Η διάλυση του σοβιετικού μπλοκ δημιούργησε ευκαιρίες από τις οποίες επωφελήθηκε ο ελληνικός επιχειρηματικός κόσμος και έμμεσα ενισχύθηκε η επιρροή της χώρας μας στην περιοχή. Από την επομένη της πτώσης του Τείχους του Βερολίνου άρχισε η εγκατάσταση ελληνικών εταιρειών, πρώτα μεμονωμένα και σύντομα μαζικά, στις Βουλγαρία, Ρουμανία, FYROM, Αλβανία και Σερβία. Δεν έχει κρατηθεί μητρώο, ούτε υπάρχουν στατιστικές, τουλάχιστον από την πλευρά μας, αλλά οπωσδήποτε είχαμε και ίσως ακόμη διατηρούμε την πρώτη θέση ανάμεσα σε ξένους επενδυτές στις μικρότερες χώρες Αλβανία και FYROM. Η παρουσία μας δεν περιορίστηκε σε εμπορικές και μεταποιητικές μονάδες, αλλά κάλυψε στρατηγικούς τομείς, όπως ο τραπεζικός και οι τηλεπικοινωνίες.
Τα κίνητρα εγκατάστασης στις βαλκανικές χώρες ήταν ποικίλα. Εκμεταλλευτήκαμε την ευκαιρία εξαγοράς πρώην κρατικών επιχειρήσεων με πολύ συμφέροντες όρους. Οι τοπικές κυβερνήσεις έκαναν ό,τι μπορούσαν για να διευκολύνουν τις ιδιωτικοποιήσεις και τις διαδικασίες εξυγίανσης, όπως μειώσεις προσωπικού. Αλλο κίνητρο ήταν η ανάγκη ελληνικών εταιρειών, κυρίως εξαγωγικών, να μεταφέρουν την παραγωγή σε χώρες όπου το κόστος λειτουργίας ήταν ανταγωνιστικό. Τις μεγάλες επιχειρήσεις που πέρασαν τα σύνορα, ΟΤΕ, ΤΙΤΑΝ, 3Ε, τράπεζες, κ.ά, ακολούθησαν, και συχνά τις ξεπέρασαν χιλιάδες μικρότερες κάθε είδους. Το ελληνικό δαιμόνιο βρήκε διέξοδο εντοπίζοντας τις ευκαιρίες και τις δυνατότητες των εκεί αγορών.
Τα οφέλη για τη χώρα μας δεν ήταν μόνον οικονομικά. Βγήκαμε από το καβούκι μας, αποκτήσαμε αυτοπεποίθηση, εκπαιδεύτηκαν στελέχη και δόθηκε πεδίο στη δημιουργικότητά μας. Το μυστικό της επιτυχίας ήταν η τόλμη. Εκεί που άλλοι, προερχόμενοι από τις πιο ανεπτυγμένες χώρες της Δύσης, δίστασαν, φοβήθηκαν το χάος, την ανυπαρξία νομικού πλαισίου και κανόνων, εμείς μπήκαμε – άλλωστε είμαστε προπονημένοι σε κάτι τέτοια. Πήραμε το ρίσκο και σε ορισμένες περιπτώσεις βοηθήσαμε τους ντόπιους να δημιουργήσουν τα πλαίσια και τις νομοθεσίες για ξένες επενδύσεις.
Η προσπάθειά μας εκτιμήθηκε και αναγνωρίστηκε από τις τοπικές κοινωνίες και κυβερνήσεις γιατί τους δείξαμε εμπιστοσύνη και ήμασταν οι πρώτοι. Βοήθησε και το ότι η Ελλάδα δεν είναι μεγάλη δύναμη, νιώθουν πιο άνετα μαζί μας. Τον ρόλο των κυβερνήσεών μας σε όλη αυτή την πορεία θα τον χαρακτήριζα ήπια θετικό. Βρέθηκαν καλοί διπλωμάτες που βοήθησαν, και κυρίως το κράτος μας δεν πολυανακατεύτηκε. Η επιχειρηματική επέκταση στα Βαλκάνια ήταν μια καθαρά ιδιωτική υπόθεση που όμως δημιούργησε για την επίσημη Ελλάδα αυτό που λέγεται «soft power», καλή θέληση και αναβίωση προπολεμικών δεσμών, ιδίως σε Σερβία και Ρουμανία. Ανοίγοντας πρώτοι τον δρόμο, εξασφαλίσαμε προνομιούχες θέσεις στις οικονομίες των χωρών αυτών και με σκληρή δουλειά και κινδύνους στην αρχή στήθηκαν κερδοφόρες και ισχυρές επιχειρήσεις που τώρα τις εποφθαλμιούν ανταγωνιστές, ελπίζοντας να τις πάρουν εκμεταλλευόμενοι την κρίση στην Ελλάδα. Θα πρέπει με κάθε τρόπο να προστατέψουμε αυτό το κεφάλαιο γιατί δεν ξαναγίνεται, ιδίως τις θυγατρικές και τα εκεί δίκτυα των μεγάλων τραπεζών μας.

