Κώστας Τουρνάς: Ολα άρχισαν με μια κιθάρα μεταχειρισμένη

Κώστας Τουρνάς: Ολα άρχισαν με μια κιθάρα μεταχειρισμένη

Η πρώτη ορχήστρα που άκουσε ως μαθητής στην Τρίπολη. Η επιμονή να ασχοληθεί με τη μουσική και η γρήγορη επιτυχία. Τα σουξέ που δεν υπέγραψε με το όνομά του. Πενήντα πέντε χρόνια στο τραγούδι

7' 4" χρόνος ανάγνωσης
Φόρτωση Text-to-Speech...

Στα γυμνασιακά μου χρόνια, στον Πειραιά, ήμουν τραγουδίστρια ενός εφηβικού γκρουπ. Από τα τραγούδια που παίζαμε στα λάιβ μας, συνήθως σε μαθητικά φεστιβάλ, δεν έλειπαν ποτέ τρία: «Αχ, χελιδόνι μου» του Μάνου Λοΐζου και του Λευτέρη Παπαδόπουλου, «Let it be» των Beatles και «Ο Αχιλλέας απ’ το Κάιρο» του Κώστα Τουρνά. Το λέω στον ίδιο, καθώς πίνουμε καφέ στη γειτονιά του, την Ανω Κυψέλη, και χαμογελά.

Πώς αισθάνεται κάθε φορά που συνειδητοποιεί ότι με το έργο του έχει αφήσει ένα αποτύπωμα στη ζωή κάποιου ανθρώπου; «Δικαιώνεται η απόφαση που πήρα, όταν ήμουν ακόμη παιδί, να ακολουθήσω αυτόν τον δρόμο. Η μουσική –η δημιουργία και η εκτέλεσή της– είναι αιθέριο πράγμα, όχι χειροπιαστό προϊόν. Αν, όμως, γίνει αληθινά, από ψυχής, από βάθους, έχει τη δύναμη να φέρνει τους ανθρώπους πιο κοντά, να τους παρηγορεί, να τους προσφέρει αισιοδοξία. Λειτουργεί σαν ένα είδος ψυχοθεραπείας, ούτε φρούδο ούτε ευτελές, δεν είναι έπεα πτερόεντα. Το έχω καταλάβει από πολύ νωρίς και με αυτή την “πυξίδα” πορεύομαι στον χώρο: Αν ένα τραγούδι δεν μπει στην καρδιά, τζάμπα γράφτηκε…».

– Πενήντα πέντε χρόνια μετράει φέτος αυτή η πορεία;

– Σωστά. Ηταν άνοιξη του 1971 όταν με τους Ρόμπερτ Ουίλιαμς, Σταύρο Λογαρίδη και Κώστα Παπαϊωάννου αρχίσαμε πρόβες ως Poll. Θυμάμαι την αθωότητα με την οποία προσεγγίζαμε τότε καθετί, μαζί με την επιθυμία αυτό που θα κάναμε να έχει χρησιμότητα, να βοηθήσει με κάποιον τρόπο τον κόσμο.

– Ησαστε 22 ετών. Μέχρι τότε πώς ήταν η ζωή σας;

– Γεννήθηκα στην Τρίπολη. Ο πατέρας μου είχε υφασματάδικο απέναντι από την εκκλησία της Αγίας Παρασκευής. Σε μια εποχή που τα περισσότερα καταστήματα πουλούσαν κυρίως τσελβόλ, δηλαδή φθηνά και ανθεκτικά αλλά κακής ποιότητας υφάσματα, εκείνος έφερνε από το εξωτερικό κασμίρια, φανελένια πουκάμισα, παρντεσού, γραβάτες. Ηταν μερακλής έμπορος! Μόνο που στην πραγματικότητα δεν ήταν… έμπορος. Ερχόταν, για παράδειγμα, ένας πελάτης στο μαγαζί. «Κόψε μου ύφασμα για δύο κοστούμια, Βαγγέλη, και γράψ’ τα στο τεφτέρι. Πάρε τώρα 50 δραχμές και θα σου δίνω κάθε Σάββατο», του έλεγε.

