Κάθε χρόνο υποδέχεται λαμπερούς αστέρες του παγκόσμιου σινεμά. Ομως η απόλυτη σταρ του Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης είναι η Ελίζ Ζαλαντό. Η κομψή Γαλλίδα που κατέκτησε το σινεμά πίσω από τη μεγάλη οθόνη, κρατάει εδώ και δέκα χρόνια γερά τα ηνία της γενικής διεύθυνσης στον μεγαλύτερο κινηματογραφικό θεσμό της χώρας. Διαχειρίστηκε με επιτυχία αλλεπάλληλες κρίσεις (οικονομική, υγειονομική), διέλυσε «ομίχλες» που σκέπαζαν τον θεσμό, καθιέρωσε ένα αποτελεσματικό μοντέλο οργάνωσης, σήκωσε το ανάστημά της για να προστατεύσει το φεστιβάλ από φαινόμενα μισαλλοδοξίας.
Μιλάει πάντα σε πρώτο πληθυντικό –«το φεστιβάλ είναι συλλογική δουλειά», λέει–, βάζοντας σε πρώτο πλάνο εργαζομένους και τον έτερο καλλιτεχνικό διευθυντή Ορέστη Ανδρεαδάκη. Η δεκαετία της στη Θεσσαλονίκη αριθμεί είκοσι διοργανώσεις των δύο ετήσιων ευρωπαϊκών φεστιβάλ (Κινηματογράφου και Ντοκιμαντέρ), άπειρες μετακινήσεις με το ποδήλατο και αμέτρητα βήματα ανάμεσα στο λιμάνι και το Ολύμπιον – την έδρα του φεστιβάλ. Λίγο πριν ανοίξει η αυλαία του 28ου Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης (6 Μαρτίου) για να υποδεχθεί τη Ζιλιέτ Μπινός, φέτος ως σκηνοθέτρια ντοκιμαντέρ («In-I in Motion»), συμπυκνώνει το έργο και τη ζωή της. Είναι μια ελκυστική συνομιλήτρια και τα σπαστά της ελληνικά με τη γαλλική προφορά, την κάνουν ακόμη πιο γοητευτική.
Με στήριξε η «οικογένεια»
Ανέλαβε τη διεύθυνση του φεστιβάλ σε μια δύσκολη περίοδο, αγκαλιάστηκε όμως από τη φεστιβαλική οικογένεια –«ένιωσα ότι δεν είμαι μόνη στη Θεσσαλονίκη»– και με οπλοστάσιο το κινηματογραφικό DNA, τις σπουδές και τη 16χρονη εμπειρία της στην παραγωγή ταινιών, δούλεψε μεθοδικά για να ισορροπήσει τον τοπικό και τον διεθνή ρόλο του φεστιβάλ. «Μία από τις βασικές προτεραιότητες όταν ανέλαβα (2016), εκτός από οικονομικά και διοικητικά θέματα, ήταν η σχέση φεστιβάλ και Ελλήνων κινηματογραφιστών. Οι δεσμοί είχαν διαρραγεί στο παρελθόν, όμως η προηγούμενη διοίκηση του Δημήτρη Εϊπίδη είχε αποκαταστήσει τον διάλογο. Σε αυτή την κατεύθυνση δούλεψε και η αγορά – κομμάτι της κινηματογραφικής βιομηχανίας. Ο ελληνικός κινηματογράφος, όμως, είναι οι ρίζες του φεστιβάλ. Η σχέση των δύο είναι αλληλένδετη. Ενα ελληνικό φεστιβάλ χωρίς την εγχώρια κινηματογραφία χάνει το νόημά του. Δουλέψαμε πολύ σκληρά με τον Ορέστη Ανδρεαδάκη για να στηρίξουμε τους Ελληνες κινηματογραφιστές – σ’ αυτό συνεισφέρει και το ΕΚΚΟΜΕΔ. Ενισχύσαμε το πρόγραμμα με περισσότερα διαγωνιστικά τμήματα, ποιοτικές ταινίες, ελκυστικά βραβεία, αφιερώματα, ενώ πρόσφατα δημιουργήσαμε την ψηφιακή πλατφόρμα filmography που συγκεντρώνει ταινίες και πληροφορίες του ελληνικού σινεμά. Δεν έγιναν όλα σε μια μέρα. Χτίσαμε σταδιακά την αξιοπιστία μας με τη στήριξη του υπουργείου Πολιτισμού και εργαστήκαμε συστηματικά για να αυξήσουμε τη χρηματοδότηση και τα ίδια έσοδα. Σήμερα οι χορηγοί μας είναι οκταπλάσιοι, ενώ ταυτόχρονα “τρέχουν” πέντε ευρωπαϊκά προγράμματα».
