Εμείς ακόμη ανήκουμε στην Πόλη

Μαθήτριες στο Ιωακείμειο Παρθεναγωγείο της Κωνσταντινούπολης, είχαν δώσει όρκο να μη χωρίσουν ποτέ. Και τον τηρούν έως σήμερα. Οπως κρατούν και την «ανάσα» της πατρίδας τους, που έχει γίνει αγνώριστη πια

7' 3" χρόνος ανάγνωσης
Φόρτωση Text-to-Speech...

Εκεί ήταν και με περίμεναν, με την ωραία κοκεταρία της τρίτης νιότης στο παραθαλάσσιο ταβερνάκι του Αλίμου. Επτά Ρωμιές συμμαθήτριες και επιστήθιες φίλες από την 7η τάξη του Εθνικού Ιωακείμειου Παρθεναγωγείου. Μαλλιά καλοχτενισμένα από το κομμωτήριο, ζακέτες και σακάκια κομψά, φουλάρια στον λαιμό μαζί με μια σειρά μαργαριτάρια. Δεν είχαν ξαναδώσει συνέντευξη στη ζωή τους και έτσι το καμάρι ανακατευόταν με μια μικρή αγωνία, κυρίως ως προς τη φωτογράφιση.

Είχαν όμως και συμπαραστάτη: τον Μανώλη Κωστίδη, που έφερε έως εκεί τη μητέρα του Δέσποινα Αντωνιάδου Κωστίδη. Μόλις έφτασε ο Νίκος Κοκκαλιάς και σήκωσε τον φακό, μια από τις κυρίες είπε συνωμοτικά στον αγαπημένο συνάδελφο ανταποκριτή μας κάτι στα τουρκικά. «Τι;», του ψιθύρισα κι εκείνος χαμογέλασε: «Μου λένε να πω στον φωτογράφο να τις βγάλει όλες όμορφες!». Μα, όντως, έλαμπαν. Με τα σημάδια του χρόνου στα πρόσωπά τους, τα απροσποίητα χαμόγελά τους, την αρχοντιά στους τρόπους.

Το σχολείο

Κράτησαν τη φιλία τους χάρη σε έναν όρκο που έδωσαν στην αυλή του σχολείου τους να μη χαθούν ποτέ, φτιάχνοντας αργότερα και τον εν Ελλάδι σύλλογό τους. Παρότι ο Ελληνισμός της Πόλης πέρασε από τα χίλια κύματα, τα «Σεπτεμβριανά», τις απελάσεις το 1964-65, την απίσχνανση μιας ένδοξης κοινότητας, τη μετεγκατάσταση στην Ελλάδα, τήρησαν την υπόσχεσή τους. Κάποιες εξ αυτών έφυγαν νωρίς, άλλες έμειναν μέχρι και τις αρχές της δεκαετίας του ’80. Η Πόλη όμως παραμένει πάντα το ιερό σημείο αναφοράς, είναι η παιδική τους ηλικία, μα κυρίως το σχολείο τους.

Η ανέγερση τελείωσε το 1861 και στόχος ήταν το εκπαιδευτήριο να είναι το αντίστοιχο της Μεγάλης του Γένους Σχολής για τα κορίτσια. Λειτούργησε από το 1882 έως το 1988, όταν έκλεισε λόγω έλλειψης μαθητριών. Oταν είχα περάσει το κατώφλι του το 2013 για την εικαστική έκθεση της Καλλιόπης Λεμού, που έβαλε γλυπτά στις άδειες αίθουσές του, είχα πραγματικά συγκλονιστεί από το μεγαλείο του. Εκεί στα ψηλοτάβανα διδακτήρια με θέα τον Κεράτιο, οι μαθήτριες ανάσαιναν βιωματικά την υπερχιλιετή Ιστορία του Βυζαντίου.

