Το διάχυτο φως κάνει τον ψηλοτάβανο «πυκνοκατοικημένο» χώρο να μοιάζει κάπως εξωπραγματικός. Ολόγυρα ορθώνονται πανύψηλες τοτεμικές μορφές, που παραπέμπουν σε αρχαίες θεότητες, ξοανικές φιγούρες γιγαντιαίων διαστάσεων, μεγαλόπρεπα ιερατικά γλυπτά από χρωματιστό πολυεστέρα, πασσαλόμορφες φιγούρες από σίδερο και ξύλο. Δίπλα τους, πάνω σε μεγάλες επιφάνειες απλώνονται, σαν σε αντίστιξη, στρατιές μικρογλυπτών από τερακότα – αγωνιστών, δεομένων, ειδωλίων, μανάδων, καθημερινών ανθρώπων. Αλλά και προπλάσματα ανδριάντων και προτομών, μάσκες, ανάγλυφα. Φιγούρες όρθιες ή καθιστές, όλων των διαστάσεων στριμώχνονται σε ράφια, στο πάτωμα, παντού. Στη μέση του οικείου του «πλήθους», ο γλύπτης Θόδωρος Παπαγιάννης στέκεται ευθυτενής, γαλήνιος, χαμογελαστός. Είχαμε συμφωνήσει να βρεθούμε στην ταβέρνα του «Κουνούπη» στη Μεταμόρφωση, όμως καθώς το εργαστήριό του είναι «λίγο πιο πάνω», είπαμε να κάνουμε ένα σύντομο πέρασμα πρώτα από εκεί.
Μουσείο στον τόπο του
«Μετά 40 χρόνια σκληρής δουλειάς, τώρα κάνω το κέφι μου», λέει. Δεν είναι εντελώς αλήθεια. Δεν έχει σταματημό. Υστερα από 39 χρόνια διδασκαλίας στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών, ίδρυσε ένα μουσείο μοντέρνας τέχνης που φέρει το όνομά του, στο χωριό του, το Ελληνικό Ιωαννίνων, με πληθώρα εκπαιδευτικών και άλλων δρώμενων, οργανώνει συμπόσια γλυπτικής, εκθέσεις, δημιουργεί. Μισοτελειωμένο βλέπουμε το πρόπλασμα ενός Πήγασου που προορίζεται για πλατεία της Αρτας, μόλις προ ημερών έγιναν τα αποκαλυπτήρια του ανδριάντα του Ωνάση που φιλοτέχνησε και ορθώνεται δίπλα στο ιστορικό Boeing 727 «Mount Olympus» στην πλατεία Ολυμπιακής Αεροπορίας στο Ελληνικό. Οργανώνει μια ομαδική έκθεση με τη συμμετοχή περίπου 20 επιφανών μαθητών του στην γκαλερί Σιαντή και μια ατομική στις παλιές αποθήκες της Σύρου.
Πριν αποχωρήσουμε ανεβαίνουμε ένα επίπεδο ψηλότερα, όπου είναι αραδιασμένα εκατοντάδες σχέδια. Οχι μόνο μελέτες ενός τεράστιου έργου (έχει στο ενεργητικό του 55 ατομικές εκθέσεις, εκατοντάδες γλυπτά σπαρμένα σε δημόσιους χώρους στην Ελλάδα, στην Κύπρο, πολλές ευρωπαϊκές χώρες και στις ΗΠΑ, δεκάδες μνημεία, ανδριάντες και προτομές ιστορικών ή επιφανών μορφών ανά τη χώρα, μετάλλια –π.χ. της εισόδου της Ελλάδας στην ΕΟΚ το 1979–, νομίσματα – π.χ. το εικοσάρικο, το δεκάρικο και το τάληρο του 1975, αλλά και αυτόνομες σχεδιαστικές δημιουργίες. Σταματώ μπροστά σε ένα πορτρέτο του Τέτση. «Την ώρα των συνεδριάσεων στη Σχολή, για να μην ανιώ σχεδίαζα όποιον συνάδελφο καθόταν απέναντί μου». Πίσω από τον Τέτση ο Πατρασκίδης, ο Μυταράς, ο Κεσσανλής, ο Μπότσογλου… «Το ίδιο κάνω τώρα και στο Ελληνικό. Εχω σχεδιάσει όλους τους χωριανούς μου, θαμώνες των τριών καφενείων, που έγιναν τώρα πινακοθήκες…».