Στην κινηματογραφία αλλάζουν οι εποχές και οι γενιές. Πώς βλέπει την πορεία του ελληνικού σινεμά; «Παρακολουθούσα πάντα την πορεία μεγάλων δημιουργών. Ο ελληνικός κινηματογράφος είναι πολυδιάστατος, για μένα είχε πάντα ενδιαφέρον. Χαίρομαι που τα τελευταία χρόνια βγαίνουν στις αίθουσες πολύ καλές, φιλόδοξες και εμπορικές ταινίες, που είναι απαραίτητες για να κρατήσουν ή να φέρουν πίσω το ευρύ κοινό στις αίθουσες».
Οι πλατφόρμες επηρέασαν το φεστιβάλ; «Εχουν αλλάξει τελείως τη βιομηχανία του σινεμά, τον τρόπο που βλέπουμε, ειδικά μετά την πανδημία, που επηρέασε αίθουσες και φεστιβάλ. Το φεστιβάλ και η αγορά μας είναι πλέον υβριδικά (προβολές σε αίθουσες και online). Τα τελευταία χρόνια τεράστια επιτυχία σημειώνουν οι τηλεοπτικές σειρές, ενώ τη θέαση επηρεάζει πλέον και το μάρκετινγκ, καθώς πολλοί επιλέγουν φιλμ τα οποία έχουν ακουστεί πολύ. Στα φεστιβάλ μας, πάλι, οι θεατές εξακολουθούν να κυνηγούν άγνωστα διαμάντια, ανακαλύπτουν μόνοι τους ταινίες. Πρέπει λοιπόν να αλλάξουμε το αφήγημα. Αναζητούμε διαρκώς νέους τρόπους επικοινωνίας με το κοινό, κυρίως με τη νεότερη γενιά».
Πόσο έχει αλλάξει η πολιτική της διοίκησης την τελευταία δεκαετία; «Θεαματικά. Η πρώτη ελληνική λέξη που έμαθα ήταν “σωλήνας”. Ισως φαίνεται αστείο, αλλά η διοίκηση ενός φεστιβάλ περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, σοβαρά πρακτικά και τεχνικά ζητήματα. Αναζητούμε συνεχώς λύσεις βελτίωσης για τα κτίρια του φεστιβάλ που είναι χαρακτηρισμένα ως διατηρητέα. Συντήρηση, εξοπλισμός, δίκτυα, ανακαινίσεις, ασφάλεια, πυροπροστασία είναι στην καθημερινή ατζέντα. Yστερα από 25 χρόνια, με χρηματοδοτήσεις ευρωπαϊκών προγραμμάτων, το Ολύμπιον είναι πλήρως προσβάσιμο, ενεργειακά αναβαθμισμένο και με καινούργια καθίσματα. Μεγάλη έμφαση δίνουμε στην περιβαλλοντική βιωσιμότητα. Αναθέσαμε μάλιστα στο ΑΠΘ μελέτη ανάλυσης ανθρακικού αποτυπώματος και ενεργειακού ελέγχου των κτιρίων. Είμαι μάνατζερ διαχείρισης κρίσεων. Πρέπει να είμαστε προετοιμασμένοι για θέματα κυβερνοασφάλειας από τυχόν ψηφιακές επιθέσεις ή για το τεχνολογικό σοκ της τεχνητής νοημοσύνης που σαρώνει πλέον τα πάντα, έτσι ώστε να ενσωματώσουμε την ΑΙ προστατεύοντας ταυτόχρονα το φεστιβάλ και την καλλιτεχνική δημιουργία».