Εμείς ακόμη ανήκουμε στην Πόλη-1

«Κούκλα είσαι, κούκλα! Τι να σε βάλουμε να δοκιμάσεις;», μου έλεγαν κάθε τόσο. Βρέθηκα με το πιάτο γεμάτο δίχως να πάρω χαμπάρι. Λογικό, λοιπόν, η συζήτηση να ξεκινήσει από την πολίτικη κουζίνα. Ποια είναι η καλύτερη μαγείρισσα; Ο Μανώλης Κωστίδης σχολιάζει ότι κάνουν τραπέζι και η μία επιδεικνύει στην άλλη τις γαστρονομικές αρετές της. «Ολες φτιάχνουμε ό,τι μάθαμε από τις μανάδες μας», είπε η Ελισάβετ Στεφανίδου Πέρρου, της οποίας το πατρικό στο Φανάρι είναι διατηρητέο. Ανήκε στον προπάππο της που είχε χτίσει το Πατριαρχείο και σήμερα στεγάζει Τούρκους κληρικούς. Οι άνδρες δεν καταπιάνονταν με τους κρύους μεζέδες, όπως γινόταν στη Σμύρνη; «Μπα! Μόνον ο δικός μου ξέρει να μαγειρεύει. Και δεν έμαθε από τον πατέρα του, αλλά από τον εαυτό του», λέει υπερήφανα η Καίτη Παρασκευαΐδου από τον Μπαλατά.

«Η μαγειρική είναι ταλέντο αλλά και παλιά γνώση, παιδί μου. Πάρε τη συνταγή και κάμνε τη. Αν δεν ξέρεις το μυστικό συστατικό, που δεν το γράφει μέσα, μα εσύ το ‘χεις μάθει από την προγιαγιά σου, δεν θα ‘ναι καλό το φαϊτό», σχολίασε η Μαρίκα Ανδρεάδου Ντερέντσωφ.

Κάθε δέκα χρόνια κάτι εβρίσκανε να μας διώξουνε, είχανε σύστημα βλέπεις. Εδώ την Αγιά Σοφιά την κάμνανε τζαμί σε λειτουργία, ενώ ήτανε μουσείο. Το διανοείσαι; Πώς να μη θυμώσεις;

Τα ποτηράκια γεμάτα ουζάκι τσούγκριζαν κάθε τόσο. Μπροστά μας οι μεζέδες. Στον ορίζοντα ένα δικάταρτο, λουόμενοι ξένοι τουρίστες στην παραλία και ένας υπαίθριος πωλητής διαλαλούσε την πραμάτεια: πετσέτες με τυπωμένη στο πέλος την ελληνική σημαία. Η σκηνή ήταν εκ διαμέτρου αντίθετη με όσα ακούγονταν στο τραπέζι: «Εμείς τη μάθαμε την ιερή αγάπη για την πατρίδα από τότε που γεννηθήκαμε. Γαλουχηθήκαμε με αυτήν. Και μας βάστηξε στην Πόλη ακόμη και όταν όλοι έφευγαν. Πώς να την εγκαταλείψουμε; Είναι η Βασιλεύουσα. Αντέξαμε πολλά όσες μείναμε εκεί μετά το ’65», σημειώνει η Ελένη Δημαράτου Αλτίπαρμακ.

Μιλούσε για τη γενέτειρα λες και ήταν μια μάνα ηλικιωμένη και σεβάσμια, που χρειαζόταν φροντίδα. «Οταν δώσαμε τον όρκο να μείνουμε φίλες δεν μπορούσαμε να φανταστούμε τι θα συνέβαινε λίγα χρόνια αργότερα, αν και κάθε τόσο περνούσαμε κάποια δοκιμασία με το τουρκικό κράτος. Κάθε δέκα χρόνια κάτι εβρίσκανε να μας διώξουνε, είχανε σύστημα βλέπεις. Εδώ την Αγιά Σοφιά την κάμνανε τζαμί σε λειτουργία ενώ ήτανε μουσείο. Το διανοείσαι; Πώς να μη θυμώσεις;», συμπληρώνει η Ελισάβετ Στεφανίδου Πέρρου.