Η ταβέρνα του «Κουνούπη» είναι κοντά, γρήγορα παραγγέλνουμε το φαγητό μας και ξεκινάμε τη συζήτηση. Επηρεάζει σήμερα η τέχνη τη ζωή μας; «Η τέχνη είναι το αντίδοτο της βαρβαρότητας. Δαμάζει τη βάναυση και παράλογη πλευρά της ζωής. Λέει κάπου ο Νίτσε ότι το σιγανό βέλος της τέχνης εισχωρεί σταδιακά στις ψυχές των ανθρώπων και τους μεταμορφώνει. Οπου κατά την αρχαιότητα υπήρξε τέχνη, αναπτύχθηκε κι ένας μεγάλος πολιτισμός, φτιάχτηκαν ενεργοί πολίτες. Ομως η τέχνη ήταν μέσα στην καθημερινότητά τους. Σήμερα η τέχνη είναι έξω από τη ζωή του πολίτη. Είναι αποκαρδιωτικό για την Ελλάδα, μια χώρα με τέτοια Ιστορία, με τόσο καθηλωτικά ανεπανάληπτα έργα, να βρίσκεται σήμερα σ’ αυτό το χάλι. Δεν έχουμε συνείδηση τι τόπο πατάμε».
Ο ίδιος προσπαθεί αυτό, όσο γίνεται, κάπως να το αλλάξει με τα συμπόσια γλυπτικής που διοργανώνει από το 1990, αρχικά σε πόλεις της Ελλάδας και της Κύπρου (σε 20 συνολικά) και από το 2009 στον αύλειο χώρο του Μουσείου Μοντέρνας Τέχνης «Θόδωρος Παπαγιάννης» που λειτουργεί μέσα στο μεγάλο πέτρινο σχολείο του χωριού του. «Κάθε χρόνο προσκαλούσα σε έναν τόπο ξένους και Ελληνες καλλιτέχνες, που για ένα ορισμένο χρονικό διάστημα δημιουργούσαν έργα τα οποία έμεναν εκεί. Ηταν ένας καλός τρόπος να αποκτήσει γλυπτά μια πόλη ή πάρκα γλυπτικής ένας φυσικός χώρος, όπως το δάσος του Διονύσου ή η λίμνη Ιωαννίνων. Σήμερα το συμπόσιο πραγματοποιείται στη μεγάλη αυλή του σχολείου – μουσείου, που έχει μεταμορφωθεί σε πάρκο γλυπτικής, όπως και μια διαδρομή 5 χλμ., διάσπαρτη με 100 γλυπτά, από την είσοδο του χωριού έως το ιστορικό μοναστήρι της Τσούκας. Τα γλυπτά στον δημόσιο χώρο όχι μόνο δικαιώνουν την τέχνη, αλλά σταδιακά διαμορφώνουν τους ανθρώπους. Τα φτιάχνουμε μπροστά τους και συχνά διαπιστώνουμε την έλλειψη καλλιτεχνικής παιδείας. “Τι είναι αυτό;” ρωτούν, και αντιγυρίζεις την ερώτηση, “να μου πεις εσύ, τι βλέπεις;”. Κι αρχίζει ένας διάλογος και γίνεται ένα πρώτο βήμα».
Εχουμε μάθει στην ευκολία, στις απεργίες, στις καταλήψεις, σ’ αυτή την κατάντια. Δεν ξέρουμε τι μας φταίει, δεν ξέρουμε τι θέλουμε.