Η μουσική είναι αιθέριο πράγμα, όχι χειροπιαστό προϊόν. Το έχω καταλάβει από πολύ νωρίς και με αυτή την «πυξίδα» πορεύομαι στον χώρο: Αν ένα τραγούδι δεν μπει στην καρδιά, τζάμπα γράφτηκε…

Και το τεφτέρι γέμιζε ονόματα και ποσά. Κανέναν οφειλέτη δεν πίεζε ο πατέρας μου, συμπονούσε τους ανθρώπους που προσπαθούσαν να βρουν τα πατήματά τους στα δύσκολα μεταπολεμικά χρόνια. Εφτασε στο σημείο να χρωστάει 400.000 δραχμές και να δέχεται ο ίδιος ασφυκτική πίεση από τους προμηθευτές του. Κάπως έτσι αναγκάστηκε να κλείσει την επιχείρηση. Το 1959 μας πήρε και ήρθαμε στην Αθήνα, όπου ξεκίνησε από το μηδέν, με δουλειές «του ποδαριού» και τρία παιδιά – τις αδελφές μου και εμένα. Περάσαμε δύσκολα, όμως ποτέ δεν θυμάμαι τους γονείς μου να βαρυγκομούν.

– Τη μουσική πώς την αγαπήσατε;

– Θυμάμαι δύο στιγμές που άφησαν βαθιά ίχνη στην άγραφη πλάκα του ψυχισμού μου ως παιδιού. Στις γυμναστικές επιδείξεις της πρώτης δημοτικού άκουσα μια ορχήστρα να παίζει δημοτικά τραγούδια και ανατρίχιασα ολόκληρος. Και, λίγο μετά, σε μια συναυλία της Φιλαρμονικής του Δήμου Τρίπολης, στην πλατεία της πόλης, συνέβη το ίδιο στο άκουσμα των χάλκινων. Χωρίς να καταλαβαίνω ακριβώς τι μου συνέβαινε, μάλλον αυτά τα ερεθίσματα καθόρισαν τις μετέπειτα επιλογές μου. Με το που εγκατασταθήκαμε στην Αθήνα, ζητούσα πιεστικά να μάθω μουσική και η μητέρα μου αγόρασε από το Μοναστηράκι μια μεταχειρισμένη κιθάρα. Ετσι άρχισαν όλα.

– Ο πατέρας σας, έχοντας το τραύμα της δικής του οικονομικής καταστροφής, πώς αντέδρασε;

– Προσπάθησε να με αποτρέψει. «Οι μουσικοί ζουν με έρανο. Μπορεί να μην έχω τη δυνατότητα να σε σπουδάσω, αλλά υπάρχουν δουλειές που θα σου εξασφαλίσουν μια καλή ζωή», μου είπε. Τελικά, βλέποντας το πάθος που είχα για τη μουσική και την αφοσίωση που έδειχνα, υποχώρησε. Και, ευτυχώς, πρόλαβε πριν πεθάνει να δει κάποιες από τις επιτυχίες μου.

– Οι Poll γιατί δεν μακροημέρευσαν;

– Ημαστε μικροί και πολύ διαφορετικοί ως χαρακτήρες. Είχαμε αντικρουόμενες οπτικές τού τι ήταν το συγκρότημα, πού στόχευε. Οι μικρές διαφωνίες με τον καιρό γιγαντώθηκαν και οδήγησαν σε ρήξη. Επιπλέον, η επιτυχία που είχαμε γνωρίσει «με το καλημέρα» δεν ήταν καλός σύμβουλος· αντί να μας ενώσει, έγινε διαλυτικός παράγοντας.

