η ανάγνωση μέσα σε ένα καλοκαίρι δεν είναι πια κάτι για να γεμίσω απλά τον χρόνο μου. Αποκτά μια σχεδόν θεραπευτική διάσταση όλο αυτό, ένα σταθερό σημείο αναφοράς σε μια καθημερινότητα γεμάτη ανατροπές και μετακομίσεις και αλλαγές πόλεων και σχολείων και παιδικών δωματίων. Οπως το νιώθω και μπορώ να το καταλάβω σήμερα, το βιβλίο δεν ήταν μόνο βιβλίο. Εγινε σταδιακά τόπος».
Καταλήγω να κάνω το όνειρο της ζωής μου πραγματικότητα στην ίδια μου τη γειτονιά, λίγες δεκάδες μέτρα μακριά από το πατρικό μου. Δεν είναι αδιανόητη η ζωή;
Αρχές δεκαετίας του ’80 και η μόνιμη εγκατάσταση στην Αθήνα δίνει στον μαθητή Λυκείου, τότε, Αλκη Τεμπονέρα την ευκαιρία μιας μακρόσυρτης, μεθυστικής «τελετής» μύησης στις εικόνες και τις ευκαιρίες της μεγαλούπολης. Με σημείο εκκίνησης το πατρικό διαμέρισμα στην πλατεία Προσκόπων στο Παγκράτι, εξερευνά την ενδοχώρα του αθηναϊκού κέντρου, ανακαλύπτει στέκια, βιβλιοπωλεία, δισκάδικα. Στις εισαγωγικές εξετάσεις περνάει στα ΤΕΦΑΑ, τη λεγόμενη τότε «Γυμναστική Ακαδημία», καθώς μετεωρίζεται ακόμη ανάμεσα στις δύο μεγάλες παιδικές του αγάπες, το μπάσκετ και το διάβασμα.
Ομως, η ζωή είχε άλλα σχέδια. Πρωτοετής φοιτητής εντοπίζει στη στοά της Οπερας ένα μικρό βιβλιοπωλείο («το μισό από τις “Πλειάδες!”», θυμάται σήμερα) που αργότερα μετακόμισε στην οδό Ασκληπιού και έγινε ένα από τα σημαντικότερο βιβλιοφιλικά στέκια του κέντρου της Αθήνας, την «Πολιτεία». Εκεί εργαζόταν η αείμνηστη Νίκη Αναστασέα (1947-2019), που χρόνια μετά θα άφηνε έκπληκτο τον εκδοτικό χώρο με τις συγγραφικές της ικανότητες («Αυτή η αργή μέρα προχωρούσε», βραβείο «Διαβάζω» 1998 για πρωτοεμφανιζόμενο πεζογράφο, «Πολύ χιόνι έξω από το σπίτι», κρατικό βραβείο Μυθιστορήματος 2012, κ.ά.). «Η αγαπημένη μου Νίκη με συμπάθησε, τη συμπάθησα κι εγώ πολύ κι έγινε ο άνθρωπος που μου πρότεινε βιβλία, νέους τίτλους και κυρίως μού οργάνωσε λίγο τη σχέση μου με το βιβλίο – μπήκαν τα πράγματα σε μια σειρά γιατί μέχρι τότε ήταν όλα λίγο ανάκατα μέσα μου».
Ακολουθεί δεύτερη ακαδημαϊκή απόπειρα –αυτή τη φορά στη Θεολογία Αθηνών– αλλά κι ένα απροσδόκητο σημείο καμπής στη σχέση του Αλκη Τεμπονέρα με το βιβλίο: η θητεία του στον ελληνικό στρατό. «Είμαι φαντάρος το 1994 στους Φιλιάτες Θεσπρωτίας, μια κωμόπολη κοντά στα ελληνοαλβανικά σύνορα και σιγά σιγά διαπιστώνω ότι ορισμένα από τα νεότερα παιδιά με τα οποία υπηρετούσαμε μαζί, όχι μόνο δεν είχαν διαβάσει ούτε ένα βιβλίο στη ζωή τους, αλλά απέφευγαν να υπογράψουν σε διάφορα στρατολογικά έγγραφα γιατί πρακτικά ήταν αναλφάβητα. Σοκαρίστηκα κάπως κι αμέσως αναζήτησα τον διοικητή και του πρότεινα να φτιάξουμε ένα σχολείο για τα παιδιά αυτά. Ευτυχώς στη μονάδα είχαμε δασκάλους που θα μπορούσαν να κάνουν αυτή τη δουλειά και το σχέδιο προχώρησε πολύ πιο γρήγορα απ’ ό,τι περίμενα. Η τάξη λειτούργησε και αμέσως μετά μου κατέβηκε μια άλλη ιδέα, να φτιάξουμε μια δανειστική βιβλιοθήκη. Ξαναπάω στον διοικητή, ξαναλέει “ναι” και με στέλνει στην Αθήνα να βρω βιβλία. Πάω και βρίσκω αμέσως τη Νίκη, η οποία μου λέει “καλό μου παιδί, εμείς πουλάμε βιβλία, δεν μπορούμε να τα δώσουμε δωρεάν, θα πρέπει να πας στους εκδότες”. Και παίρνω σβάρνα τους εκδότες. Και μου φαίνονται οι καλύτεροι άνθρωποι στον κόσμο! Γιατί ενθουσιάζονται και μέσα σε λίγες μέρες έχω μαζέψει 700 βιβλία και κάθε μέρα κάνω δρομολόγια με τη μοτοσικλέτα Παγκράτι – ΚΤΕΛ για να στέλνω κούτες με βιβλία στο στρατόπεδο».
