Οι κυβερνητικές επιλογές λαμβάνονται υπό το βάρος μιας μεγάλης αντίφασης. Η κοινοβουλευτική πλειοψηφία υλοποιεί πρόγραμμα που είναι εντελώς διαφορετικό από εκείνο που πρότεινε στους ψηφοφόρους. Επιπλέον, είναι εντελώς αντίθετο με όλα όσα οι κυβερνητικοί αξιωματούχοι υποστήριζαν τα προηγούμενα χρόνια. Αισθάνονται υποχρεωμένοι να κάνουν την μεγάλη υπέρβαση σε όσα έλεγαν παλαιότερα, τα ωραία χρόνια της ανέμελης νιότης, αλλά πρέπει να αποσπάσουν και τον σεβασμό όσων αποτελούσαν το περιβάλλον τους…
Η ανάγκη αυτή, να γεφυρώσουν όσα έλεγαν με εκείνα που εφαρμόζουν, τους οδηγεί να διαπραγματεύονται με τους… θεσμούς έχοντας την προσοχή στην εσωτερική κατάσταση. Λαμβάνουν μέτρα σε επιμέρους τομείς, που ακούγονται εξωφρενικά, όπως η ουσιαστική κατάργηση των πειραματικών και πρότυπων σχολείων, αλλά έχουν μεγάλη χρησιμότητα. Ετσι χτίζεται το πολιτικό άλλοθι! Το ίδιο υπόδειγμα επαναλαμβάνεται κάθε φορά που υπάρχουν διαπραγματεύσεις με τους θεσμούς. Η πραγματική διαπραγμάτευση είναι με τους ψηφοφόρους!
Η κυβέρνηση επιχειρεί να στρέψει τις διαδικασίες και τη συζήτηση σε περιοχές που θεωρεί περισσότερο φιλικές. Προσπαθεί να εξασφαλίσει τη συμμετοχή του… Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου στην αξιολόγηση της ελληνικής οικονομίας. Στις συζητήσεις για το ασφαλιστικό και τις μεταρρυθμίσεις στον εργασιακό τομέα εμπλέκει το Διεθνές Γραφείο Εργασίας (ILO) που είναι οργανισμός χωρίς αρμοδιότητες και με αποστολή τη διατήρηση όλων όσων το κουαρτέτο θέλει να καταργήσει. Στις μεταρρυθμίσεις, αντί να υλοποιήσει υπάρχουσες προτάσεις, αναζητεί νέες γνωμοδοτήσεις του ΟΟΣΑ.
Από την άλλη πλευρά, οι προθέσεις αυτές προφανώς δεν έχουν διαφύγει από την προσοχή των «σκληρών», οι οποίοι στηρίζονται στις ξεκάθαρες απόψεις του ΔΝΤ προκειμένου να επιβάλουν στην ελληνική κυβέρνηση ότι πρέπει να υλοποιήσει τις δεσμεύσεις. Αντίθετα, η κυβέρνηση θεωρεί ότι δεν χρειάζεται πλέον η οικονομική συμβολή του ΔΝΤ, άρα μπορεί να αποχωρήσει ή να περιοριστεί σε ρόλο «τεχνικού συμβούλου». Γιατί περιπλέκεται πάλι η κατάσταση; Επειδή η κυβέρνηση πρέπει να βρει άλλοθι για να υποχωρήσει. Χρειάζεται μια ελεγχόμενη κρίση, ώστε να τεθούν ωμά τα διλήμματα προκειμένου να συμβιβαστεί «ύστερα από σκληρή μάχη» και εφόσον «δεν μπορούσε να γίνει τίποτα άλλο από την αποφυγή της καταστροφής».
Αυτό είναι το μοντέλο διαχείρισης κρίσης και υποστηρίζεται με αποφασιστικότητα. Στην πραγματικότητα δεν είναι μια πολιτική ιδεοληψιών όσο μια επικοινωνιακή αντιμετώπιση της κατάστασης. Ενδεχομένως το κεντρικό επιτελείο αξιοποιεί τις ιδεοληπτικές εμμονές του κοινού στο οποίο απευθύνεται, προκειμένου να κάνει την αναγκαία στροφή στον ρεαλισμό.
Ταυτόχρονα όμως αισθάνεται την ανάγκη να χτίσει τον δικό του κόσμο, το «νέο κράτος», που είναι αναγκαίο για να εφαρμοστεί η «άλλη πολιτική». Γι’ αυτό είναι πολλά τα ξαδέλφια, οι συγγενείς και οι παλιοί φίλοι που συναντώνται στους διαδρόμους της εξουσίας, στα υπουργικά επιτελεία, στις διοικήσεις των κρατικών οργανισμών. Επίσης, για τον ίδιο λόγο οι διευθυντές εκπαίδευσης, οι διοικητές των νοσοκομείων κ.λπ. επιλέγονται με νέες διαδικασίες. Η Ιστορία κλείνει πονηρά το μάτι στους «αγωνιστές». Μπορεί να μην έχουν την ευτυχία να υλοποιήσουν τις ιδέες τους, αλλά κερδίζουν μια (καλή) θέση στον δημόσιο τομέα. Είναι και αυτό μια νίκη.