– Το χαρακτηριστικό της μετέπειτα σόλο πορείας σας ποιο ήταν;

– Νομίζω ο πειραματισμός. Εφερα από την Ιαπωνία ένα από τα πρώτα συνθεσάιζερ που βρέθηκαν στην Ελλάδα και με συνάρπαζε να διερευνώ τις δυνατότητες των συνθετικών οργάνων. Πήγαινα στην Αγγλία και όποιο καινούργιο εργαλείο κυκλοφορούσε το αγόραζα. Οταν άλλοι συνάδελφοι επένδυαν σε οικόπεδα, εγώ ό,τι έβγαζα το έριχνα στη μουσική.

– Πολλοί ίσως δεν γνωρίζουν ότι αρκετά από τα λεγόμενα σουξέ των τελευταίων δεκαετιών έχουν την υπογραφή σας, όπως τα «Ξυπόλυτη χορεύω» και «Μη με συγκρίνεις» της Καίτης Γαρμπή.

– Αυτή ήταν ιδιάζουσα περίπτωση γιατί την Καίτη την ήξερα από πιτσιρίκα, από τότε που τραγουδούσε με την αδελφή της. Δεν το είδα ως εμπορική συναλλαγή, γι’ αυτό και υπέγραψα τα συγκεκριμένα τραγούδια. Συνήθως, σε περιόδους που περνούσα οικονομικά ζόρια και αναγκαζόμουν να πουλήσω κάποια κομμάτια μου, τα έδινα με ψευδώνυμο. Σε μεγάλο ποσοστό έγιναν επιτυχίες, αλλά δεν το μετάνιωσα. Ηταν «έξω από μένα», από το στυλ γραφής μου.

– Την κατάρρευση της δισκογραφίας την περιμένατε;

– Οχι, με κανέναν τρόπο. Σοκαρίστηκα. Από το 1970 έως το 2000 εργαζόμουν με συγκεκριμένο τρόπο. Επρεπε, λοιπόν, όχι μόνο να προσαρμοστώ, αλλά και να κάνω ο ίδιος τον παραγωγό στον εαυτό μου, κάτι που ενείχε και μεγάλο οικονομικό ρίσκο.

Κώστας Τουρνάς: Ολα άρχισαν με μια κιθάρα μεταχειρισμένη-1

– Με τα συνδικαλιστικά γιατί ασχοληθήκατε;

– Για να στηρίξω, με όλες μου τις δυνάμεις, το δικαίωμα των δημιουργών που πλήττεται από παντού – ειδικά στις μέρες μας. Ισως σας φανεί ρομαντικό, όμως πιστεύω ακράδαντα πως αν προσφέρεις στον συνάνθρωπο, κάτι καλό θα σου προσφερθεί αργά ή γρήγορα, θα επιστρέψει σ’ εσένα. Αυτή είναι η νομοτέλεια των πραγμάτων.

– Στην ελληνική μουσική σκηνή σάς έχει εκπλήξει κάτι ευχάριστα τα τελευταία χρόνια;

– Η τελευταία αποκάλυψη για μένα ήταν ο Χάρης και ο Πάνος Κατσιμίχας. Ναι, τόσο παλιά, τη δεκαετία του 1980. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν έχουν βγει καλές φωνές και άξιοι δημιουργοί στιχουργοί – ως ολοκληρωμένο σύνολο (μουσική, στίχοι, ερμηνεία). Πάντως, δεν υπάρχει γενιά που δεν θα φέρει τον δικό της καρπό. Ακόμη και την τραπ έτσι τη βλέπω. Το σημαντικό είναι οι νέοι καλλιτέχνες να μη συνθηκολογούν, με όποιο τρόπο και αν εκφράζονται.