Μέσα στην κρίση
Κάπου εκεί φυτεύεται στον Αλκη Τεμπονέρα ο σπόρος του βιβλιοπώλη – έστω και ασυνείδητα. Θα χρειαστούν σχεδόν δύο δεκαετίες για να την υλοποιήσει, αλλά τουλάχιστον παίρνοντας το απολυτήριο του στρατού ξέρει πού θέλει να βρίσκεται επαγγελματικά. Μπαίνει ορμητικά στον εκδοτικό χώρο, περνάει σχεδόν από όλες τις θέσεις, με τελευταίο σταθμό τις εκδόσεις «Πόλις».
«Το ήξερα πολύ καιρό μέσα μου, αλλά υπήρχαν ανασφάλειες γιατί ενώ ήξερα τα εκδοτικά δεν είχα ιδέα από βιβλιοπωλεία. Είμαστε πια μέσα στην κρίση, εγώ ψάχνω εντατικά χώρο, αλλά πάντα την τελευταία στιγμή κάνω πίσω. Κι επειδή καθυστερώ κι έχουμε φτάσει στον Νοέμβριο του 2012, με την αγορά εντελώς γονατισμένη, βρίσκομαι ξαφνικά να πρέπει να επιλέξω ανάμεσα σε τρεις διαφορετικές περιπτώσεις άδειων καταστημάτων στην οδό Σπύρου Μερκούρη. Και καταλήγω να κάνω το όνειρο της ζωής μου πραγματικότητα στην ίδια μου τη γειτονιά, λίγες δεκάδες μέτρα μακριά από το πατρικό μου. Δεν είναι αδιανόητη η ζωή;».
Γιατί σταματήσαμε τις παρουσιάσεις
«Σταματήσαμε τις εκδηλώσεις στις 20 Φεβρουαρίου 2020, σχεδόν ένα μήνα πριν από την επιβολή της πρώτης καραντίνας στην πανδημία. Παίρναμε τους εκδότες για να ακυρώσουμε εκδηλώσεις τον Μάρτιο, τον Απρίλιο, τον Μάιο και μας άκουγαν με το στόμα ανοιχτό. Αλλά εμείς διαβάζαμε τι γίνεται στην Ιταλία και ανησυχούσαμε». Εκείνη την περίοδο οι «Πλειάδες» υπέστησαν κανονικό μπούλινγκ εξαιτίας της αυστηρότητας των μέτρων εντός του καταστήματος. Και οι εκδηλώσεις δεν «επέστρεψαν» ποτέ. «Γιατί;», ρωτάω. «Είναι δύο πράγματα», εξηγεί ο Αλκης Τεμπονέρας. «Πρώτον, χάρη στον κορωνοϊό συνειδητοποιήσαμε ότι είμαστε κανονικό βιβλιοπωλείο. Στη διάρκεια της καραντίνας δουλεύαμε κανονικά, γύριζα όλο το λεκανοπέδιο με το μηχανάκι εξυπηρετώντας και τον τελευταίο πελάτη. Μετά την πανδημία έπρεπε να αποφασίσουμε τι θέλουμε να είμαστε: βιβλιοπωλείο ή χώρος εκδηλώσεων; Ανακαλύψαμε εκ των υστέρων ότι πολύς κόσμος πίστευε ότι κατά βάση διοργανώναμε παρουσιάσεις βιβλίων! Αλλά η δουλειά μας ήταν και είναι να πουλάμε βιβλία σε απολύτως ανταγωνιστικές τιμές με τα μεγαλύτερα βιβλιοπωλεία του κέντρου και να εξυπηρετούμε τους ανθρώπους που μας εμπιστεύονται. Δεύτερον, η επίπλωση του καταστήματος “βάρυνε” και δεν υπήρχε η ευελιξία των πρώτων χρόνων. Και, κυρίως, δεν υπήρχαν οι φυσικές αντοχές για να υποστηρίξουν το μοντάρισμα αλλά και το ξεμοντάρισμα μιας εκδήλωσης».
Η συνάντηση
Καθώς είμαστε γείτονες, επιλέξαμε από κοινού με τον καλεσμένο μας ένα εστιατόριο που τιμά το Παγκράτι και τη γαστρονομική παράδοση της περιοχής, το διαχρονικά διακριτικό και πολιτισμένο «Fatsio» (Ευφρονίου 5). Ο Αλκης Τεμπονέρας διάλεξε μια σπεσιαλιτέ του καταστήματος, το μοσχαράκι με μελιτζάνες κι εγώ σολομό σχάρας. Μοιραστήκαμε μία πράσινη σαλάτα και παγωμένες μπίρες. Ο ιδιοκτήτης των «Πλειάδων» δεν ανήκει στους «γκρινιάρηδες» του Παγκρατίου που νοσταλγούν την πιο «φιλήσυχη» περίοδο της γειτονιάς, πριν, δηλαδή, τον εποικισμό από δεκάδες καφέ, μπαρ, φούρνους και εστιατόρια της τελευταίας, κυρίως, πενταετίας. «Για να είμαι ειλικρινής, μου αρέσει περισσότερο ο τωρινός ρυθμός, ίσως γιατί μου είναι αρκετά πρόσφατη η περίοδος της κρίσης, εκείνη η σκοτεινή εποχή με τα κλειστά καταστήματα και πραγματικά αν είχα να διαλέξω θα διάλεγα το σήμερα».

