Το χαμόγελό της είναι μεταδοτικό. Το ίδιο και η αισιοδοξία της, την οποία μου εξομολογείται με κάποια συστολή, αν και είναι φανερό ότι αποτελεί έμφυτο στοιχείο του χαρακτήρα της. Από την άλλη, δίχως αυτά τα εφόδια ίσως η Δάφνη Μπεχτσή να μην είχε πραγματοποιήσει κάποια από τα όνειρά της σε τόσο νεαρή ηλικία. Η ιδρύτρια και CEO του Cinobo, της πρώτης ελληνικής διαδικτυακής πλατφόρμας για τον ανεξάρτητο κινηματογράφο, η οποία πριν από λίγο καιρό συμπλήρωσε έξι χρόνια λειτουργίας, είναι από εκείνα τα άτομα που αφιερώνονται με όλες τους τις δυνάμεις σε ένα σκοπό – στην προκειμένη περίπτωση, στο σινεμά και στη δουλειά της. «Είμαι 99% Cinobo και 1% νερό», αναφέρει παραπάνω από μία φορά την ώρα που περνάμε μαζί. Παρ’ όλα αυτά ξεκίνησε ως… βιολόγος.
Μέσω βιολογίας
«Οταν τελείωνα το σχολείο ήθελα να κάνω σχεδόν τα πάντα, από κτηνίατρος μέχρι αρχιτέκτονας. Ελεγα μόνο ότι δεν ήθελα να γίνω επιχειρηματίας γιατί ήταν ο μπαμπάς μου. Τελείως αντιδραστική. Τελικά πήρα ως μάθημα επιλογής τη Βιολογία και υπερενθουσιάστηκα με το αντικείμενο. Ηξερα ότι ήθελα να φύγω αμέσως στο εξωτερικό, όμως η κρίση είχε ήδη φτάσει (2011), οπότε πέρασα στο Βιολογικό εδώ. Εκανα όμως και τα χαρτιά μου για τη Σκωτία, επειδή εκεί δεν υπήρχαν δίδακτρα, ενώ υποσχέθηκα στους δικούς μου ότι θα τα βγάζω πέρα με τα λεφτά που έβγαζε η αδελφή μου στις Σέρρες», λέει η ίδια.
Στη Γλασκώβη έμεινε σχεδόν οκτώ χρόνια κάνοντας προπτυχιακές και μεταπτυχιακές σπουδές, ερευνώντας το παράσιτο που προκαλεί την ελονοσία, ενώ κέρδισε και μια περιζήτητη υποτροφία για να ξεκινήσει το διδακτορικό της. Κάπου εκεί ωστόσο το… μικρόβιο της επιχειρηματικότητας –αυτό που ήθελε να αποφύγει– της χτύπησε την πόρτα: «Ξεκίνησα το διδακτορικό, αλλά σύντομα κατάλαβα ότι είμαι μακριά από το να έχω αντίκτυπο στον πραγματικό κόσμο. Επιπλέον, όσα έβλεπα γύρω μου στο πεδίο της έρευνας με ξένιζαν, τα χρήματα που ξοδεύονταν σε ερευνητικά προγράμματα με κακή διαχείριση ήταν απίθανα. Τρελαινόμουν με όλη αυτή την αναποτελεσματικότητα, ένιωθα ματαίωση».
Η διαχρονική αγάπη της για το σινεμά ήρθε τότε για να τη σώσει. «Ο πατέρας μου είχε βίντεο κλαμπ στη Θεσσαλονίκη και αργότερα την εταιρεία διανομής Seven Films. Εγώ πρακτικά μεγάλωσα εκεί μέσα. Στο σπίτι, αντί για τηλεόραση, βλέπαμε screeners των νέων ταινιών. Επίσης από τα 18 και μετά ακολουθούσα τον πατέρα μου στα μεγάλα φεστιβάλ του εξωτερικού. Φυσικά με έστελναν στις ταινίες που δεν ήθελε να πάει κανείς. Πολλές φορές έβγαινα από την αίθουσα ενθουσιασμένη και μου έλεγαν “καλό, αλλά δεν έχει εισιτήρια”. Δεν μπορούσα να το χωνέψω. Είχα δει μια ταινία που με είχε συγκινήσει, για την οποία είχαν συνεργαστεί τόσοι άνθρωποι. Ξέρεις πόσο δύσκολο είναι να κάνεις τους ανθρώπους να συνεργαστούν;» λέει η Δάφνη Μπεχτσή.
Ζούμε σε μια χρυσή εποχή. Εχει γίνει πιο προσβάσιμο από ποτέ το να φτιάξεις τη δική σου ταινία, να πεις την ιστορία σου. Μπορείς να γυρίσεις ταινία με το κινητό σου.