Ομως δηλώνει εν γένει απογοητευμένος. «Τα μεγάλα κανάλια ενημέρωσης δεν προωθούν την τέχνη, μόνο τραγούδια και σίριαλ. Μου κάνει εντύπωση πόσο πολύ απασχολεί το ποδόσφαιρο. Πιστεύω ότι σε λίγο ο κόσμος θα σκέφτεται με τα πόδια. Επειτα, ζούμε σε άναρχες πόλεις, κατεστραμμένο περιβάλλον, δεχόμαστε πολλές επιρροές μέσα από τις ψηφιακές πλατφόρμες, εκτεταμένη παραπληροφόρηση, μπορούν να μας πασάρουν ό,τι θέλουν, να το πάρουμε σαν σωστό και να κάνουμε πράγματα ανόητα. Εχουμε μάθει στην ευκολία, στις απεργίες, στις καταλήψεις, σ’ αυτή την κατάντια. Δεν ξέρουμε τι μας φταίει, δεν ξέρουμε τι θέλουμε. Ζούμε σε έναν παράλογο κόσμο, ο οποίος όσο πάει γίνεται και πιο παράλογος».
Αρχισε να σκαλίζει την πέτρα στα δώδεκα, όταν ένα δυνατό χαστούκι από τον δάσκαλο κατά την προετοιμασία για το γυμνάσιο τον έκανε να δηλώσει στους γονείς, «”εγώ γυμνάσιο δεν πηγαίνω”. Δεν με μετέπεισε ο πατέρας μου, που ήρθε από το παντοπωλείο – καφενείο του στα Γιάννενα και ήθελε, ο ίδιος αγράμματος, να σπουδάσει και τα τέσσερα παιδιά του. “Αφού δεν θέλεις γράμματα, βόσκα πρόβατα”, μου είπε και μου αγόρασε 13 πρόβατα, που τα έδωσα να τα προσέχει ένας ξάδελφός μου με μεγάλο κοπάδι. Στο μεταξύ, εγώ έβρισκα μαλακές πέτρες και τις σκάλιζα. Τη μέρα έφτιαχνα κεφάλια, που τα άφηνα σε ένα μαγαζί του χωριού, και τη νύχτα άκουγα τις φλογέρες και τα τραγούδια των βοσκών. Ενας περαστικός γεωπόνος είδε τα πέτρινα κεφάλια, ρώτησε ποιος τα φτιάχνει και είπε στον πατέρα μου, κρίμα που βόσκει πρόβατα, θα μπορούσε να γίνει γλύπτης. Και έγινα».
Δουλειά και νυχτερινό
Πήγε στη Ζωσιμαία Σχολή στα Γιάννενα στα 16 και πριν την ολοκληρώσει έδωσε εξετάσεις στην ΑΣΚΤ και μπήκε πρώτος. Ολοκλήρωσε το γυμνάσιο σε νυχτερινό στη Χέυδεν, παράλληλα δούλευε, «γιατί ήταν δύσκολα», στο εργαστήριο του δασκάλου του, Γιάννη Παππά. «Συνδέθηκα πολύ μαζί του». Αποφοίτησε, έκανε τις πρώτες του εκθέσεις, πήρε υποτροφία από το ΙΚΥ για τη μελέτη της αρχαίας ελληνικής γλυπτικής, διορίστηκε βοηθός του Παππά στην ΑΣΚΤ. Θήτευσε πάνω στα νέα υλικά στην École des Arts Appliqués et des Métiers d’ Art στο Παρίσι, έζησε για μια περίοδο στη Νέα Υόρκη. «Κι όταν έφυγε ο Παππάς πήρα τη θέση του».
Τι ήταν εκείνο που τον σφράγισε; «Η μελέτη της αρχαίας ελληνικής τέχνης, ο βηματισμός του ήλιου πάνω στα αρχαία σπαράγματα. Περπάτησα όλη τη Μεσόγειο, όλη την Ελλάδα, πήγα σε όλα τα μουσεία, σε όλους τους αρχαιολογικούς χώρους». Ψηλάφισε γλυφές, θησαύρισε εικόνες, άντλησε έμπνευση για τα δικά του γλυπτά, τα μαζί πανάρχαια και σύγχρονα, με τη δυναμική των απέριττων γραμμών και της πυκνής αφαίρεσης. «Εκείνο που με μαγεύει είναι ο τρόπος που μετουσίωσαν οι αρχαίοι Ελληνες τη ζωή και την έκαναν τέχνη. Ο καθαρμός του σχήματος από περιττές λεπτομέρειες ώστε να απομείνει η ουσία».
