Τον Μάκη Τσίτα συνάντησα στην κοινή μας γειτονιά στα Ιλίσια. Μάλλον χάρηκε όταν ανακαλύψαμε ότι μένουμε στην ίδια περιοχή, καθώς δεν του αρέσει να απομακρύνεται από το σπίτι – το γραφείο όπου δουλεύει καθημερινά απέχει μόλις πεντέμισι λεπτά «χρονομετρημένα» με τα πόδια από εκεί. Διαβάζοντας τα βιβλία του τα προηγούμενα χρόνια ήμουν, με έναν παράξενο τρόπο, προετοιμασμένος για τον άνθρωπο που θα συναντούσα: οργανωτικό, μετρημένο, κάπως αλλόκοτα προσηλωμένο σε κάποιες λεπτομέρειες, αλλά και οπλισμένο με την αισιοδοξία που μπορεί να φέρει μια καλή, καινούργια ιδέα.
«Συνήθως έχω πολλή δουλειά, φορτωμένη μέρα. Παρ’ όλα αυτά μόλις χαλαρώσω λίγο, αμέσως μου έρχονται ιδέες, π.χ. για ένα διήγημα ή ένα θεατρικό. Ποτέ δεν είχα έλλειψη ιδεών, συνήθως συμβαίνει το ανάποδο: έχω πράγματα να γράψω, αλλά όχι τον χρόνο. Δεν θεωρώ δουλεία το γράψιμο, παρόλο που είναι το πιο σημαντικό πράγμα στη ζωή μου. Αν ήμουν σε μια άλλη συνθήκη ή σε μια άλλη χώρα που επέτρεπε κάτι τέτοιο, πιθανόν να έκανα μόνον αυτό. Τότε θα ήταν δουλειά, οπότε πολλές φορές σκέφτομαι ότι είναι μάλλον καλύτερα έτσι», μου λέει ο Ελληνας συγγραφέας.
Αλλάζοντας στυλ
Μαζί μου έχω τις «Τσίχλες ταξιδίου», την καινούργια συλλογή διηγημάτων του, που κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις Μεταίχμιο. Οι 19 ιστορίες που περιέχονται εκεί δεν έχουν μόνο διαφορετικούς πρωταγωνιστές, άνδρες, γυναίκες και παιδιά, αλλά είναι γραμμένες και σε εντελώς διαφορετικά στυλ, από «λόγια» πρόζα μέχρι πρωτοπρόσωπη αφήγηση και διάλογο, που παραπέμπει σε θεατρικό κείμενο. «Τα θέματα που με ενδιαφέρουν έχουν να κάνουν κυρίως με τις ανθρώπινες σχέσεις: οικογενειακές, φιλικές, ερωτικές. Μου αρέσει να αφηγούμαι ιστορίες για ανθρώπους που “ξέρω”.

Ανθρώπους από τον λογοτεχνικό χώρο, μικροαστούς, που μου είναι πολύ οικείοι κ.ο.κ. Δεν με γοήτευσαν ποτέ, π.χ., τα ιστορικά πρόσωπα. Με ενδιαφέρει η επικοινωνία και η έλλειψή της, η μοναξιά, το πώς μερικές φορές υπονομεύουμε οι ίδιοι τις σχέσεις μας. Οσο ενδιαφέρον όμως έχει η ιστορία, πολύ περισσότερο έχει να βρω τη φόρμα, αυτό θεωρώ μεγαλύτερη πρόκληση», σημειώνει ο ίδιος σχετικά με τα διηγήματα, που είναι γραμμένα σε βάθος τριών δεκαετιών.
Μου λέει ότι γράφει αργά, γιατί δουλεύει ξανά και ξανά το κείμενο, καθώς «οι λέξεις είναι πολύτιμες». Γράφει κυρίως τα Σαββατοκύριακα, αλλά και τα καλοκαίρια, τα οποία εδώ και 25 χρόνια περνάει για τουλάχιστον ένα μήνα στην Πάρο. «Βασικά πηγαίνω διακοπές για να γράψω και το κάνω καθημερινά κλεισμένος στο δωμάτιο μέχρι τις 3-4 το απόγευμα. Μπάνιο μετά…», λέει γελώντας.