Τα δυσεύρετα
«Ετσι άρχισε να μπαίνει η σκέψη στο μυαλό μου. Αρχισα να ρωτάω πόσο κοστίζουν όλα αυτά, πώς λειτουργεί αυτή η αγορά κ.λπ. Τότε ήμουν στη Γλασκώβη και ο φίλος μου άνοιξε μια πιτσαρία. Οπότε παράλληλα με το διδακτορικό, καταλήγω να βγάζω το μπίζνες πλαν της πιτσαρίας. Συνειδητοποίησα ότι μου άρεσε πολύ το επιχειρείν και σκέφτηκα ότι κανείς δεν έχει λύσει το πρόβλημα του ότι εγώ πλήρωνα Netflix, Amazon, Mubi και δεν μπορούσα να βρω κάποιες ταινίες όπως π.χ. η “Κόκκινη χελώνα”. Δεν υπήρχε πουθενά και ήταν υποψήφια για Οσκαρ. Στη Γλασκώβη υπήρχε μόνο ένα ανεξάρτητο σινεμά. Αρχισα να ανησυχώ για το μέλλον. Θα βλέπουμε μόνο ό,τι μας σερβίρει το Netflix; Το 2018, στα 26 μου ήμουν στις Κάννες σε μια ταινία με τον πατέρα μου και είχαμε πάλι την ίδια συζήτηση. Τα βάλαμε κάτω και συνειδητοποίησα –δηλαδή μου είπε– ότι αν βρούμε 10.000 συνδρομητές βγαίνει. Πίστεψα ότι υπάρχουν και αποφάσισα να τους βρω».
Το Cinobo άρχισε τη λειτουργία του τον Μάρτιο του 2020, συμπτωματικά την ημέρα που ανακοινώθηκε το κλείσιμο των κινηματογραφικών αιθουσών λόγω πανδημίας. «Εμείς παλεύαμε να βγούμε Δεκέμβριο, αλλά δεν προλάβαμε. Στην αρχή σοκαρίστηκα με το πόσο μη συνεργατικό κλίμα υπήρχε στην Ελλάδα. Θυμάμαι με το όνομά τους όλους εκείνους που πίστεψαν στο εγχείρημα και το στήριξαν από την αρχή. Αρχικά ήταν, φυσικά, οι σημερινοί μας curators, οι οποίοι πρώτοι με έπεισαν ότι δεν είμαι θεότρελη… Επίσης είναι αλήθεια ότι όταν ανοίξαμε, τόσο οι δημιουργοί όσο και ο Τύπος υπήρξαν πολύ υποστηρικτικοί. Βέβαια, εκείνη την περίοδο δεν υπήρχαν και πολλές ειδήσεις», σημειώνει με νόημα η Δάφνη.
Οση ώρα μιλάμε για το Cinobo, καθώς και για άλλα θέματα, επαναλαμβάνει τις λέξεις «mission» (αποστολή) και «σκοπός», ενώ για την ίδρυση της πλατφόρμας η ίδια ετοίμασε ολόκληρο μανιφέστο, υπερασπιζόμενη το Cinema (with) No Borders (Σινεμά δίχως σύνορα), από όπου προέρχεται και η ονομασία της. Πόσα όμως από όσα είχε τότε ονειρευθεί έχουν γίνει σήμερα πραγματικότητα; «Εχουν γίνει 500 φορές παραπάνω πράγματα από όσα είχα φανταστεί. Δεν ξεκινήσαμε σαν startuppers, να γίνουμε “μονόκεροι” και να ανταγωνιστούμε το Netflix. Ξεκινήσαμε με το απλό σκεπτικό ότι κάποιες ταινίες πρέπει να φτάσουν στον κόσμο. Με έναν τρόπο, δεν είχα προβλέψει τίποτα και με έναν τρόπο όλα. Μπορεί να μην είχα φανταστεί ότι θα σώσουμε τρία σινεμά από το κλείσιμο, αλλά το όραμα να υπάρχει χώρος ώστε να συναντιούνται οι άνθρωποι για να βλέπουν την ανεξάρτητη ταινία, ήταν πολύ ξεκάθαρο».
Σχέδια επέκτασης
Πράγματι, με τον καιρό το Cinobo μεγάλωσε. Οχι μόνο βρέθηκαν οι (απαραίτητοι) 10.000 συνδρομητές, αλλά εκείνοι του πρώτου χρόνου πενταπλασιάστηκαν, ενώ ακολούθησαν το άνοιγμα στη διανομή οι τρεις κινηματογράφοι (Σινέ Παρί, Cinobo Οπερα, Cinobo Πατησίων) που πλέον λειτουργούν υπό τη σκέπη του, ενώ σύντομα αναμένεται και επέκταση στο εξωτερικό, αφού «λείπει κάτι σαν το Cinobo από αρκετές χώρες». Ολα αυτά δίχως τη στήριξη κάποιου ισχυρού επιχειρηματικού παράγοντα. «Ξεκινήσαμε με 240.000 ευρώ, τα οποία προήλθαν από ίδια κεφάλαια και από μικρές επενδύσεις μιας ομάδας δέκα ανθρώπων που πίστεψαν στο πρότζεκτ. Εκτοτε δεν υπήρξε άλλη χρηματοδότηση· ό,τι βγάζει η πλατφόρμα επανεπενδύεται εκεί, κανείς δεν έχει πάρει ποτέ κέρδη. Βασιζόμαστε καθαρά στις συνδρομές των ανθρώπων. Είμαστε σε μια εποχή όπου ο κόσμος νοιάζεται για το πού δίνει τα λεφτά του, το αντιλαμβάνεται οριακά σαν “ψήφο”», αναφέρει με νόημα η Δάφνη Μπεχτσή. Πέρυσι ο κύκλος εργασιών της εταιρείας έφτασε στα 5 εκατ. ευρώ.