«Αυτό προσπαθώ κι εγώ να κάνω». Μέσα από στρώσεις γνώσεων και εμπειριών. Και μνήμες, που αποδεικνύονται ισχυρότατες. «Οι καταβολές μου, οι ρίζες μου είναι τόσο δυνατές που τίποτα δεν στέκεται ικανό να τις καταπλακώσει. Πετάγονται σαν φύτρα ανάμεσα από ό,τι άλλο έντεχνο είχε συσσωρευτεί πάνω τους. Τα βιώματα σημαδεύουν».
Το τραύμα του 1991
Τι περισσότερο τον πλήγωσε; «Η πυρπόληση του Πολυτεχνείου το 1991. Κάθε χρόνο βανδάλιζαν τη Σχολή, έσπαγαν τα εργαστήρια, έκλεβαν χρώματα, έργα τέχνης, κομπιούτερ. Στο τέλος έκαψαν την Πρυτανεία και τη Βιβλιοθήκη. Αυτό δεν το άντεξα. Δεν ήταν μόνο ότι ζούσα εκεί – ως σπουδαστής και δάσκαλος συνολικά 45 χρόνια. Ηταν πολύ βάρβαρο να καις ένα πνευματικό ίδρυμα, ένα από τα λαμπρότερα νεοκλασικά της Αθήνας, έργο Ηπειρωτών ευεργετών. Ηθελα να κάνω κάτι για να ξορκίσω τα κακά που πλήθαιναν γύρω μου κι αγρίευαν τον ύπνο μου. Οταν κατεδάφισαν το κτίριο, μάζεψα τα αποκαΐδια. Είκοσι χρόνια δούλευα με αυτά κάτω από μια καθημερινότητα που με τρόμαζε, και έφτιαξα 50 έργα. Είναι τα φαντάσματά μου. Σύμβολα της παρακμής ενός κόσμου που αλληλοσπαράσσεται. Δεν ξέρω αν είναι θεοί ή δαίμονες, μυθικές μορφές ή ήρωες της Ιστορίας, λαϊκοί αγωνιστές ή πνευματικοί άνθρωποι, εθνικοί ευεργέτες ή διδάσκαλοι του γένους. Ισως κάτι από όλα αυτά. Μπορεί να είναι και οι προπάτορές μας, που, εξοργισμένοι και ταπεινωμένοι, μας ζητούν εξηγήσεις. Ηθελα να είναι έργα φοβιστικά, μήπως και φοβηθεί κάποιος, αλλά κανένας δεν φοβάται. Ξέρω πως οι άγριοι δεν σκιάζονται και οι εμπρηστές δεν θα σταματήσουν».
Η συνάντηση
Στην ταβέρνα του «Κουνούπη», στη Μεταμόρφωση, στέκι του κ. Παπαγιάννη, απολαύσαμε χόρτα, γίγαντες, σουπιές με σπανάκι και χταπόδι με κοφτό μακαρονάκι. Ο κ. Παπαγιάννης επέμεινε να πληρώσει τον λογαριασμό. «Μόνο τέσσερα παιδιά απέμειναν στο υπέροχο πέτρινο σχολείο –εμείς ήμασταν 170–, που κτίστηκε με χρήματα του ευεργέτη Νικόλαου Μαντελόπουλου, ο οποίος ξενιτεύτηκε στα εννέα του και ήθελε για τον τόπο του ένα ωραίο μεγάλο σχολείο. Μόνο στο Ελληνικό και στα Πράμαντα υπάρχουν ακόμη μαθητές. Τα Κατσανοχώρια ερήμωσαν, η επαρχία αργοπεθαίνει. Με το μουσείο, που το επισκέπτεται κόσμος, σχολεία, έχει επανέλθει κάπως η ζωή στο χωριό. Ομως, δεν ξέρω αν θα καταφέρουμε τελικά να το κρατήσουμε ζωντανό. Προσπαθούμε».