Η τεχνητή νοημοσύνη
Μπορεί να επηρεάσει η ΑΙ το φεστιβάλ; «Δεν μπορώ να προβλέψω πώς θα διαμορφώσει τον ρόλο μας. Αν η ΑΙ αλλάξει το παγκόσμιο οικοσύστημα, τότε θα αλλάξουμε κι εμείς. Είμαστε στην αρχή, ωστόσο η συζήτηση στην Ευρώπη είναι ήδη πολύ έντονη για το νέο νομικό πλαίσιο προστασίας των δεδομένων. Οπως κάθε χώρα έτσι κι εμείς πρέπει να προσαρμοστούμε πριν μας σαρώσει το κύμα. Στον προγραμματισμό, όμως, ενός φεστιβάλ είναι αδύνατον η τεχνητή νοημοσύνη να επιλέγει ταινίες, γιατί πάντα χρειάζεται η ανθρώπινη ματιά, το συναίσθημα».
Δεν χρειάζεται να γίνουμε Κάννες. Το φεστιβάλ μας είναι εξωστρεφές, ζωντανό, νεανικό, ανθρώπινο, με το πιο δυναμικό κοινό.
Ποιο είναι το μεγαλύτερο όραμα της επόμενης δεκαετίας; «Οι εξελίξεις πλέον παγκοσμίως είναι ραγδαίες. Παρόλο που διαθέτουμε εργαλεία και στρατηγικές, είναι δύσκολο να διαμορφώσεις συγκεκριμένο πλάνο, γιατί δεν μπορείς να προβλέψεις. Το φεστιβάλ δεν ζει απομονωμένο από την παγκόσμια πραγματικότητα, προσαρμόζεται σ’ αυτήν. Βάζουμε προτεραιότητες. Στη διαδρομή αφαιρούμε, αλλάζουμε, προσθέτουμε. Θέλουμε ένα φεστιβάλ βιώσιμο σε πολλά επίπεδα. Δεν χρειάζεται να γίνουμε Κάννες. Το φεστιβάλ μας είναι εξωστρεφές, ζωντανό, νεανικό, ανθρώπινο, με το πιο δυναμικό κοινό. Αυτά τα χαρακτηριστικά θέλουμε να διατηρήσουμε και να ενισχύσουμε».
Στο παρελθόν (π.χ. στη δικτατορία) το φεστιβάλ ήταν τόπος πολιτικής εκτόνωσης. Σήμερα; «Το φεστιβάλ παίρνει πάντα θέση στα μεγάλα παγκόσμια προβλήματα – βία, κλιματική αλλαγή, μετανάστευση κ.ά. Σήμερα δεν υπάρχει λογοκρισία, υπάρχει ελευθερία αλλά και ευθύνη για την προβολή ενός φιλμ. Οι ίδιες οι ταινίες είναι πολιτικές, εκφράζουν αξίες, θέσεις, ιδέες. Είμαστε ένα φεστιβάλ ανοιχτό σε όλες τις φωνές».
Οι ανεξάρτητες κινηματογραφικές φωνές άνοιξαν και τους δικούς της ορίζοντες από την παιδική ηλικία στη γενέθλια Νάντη. «Γεννήθηκα σε μια οικογένεια που πήγαινε συχνά σινεμά. Στο σπίτι μας δεν υπήρχε τηλεόραση και ο εμπορικός κινηματογράφος ήταν απαγορευμένος. Ο πατέρας μου ήταν καθηγητής μαθηματικών και ταυτόχρονα δάσκαλος κινηματογράφου. Διαχειριζόταν την ταινιοθήκη της Νάντης, είχε διοργανώσει το φεστιβάλ «τριών ηπείρων», ενώ παράλληλα προετοίμαζε παιδιά για σπουδές στις μεγάλες σχολές κινηματογράφου της Γαλλίας (Λουί Λιμιέρ, FEMIS). Είχα παρακολουθήσει τα μαθήματά του όταν ήμουν 15 ετών».