Προσπαθώντας να καταλάβω περισσότερα σχετικά με τους ήρωες και τις καταστάσεις που περιγράφονται στα γραπτά του, τον ρωτάω για τη σχέση του με τη λογοτεχνία – πότε ξεκίνησε να διαβάζει και να γράφει; «Γεννήθηκα και μεγάλωσα σε ένα χωριό των Γιαννιτσών. Το διάβασμα ξεκίνησε σχεδόν τυχαία, σε ένα ταξίδι με νταλίκα με τον μπαμπά μου στο εξωτερικό. Επρεπε κάπως να γεμίσω τον χρόνο, οπότε πήρα στην τύχη την “Αιολική γη” του Βενέζη, που με ξετρέλανε. Ο κόσμος μέσα στα βιβλία ήταν πιο ωραίος και ενδιαφέρων από τον πραγματικό. Το χωριό μου φαινόταν πολύ μικρό και με την ανάγνωση έγινε ακόμη μικρότερο. Τα βιβλία έδιναν τη δυνατότητα διαφυγής. Το γράψιμο άρχισε επίσης σε μικρή ηλικία, στα 14, αρχικά με μερικά ποιήματα, σύντομες ιστορίες, ένα θεατρικό, όμως στα 17 κατάλαβα ότι το είχα πάρει πολύ στα σοβαρά. Ενώ είχα συμμαθητές που έγραφαν στιχάκια, λευκώματα, πράγματα της εφηβείας που γίνονται βιαστικά, εγώ θυμάμαι να γράφω και να ξαναγράφω τετράστιχα και πεζά. Τα δούλευα μετά μανίας. Παλιά έλεγα ότι έγινα συγγραφέας από ζήλια, διαβάζοντας λογοτεχνία, όμως τελικά ήταν απλώς μια ανάγκη».
Το βασικό είναι να γεμίζουν οι βιβλιοθήκες, το βιβλίο να γίνεται μόδα. Ετσι φτιάχνεις αναγνώστες. Τα παιδιά είναι μιμητικά όντα. Οταν το παιδί βλέπει τον πατέρα να σκρολάρει στο κινητό, θα κάνει το ίδιο.
Παιδικό; Αλήθεια;
Ο Μάκης Τσίτας πάντως είναι ιδιαίτερος λογοτέχνης και με άλλους τρόπους. Το πολυβραβευμένο μυθιστόρημά του με τίτλο «Μάρτυς μου ο Θεός» είναι ένα αρκετά σκληρό –από πολλές απόψεις– αφήγημα, μια χειμαρρώδης εξομολόγηση ενός ανθρώπου στα όρια της πνευματικής αντοχής του. Ταυτόχρονα ο συγγραφέας του υπογράφει περισσότερα από 30 βιβλία για παιδιά, παρόλο που ο ίδιος δεν είναι πατέρας. «Προσωπικά δεν τα διαχωρίζω, είναι διαφορετικές, δικές μου όψεις. Το πρώτο διήγημα για παιδιά το έγραψα στα 19 και δεν ήξερα καν ότι ήταν παιδικό. Το έδειξα σε έναν γνωστό μου πεζογράφο και μου το είπε. Στην αρχή στενοχωρήθηκα διότι υποτιμούσα τα παιδικά. Τότε άρχισα να ψάχνω, ανακάλυψα τον “Μικρό Νικόλα” και άλλα, που ήταν αριστουργήματα. Εχει να κάνει με το πώς αισθάνομαι και λειτουργεί μάλλον αυτόματα. Οπως γράφω την ιστορία ενός υπέρβαρου 50άρη που ζει στην Αθήνα, μου έρχεται και η ιστορία ενός 7χρονου κοριτσιού».
Ενα άλλο χαρακτηριστικό του Τσίτα είναι η αγάπη για τη μικρή φόρμα – το «Μάρτυς μου ο Θεός» άλλωστε είναι το μοναδικό του μυθιστόρημα. «Ακόμη και αυτό για διήγημα ξεκίνησε», απαντά γελώντας εκείνος. «Απλώς επειδή δεν είχα χρόνο να το γράψω κατέληξα να μαζέψω πάρα πολύ υλικό. Οπότε όταν κάθισα να γράψω είχα τόσες σημειώσεις που έγινε μυθιστόρημα. Κάθε είδος έχει τις δυσκολίες του. Εμένα πάντα μου άρεσε η μικρή φόρμα. Για τις “Τσίχλες ταξιδίου” είχα έτοιμο ένα διήγημα 18 σελίδων και επί δύο μήνες μού είχε κολλήσει ότι κάτι έκανα λάθος, φλυάρησα. Τελικά το έβγαλα από τη συλλογή την τελευταία στιγμή. Γενικώς είμαι της λογικής ότι αν μπορούμε να πούμε κάτι σε 50 λέξεις, τότε το λέμε σε τόσες, αν όχι σε 40. Ποτέ σε 100».
Μέσα από το καινούργιο βιβλίο το μάτι μου πέφτει σε ένα διήγημα με τίτλο «Ευλογημένη τεχνητή νοημοσύνη». Τον ανησυχεί η επέλαση της ΑΙ, ειδικά στον κόσμο των λέξεων και του γραψίματος όπου ζει; «Φυσικά και με ανησυχεί, ιδίως αν σκεφτούμε ότι ακόμη είναι σε βρεφική ηλικία. Βλέπω αρκετά συχνά κείμενα γραμμένα με αυτόν τον τρόπο: άνευρα, δίχως πρωτοτυπία, αλλά ενός επιπέδου, διαβάζονται. Ηδη βγαίνουν και τέτοια βιβλία. Δεν ξέρω πώς μπορούμε να αντισταθούμε σε όλο αυτό. Το χειρότερο είναι στις μεταφράσεις. Ενας γνωστός μου που έχει μεταφραστική εταιρεία έφτιαξε ως δείγμα ένα δικό μου διήγημα στα αγγλικά. Το έδειξα σε καθηγήτρια Αμερικανικής Λογοτεχνίας και μου είπε: “Τι ωραία μετάφραση, ποιος την έκανε;”. Φυσικά είχε γίνει κάποια επιμέλεια προηγουμένως, ωστόσο η δουλειά του μεταφραστή είναι απείρως πιο περίπλοκη και χρονοβόρα από μια απλή επιμέλεια».