– Με τη σύζυγό σας, Μαρία, έχετε κοινή πορεία πέντε και πλέον δεκαετιών. Τι κρατάει δύο ανθρώπους μαζί για τόσο πολλά χρόνια;

– Ειλικρινά, δεν ξέρω. Είναι πολυπαραγοντικό το θέμα και κάτι θα αδικήσω. Πέρα από το να ταιριάζεις με τον άλλο, να υπάρχει αγάπη μαζί με το ερωτικό στοιχείο, μετρούν καθοριστικά η κατανόηση, ο σεβασμός, η εκτίμηση, η υπομονή, η διαρκής παροχή. Δεν ήταν εύκολα όλα τα χρόνια μας με τη Μαρία και στη δυσκολία ο άνθρωπος συχνά βγάζει στην επιφάνεια τον κακό του χαρακτήρα. Εμείς όμως στεκόμαστε ο ένας στον άλλο όπως θα στεκόμασταν απέναντι στον ίδιο μας τον εαυτό.

– Σας φοβίζει κάτι, κύριε Τουρνά;

– Οχι, δεν φοβάμαι τίποτα. Είμαι 76 ετών και χορτάτος. Εύχομαι η αποχώρησή μου να γίνει με τρόπο ήπιο. Χωρίς να βασανιστώ και να βασανίσω.

Η συμβουλή του Σακελλάριου

«Τη δεκαετία του 1970 έτυχε να συναντήσω τον Αλέκο Σακελλάριο στο πλαίσιο ενός από τα Φεστιβάλ Τραγουδιού Θεσσαλονίκης. Ηταν στο φουαγιέ του ξενοδοχείου και… ρητόρευε –με τον μοναδικό τρόπο που το έκανε–, έχοντας μια μεγάλη παρέα γύρω του. Κάθισα σε μια γωνιά και τον άκουγα μαγεμένος, θαυμάζοντας την ευφυΐα, το χιούμορ και την ευθυκρισία του. Κάποια στιγμή με είδε και, τελειώνοντας, με πλησίασε. “Εσύ, μικρέ, έχεις ταλέντο. Να προσέχεις μόνο τον στίχο σου”. Επεσα σε σκέψεις. Πώς θα γινόμουν καλύτερος; Πώς δεν θα “πρόδιδα” ανθρώπους όπως ο Σακελλάριος, που κάτι καλό είχαν δει σ’ εμένα; Αυτό με ένοιαζε πάντα, όχι να κάνω σουξέ, να βρω τη συνταγή της επιτυχίας; Αν μπεις σε αυτό το λούκι και αρχίσεις τα ψέματα και τις κατασκευές, δεν είσαι καλλιτέχνης – είσαι πολιτικός, ψαρεύεις ψήφους…».

H συνάντηση

Ηπιαμε καφέ σε ένα από τα στέκια του, στη γειτονιά του, την Ανω Κυψέλη. «Αρχικά, όταν ήρθαμε από την Τρίπολη, μέναμε στην οδό Επτανήσου. Αργότερα, ως συγγενείς ήρωα του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου (σ.σ.: ο αδελφός του πατέρα μου, Ανδρέας Τουρνάς, ήταν ένας από τους άνδρες που χάθηκαν στο Ιόνιο, στο ναυάγιο του θρυλικού υποβρυχίου “Παπανικολής”), πήραμε με συμβολικό αντίτιμο ένα οικόπεδο. Βέβαια, επειδή ήταν καταπατημένο, οι γονείς μου πέρασαν 35 χρόνια στα δικαστήρια. Παιδεύτηκαν πολύ. Τη χρονιά που κέρδισαν την υπόθεση, πέθανε ο πατέρας μου, οπότε με τα αδέλφια μου και τη μητέρα μας το δώσαμε αντιπαροχή. Πήραμε όλοι από ένα διαμέρισμα, εγώ αγόρασα και το υπόγειο για να το κάνω στούντιο και το 1991 μετακόμισα από την Αγία Παρασκευή εδώ».

comment-below Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή

Editor’s Pick

ΤΙ ΔΙΑΒΑΖΟΥΝ ΟΙ ΣΥΝΔΡΟΜΗΤΕΣ

MHT