Από το λιμάνι της Νάντης ονειρεύτηκε ταξίδια μακρινά. Εγιναν πραγματικότητα: Ιαπωνία, Ινδονησία (1998) για γυρίσματα σε εποχή αναταραχών, Τατζικιστάν και άλλες χώρες, πριν αγκυροβολήσει στο λιμάνι της Θεσσαλονίκης. Φεύγει ο χρόνος, αναλογίζεται: «Ενα χρόνο αφότου ανέλαβα καθήκοντα στο φεστιβάλ, μπαίνοντας στο γραφείο ένα πρωί, στο Ολύμπιον, οι εργαζόμενοι με υποδέχτηκαν με μπαλόνια, λουλούδια και το τραγούδι «I will survive». Ηταν δύσκολη χρονιά, και ένιωσα ότι δεν είμαι μόνη στη Θεσσαλονίκη. Αρχικά ήρθα για τρία χρόνια, μετά είπα “δεν είναι αρκετά” και, τελικά, χωρίς να το συνειδητοποιήσω, κλείνω μια δεκαετία». Τυχερό το φεστιβάλ και η Θεσσαλονίκη, της λέω. «Αυτό μόνο η πόλη μπορεί να το κρίνει. Τυχερή είμαι εγώ, γιατί έχω την καλύτερη δουλειά του κόσμου».
Ισχυροί δεσμοί με το κοινό
«Κάθε φεστιβάλ έχει την ταυτότητά του. Της Θεσσαλονίκης ξεχωρίζει για τη γεωγραφική θέση του στη νοτιοανατολική Ευρώπη και στη Μεσόγειο, τις παράλληλες δράσεις που δίνουν ευκαιρία σε νέους σκηνοθέτες να παρουσιάσουν τη δουλειά τους, την Αγορά του, που είναι μία από τις καλύτερες της Ευρώπης. Παρόλο που είναι ένα από τα παλαιότερα φεστιβάλ στην Ευρώπη, η προσέλευση νέων δημιουργών το καθιστά πολύ νεανικό. Σε αυτό έχουν συμβάλει το δυναμικό κοινό της πόλης, οι φοιτητές, η συνεχής επιμόρφωση των εργαζομένων, αλλά και η λειτουργία του θεσμού καθ’ όλη τη διάρκεια του έτους, που δημιουργεί δυνατούς και διαρκείς δεσμούς με το κοινό του. Αυτό είναι μοναδικό στην Ευρώπη. Το savoir faire διδάσκεται στο φεστιβάλ, παραμένει στην πόλη. Δυνατό χαρτί της ταυτότητάς του είναι και οι κτιριακές υποδομές του. Η χωροθέτηση των αιθουσών προβολής στο Λιμάνι και στο Ολύμπιον δεν υπάρχει πουθενά αλλού στον κόσμο. Θεσσαλονίκη και φεστιβάλ διασταυρώνουν τα βαθύτερα στρώματά τους· αυτό δεν το βλέπεις, το νιώθεις, γίνεται αντιληπτό και από τους διεθνείς καλεσμένους μας. Η ψυχή του φεστιβάλ και η ψυχή της πόλης ενώνονται με ένα αόρατο νήμα».
Η συνάντηση
Μία από τις γαλλικές συνήθειες που δεν άλλαξε στην Ελλάδα είναι να γευματίζει στη μία το απόγευμα (όπως λένε οι Γάλλοι). Στο «Βουκάκρατο» –από το ομότιτλο βυζαντινό σνακ (προζυμένιο ψωμί βουτηγμένο στο κρασί)– όπου οι επίσημοι προσκεκλημένοι του φεστιβάλ απολαμβάνουν την ελληνική κουζίνα (μεταξύ αυτών η Ιζαμπέλ Ιπέρ), απολαύσαμε ψαρόσουπα, καλαμάρι φρέσκο ψητό με μαύρο ταραμά σουπιάς και χόρτα τσιγαριστά. Προτίμησε νερό, αν και της αρέσει το κρασί, γιατί «δεν θα αρκεστώ σε ένα». Ο χρόνος ο αληθινός στην Ελλάδα είναι ο μοναχογιός της, «όταν ήρθα ήταν 2,5 ετών. Τώρα, 18χρονος, σπουδάζει Πολιτική Επικοινωνία στο Παρίσι, αισθάνεται Θεσσαλονικιός, αγαπάει το σινεμά και θέλει να βλέπει τα πάντα».