Ο θυμός αυτός, ωστόσο, έχει να κάνει μόνο με την επίσημη πολιτική του τουρκικού κράτους. Διότι με τους απλούς Τούρκους οι σχέσεις –όπως λένε– ήταν πάντα αγαπητικές. Μαζί στη γειτονιά, στο εμπόριο, στην καθημερινότητα. «Με τα τουρκόπαιδα μεγαλώσαμε», υπογραμμίζουν. Κάποιες θυμήθηκαν ότι στα «Σεπτεμβριανά» μέσα στο χάος ήταν οι Τούρκοι γείτονες που προφύλαξαν Ρωμιούς από τον όχλο και τη λεηλασία των καταστημάτων, όπως ακριβώς στην καταστροφή της Σμύρνης κάποιοι σώθηκαν χάρη στους μουσουλμάνους φίλους.

Πολλοί Τούρκοι Κωνσταντινουπολίτες στενοχωρήθηκαν όταν έφυγαν μαζικά οι Ρωμιοί, γιατί κατάλαβαν αμέσως ότι θα στερούνταν κάτι ιδιαίτερα πολύτιμο. Αλλά ο ξεριζωμός πόνεσε κυρίως αυτούς που αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν σπίτια, παραδόσεις, δεσμούς αίματος. Ομως, ούτε και η Ελλάδα φέρθηκε στοργικά τότε: «Μη φανταστείτε ότι μας περίμεναν όλοι οι Αθηναίοι με ανοιχτές αγκάλες. Ακουγες κάθε τόσο και κανένα σχόλιο που δεν σου άρεσε για την καταγωγή σου. Μέχρι και από ταξί μας είχαν κατεβάσει επειδή ήμασταν Πολίτισσες. Αλλά πριν μας πετάξει έξω τον περιλάβαμε κι εμείς ένα χέρι τον ταξιτζή», θυμάται η Καίτη Παρασκευαΐδου Πέσκου.

Μνήμες Βοσπόρου

«Οι περισσότεροι ήρθαμε εδώ στο Καλαμάκι και το Παλαιό Φάληρο. Η σχέση με τη θάλασσα μας εθύμιζε τον Βόσπορο. Τώρα και αυτές οι γειτονιές έχουν αλλάξει, οι τελευταίες μονοκατοικίες είναι οι δικές μας. Ούτε ο Βόσπορος δεν θυμίζει τον εαυτό του. Τόσα εκατομμύρια άνθρωποι, τα κτίρια ψηλώσανε, γίνανε ουρανοξύστες σε ορισμένα μέρη», υπογραμμίζει η Νεφέλη Κοπτσοπούλου Δήμα.

«Βρε Μανώλη, φάε! Νηστικός θα μείνεις κοτζάμ άνδρας, μάτια μου. Βάλε σαλάτα για χρώμα στο πιάτο», διέκοψε η Λυσίππη Γρηγοριάδου Καλφοπούλου. Παντρεμένες όλες με Πολίτες («αναντάμ παπαντάμ»), πλην μιας που πήρε Ιμβριο της διασποράς, έχουν παιδιά, εγγόνια και μερικές δισέγγονα. Και παρά τη μεγάλη αγάπη με την οποία μιλούσαν για την Πόλη στις επόμενες γενιές, η αφοσίωση δεν είναι η ίδια, λένε. «Εμείς αναπνέαμε τον αέρα της, ανήκουμε εκεί. Εδώ αλλιώς μεγαλώνουνε οι άνθρωποι», πρόσθεσε η κ. Λυσίππη.

Μπήκα στον πειρασμό να ρωτήσω τη μητέρα τού συναδέλφου (την κυρία Δέσποινα Κωστίδη) αν θα επέστρεφε σε περίπτωση που ήταν πιο ευνοϊκές οι συνθήκες «Εγώ θα πήγαινα πετώντας πίσω. Μου λείπει πολύ, παρά το ότι έμεινα για πολλά χρόνια στην Πόλη και την Πρίγκηπο –ο σύζυγος ήταν έμπορος– και δεν μπορούσαμε να φύγουμε. Περάσαμε πολλές δυσκολίες, δεν το συζητώ. Εδώ και κάποιο χρονικό διάστημα ζω περισσότερο στην Ελλάδα για να είμαι κοντά στα εγγόνια μου». Τελευταία ακούγεται ένα φιλόδοξο σχέδιο να αναζωογονηθεί μέσω κινήτρων η ελληνική κοινότητα. Με δυνατότητα για επιδότηση μετεγκατάστασης και εύρεση εργασίας, δημιουργία διεθνούς αναγνώρισης διπλωμάτων σε όσους θέλουν να κάνουν προπτυχιακά ή μεταπτυχιακά.