Τι βλέπουμε όμως περισσότερο στο Cinobo και με τι χαίρεται εκείνη; «Ο κόσμος προτιμά συνήθως το πιο ελαφρύ περιεχόμενο. Πολύ συχνά βλέπουμε στα top μας κωμωδίες. Οι Monty Python, για παράδειγμα, έκαναν τεράστιο γκελ πρόσφατα. Επίσης μου έκανε θετική εντύπωση το πόσο δούλεψε ο Αγγελόπουλος, που για εμάς ήταν από τους πρώτους στόχους να έχουμε τη φιλμογραφία του. Ο κόσμος έβλεπε τις ταινίες μέχρι το τέλος και είναι τρεις ώρες, όχι αστεία. Γενικά οι πιο ωραίες εκπλήξεις έρχονται από το ελληνικό σινεμά. Αυτό που έκαναν τα “Μαγνητικά πεδία”, το “Πρόστιμο”, το “Black Stone” το χαιρόμαστε πολύ».
Οταν η κουβέντα φτάνει στο σύγχρονο κινηματογραφικό τοπίο, με τις ανησυχίες για τον συγκεντρωτισμό του συστήματος των στούντιο και την επέλαση της ΑΙ, η χαρακτηριστική αισιοδοξία της παίρνει ξανά τα ηνία. «Με έναν τρόπο ζούμε σε μια χρυσή εποχή. Εχει γίνει πιο προσβάσιμο από ποτέ το να φτιάξεις τη δική σου ταινία, να πεις την ιστορία σου. Μπορείς να γυρίσεις ταινία με το κινητό σου. Ακόμη και η ΑΙ –παρόλο που πρέπει να δούμε το θέμα της ηθικής– εκδημοκρατίζει τον κλάδο. Μπορούμε πια να ανταγωνιστούμε γίγαντες χάρη στην “ιπποδύναμη” που θα μας δώσει».
Και στον καναπέ και στην αίθουσα
Από τότε που οι διαδικτυακές πλατφόρμες, με πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα το Netflix, μπήκαν στη ζωή μας, έχει ανοίξει το γνωστό ντιμπέιτ ανάμεσα σε αυτούς που πιστεύουν ότι το σινεμά πρέπει να απολαμβάνεται –και να δημιουργείται– πρωτίστως στη μεγάλη οθόνη και εκείνους που θεωρούν πως τα νέα Μέσα γεννούν ευκαιρίες. Για τη Δάφνη Μπεχτσή, πάντως, το ένα δεν αποκλείει το άλλο: «Για εμένα το σινεμά είναι παντού. Είναι το συναίσθημα που νιώθεις όταν κλείνεις τα μάτια μετά μια καλή ταινία. Προφανώς αλλιώς αποτυπώνεται στην αίθουσα κι αλλιώς όταν το δω μόνη. Ολα είναι διαφορετικές εμπειρίες. Θεωρώ πάντως ότι η επιθυμία μας να κρατήσουμε το σινεμά εν ζωή απαιτεί να σκεφτούμε πέρα από όσα ξέραμε 10 ή 20 χρόνια πριν», λέει, ενώ αντιλαμβάνεται τις δύο «οθόνες» ως συμπληρωματικές. «Για εμάς είναι σημαντικό να βρίσκει η ταινία το κοινό της και το κοινό την ταινία. Εχουμε τόσα φιλμ που έχουν πάει χάλια στις αίθουσες, αλλά έχουν λάμψει στο Cinobo. Σινεμά και πλατφόρμα αλληλοϋποστηρίζονται. Το Cinobo έχει αποδείξει ότι δεν μιλάει για σβήσιμο του παρελθόντος· το κάνουμε άλλωστε στην πράξη, στέλνοντας κόσμο στις αίθουσες με δωρεάν εισιτήρια».
Η συνάντηση
Βρεθήκαμε, κατόπιν δικής της προτροπής, στο Ρίνι, ένα καλά κρυμμένο γαστρονομικό «μυστικό» δίπλα στο Αρχαιολογικό Μουσείο. Εκείνη διάλεξε σιγομαγειρεμένο κατσικάκι με κουσκούς, ενώ εγώ προτίμησα το ραγού με κιμά κόκορα. Μοιραστήκαμε μια φρέσκια μπουράτα με ψητά φρούτα και ήπιαμε κρασί και σόδα. Ο λογαριασμός ήταν 53 ευρώ.