Η εκδοτική παραγωγή
Ως άνθρωπος που λόγω δουλειάς, αλλά και ενδιαφέροντος, στα χέρια του φτάνουν εκατοντάδες κείμενα όλων των ειδών, ενώ διατηρεί σταθερή συνεργασία με τους περισσότερους εκδοτικούς οίκους, ο Μάκης Τσίτας είναι (τουλάχιστον) αρμόδιος για να μιλήσει για τη σύγχρονη βιβλιοπαραγωγή στην Ελλάδα. «Τη βρίσκω υπερβολική. Σίγουρα βγαίνουν πάρα πολλοί τίτλοι για το μέγεθος του αναγνωστικού κοινού. Εχουν αλλάξει και τα πράγματα με τις αυτοεκδόσεις, που ο καθένας μπορεί πλέον να πληρώσει για να βγάλει το βιβλίο του. Οι ελληνικές εκδόσεις, πάντως, είναι κατά κανόνα σε καλό επίπεδο, προσεγμένες, καλαίσθητες και πιο ακριβές σχετικά με κάποιες του εξωτερικού. Από την άλλη, οι εκδότες γκρινιάζουν και εν μέρει έχουν δίκιο, γιατί δεν έχουν καμία βοήθεια από το κράτος. Δεν είναι μόνο τα χρήματα, αν και ο πολιτισμός πάντα χρειάζεται στήριξη. Το βασικό είναι να γεμίζουν οι βιβλιοθήκες, το βιβλίο να γίνεται μόδα. Ετσι φτιάχνεις αναγνώστες. Τα παιδιά είναι μιμητικά όντα. Οταν το παιδί βλέπει τον πατέρα να σκρολάρει στο κινητό, θα κάνει το ίδιο».
Ενα σάιτ για το βιβλίο
Η καθημερινή δουλειά του Μάκη Τσίτα έχει να κάνει με το diastixo.gr, το γνωστό ενημερωτικό σάιτ για το βιβλίο και τον πολιτισμό, το οποίο δημιούργησε και διευθύνει. Πώς επιβιώνει όμως μια ιστοσελίδα τέτοιου ειδικού περιεχομένου στην Ελλάδα του 2026 και πώς «ανταμείβει» τον εμπνευστή της; «Το 2012 ξεκίνησα δουλεύοντας από το σπίτι μου, ωστόσο το σάιτ σύντομα μεγάλωσε, αποκτήσαμε γραφεία. Είναι μια δουλειά που τη λατρεύω. Η επαφή με τους συγγραφείς των κειμένων που δημοσιεύουμε με γεμίζει. Κάποιοι από αυτούς είναι μόνιμοι και κάποιοι εξωτερικοί συνεργάτες. Κάθε φορά που τυπώνουμε ένα newsletter είναι για εμένα σαν να βγάζω ένα βιβλιαράκι. Σημαντική είναι και η επαφή με τους εκδότες, με τους περισσότερους από τους οποίους έχουμε πια προσωπική σχέση, είναι φίλοι. Φυσικά υπάρχει και το εμπορικό κομμάτι, που είναι απαραίτητο για να επιβιώσει η επιχείρηση. Εκεί βοηθάει και η εταιρεία επικοινωνίας, Arch PR, που επίσης “τρέχουμε” και στηρίζει το diastixo. Αν είχα ακολουθήσει άλλο δρόμο ίσως είχα κερδίσει περισσότερα χρήματα. Δεν το μετανιώνω όμως, ξυπνάω κάθε μέρα κεφάτος. Και καμιά φορά αισθάνομαι ότι απλώς κάνω κάτι που μου αρέσει και
μου χαρίζουν χρήματα».
Η συνάντηση
Δειπνήσαμε στο Oroscopo στην περιοχή του Κάραβελ, που είναι άλλωστε στη γειτονιά μας. Εκείνος διάλεξε ριζότο με μανιτάρια, ενώ εγώ κριθαρότο με γαρίδες και καλαμαράκια. Μοιραστήκαμε και μια δροσερή σαλάτα ροδιού με πράσινα φύλλα, παστέλι, αχλάδι και γκοργκοντζόλα. Ηπια ροζέ κρασί κι εκείνος νερό – δεν πίνει, ούτε καπνίζει. Ο λογαριασμός ήταν 58 ευρώ.