Θα έπιανε τόπο η προσπάθεια; «Οταν εμείς φύγαμε, παιδί μου, ήμασταν κρίσιμη μάζα σε σχέση με τον πληθυσμό. Σήμερα μέσα στα 20 εκατομμύρια, τι θα ‘ναι μερικές χιλιάδες; Μια στάλα στον ωκεανό», σχολίασαν. Οταν όμως άκουσαν ότι πίσω από την προσπάθεια είναι επιφανείς Ρωμιοί, μαλάκωσαν. «Μακάρι να καταφέρουν να πείσουν το ελληνικό κράτος να κάνει κάτι. Να ανοίξει η Σχολή της Χάλκης να βγουν οι νέοι πατριάρχες μας, που θα έχουν και τουρκική υπηκοότητα. Αλλιώς θα σβήσουμε».

Μας λείπουν όλα

«Ολα μας λείπουν. Τα σπίτια μας, οι γειτονιές μας, ο τρόπος ζωής μας. Μας λείπουν και οι εκκλησίες μας, που τώρα κάποιες είναι κλειστές. Το σχολείο μας που σταμάτησε γιατί δεν είχε μαθήτριες. Και σε πολλά ελληνικά σχολεία ακούς πια τουρκικά. Για εμάς τους Ρωμιούς η σχέση με την ορθοδοξία, τις λειτουργίες και τις συνάξεις της Κυριακής είναι διαφορετικές. Εκεί συσπειρωθήκαμε γύρω από το Φανάρι, σαν φάρο μέσα στο σκοτάδι. Δεν είναι μοναχά η πίστη, που ίσως είναι πιο έντονη. Επίσης κρατάμε τις παραδόσεις μας με μεγαλύτερη αφοσίωση διότι πάντα είχαμε την έγνοια ότι πρέπει να τις περάσουμε και στις επόμενες γενιές. Να μη χαθούν. Εδώ δεν υπάρχει αυτός ο φόβος και αυτή η ευθύνη», συμφωνούν όλες.

«Και βέβαια όταν κλείνω τα μάτια έρχονται στο μυαλό ο Βόσπορος και τα Πριγκηπονήσια. Ξέρεις τι είναι να ’σαι μέσα στο πλοίο και να περνάς με καμάρι από το σπίτι που γεννήθηκες και μεγάλωσες; Να περνάς από γειτονιές που ήταν κάποτε σχεδόν όλοι οι κάτοικοι ορθόδοξοι;», συμπλήρωσε η μητέρα του συναδέλφου Μανώλη Κωστίδη.

Η συνάντηση

Βρεθήκαμε ένα μαγιάτικο μεσημέρι καθημερινής στο εστιατόριο «Edem» στον Αλιμο. Δεκάδες ξένοι κατέβαιναν από το τραμ με τις βερμούδες και τα μαγιό κατενθουσιασμένοι που θα βουτήξουν στον Σαρωνικό. Τα μεζεδάκια ήταν υπέροχα: καλαμαράκια, χταποδάκι, πατάτες τηγανητές, μελιτζανοσαλάτα, ταραμάς, ουζάκια. Μόλις τελείωσε η παραγγελία είπαν στον σερβιτόρο: «Μην αργήσεις, αγόρι μου. Ταμάμ;». Ο λογαριασμός ήταν 120 ευρώ.

comment-below Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή

Editor’s Pick

ΤΙ ΔΙΑΒΑΖΟΥΝ ΟΙ ΣΥΝΔΡΟΜΗΤΕΣ

MHT