Στις εκλογές της Κυριακής είχαμε πολλές αποτυχίες, με πρώτη του κόμματος της αξιωματικής αντιπολίτευσης, που δεν κατόρθωσε καν να μειώσει τη διαφορά του με τον ΣΥΡΙΖΑ, παρ’ όσα διέπραξε ή υπέστη το κόμμα αυτό το περασμένο επτάμηνο. Απέτυχαν και οι δημοσκόποι, που για μία ακόμη φορά δεν κατόρθωσαν να προβλέψουν το «ανεπάντεχο» αποτέλεσμα. Αποτύχαμε και όλοι όσοι προσπαθήσαμε να μεταδώσουμε στους πολίτες την κρισιμότητα των εκλογών και την αυξημένη υπευθυνότητα που απαιτούσε η επιλογή τους. Συνακόλουθα απέτυχαν και οι ψηφοφόροι, ως εκλεκτορικό σώμα, σημειώνοντας το μεγαλύτερο, έως σήμερα, ποσοστό αποχής. Σχεδόν μόνον ο ένας στους δύο πολίτες άσκησε το δικαίωμά του να επιλέξει αυτούς που θα τον κυβερνήσουν. Με χαρακτηριστικότερα στοιχεία, πρώτον, ότι οι ψηφοφόροι που απείχαν ήταν κατά 650.000 περισσότεροι από τις εκλογές του Ιανουαρίου και, δεύτερον, ότι η αποχή διαμοιράστηκε περίπου ισόμοιρα μεταξύ των κομμάτων. Τούτο δεν επέτρεψε στη Ν.Δ. να μειώσει τη διαφορά της με τον ΣΥΡΙΖΑ, αλλά εμπόδισε και το κόμμα του κ. Τσίπρα να ενισχύσει, μαζί με τους ΑΝΕΛ, την κυβερνητική του δύναμη. (Αντίθετα, η κυβερνητική πλειοψηφία μειώθηκε, από τους 162 βουλευτές, τον Ιανουάριο, στους 155 την περασμένη Κυριακή.)
Παρά ταύτα, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι το εκλογικό αποτέλεσμα συνιστά μια δεύτερη, μεγάλη και –προπαντός– προσωπική νίκη του κ. Αλ. Τσίπρα. Τούτο προκύπτει και από την επιτυχία του να εκμηδενίσει, πολιτικά, την Αριστερή Πλατφόρμα και να αποδυναμώσει τους εναπομείναντες εσωκομματικούς του αμφισβητίες. Ωστόσο, μόλις μία εβδομάδα μετά τις εκλογές ανακύπτει ξανά το ερώτημα αν και πώς θα χρησιμοποιήσει την ισχύ του αυτή. Διότι και τον Ιανουάριο ήταν παντοδύναμος και κυρίαρχος του πολιτικού παιχνιδιού. Ομως, σχημάτισε μια κυβέρνηση εσωκομματικών ισορροπιών και ανέθεσε ζωτικά πόστα σε πρόσωπα άσχετα, μωροφιλόδοξα ή εν δυνάμει αντίπαλα, με τα οποία ήταν αδύνατον να επιτευχθεί κάθε πρόθεση συνεργασίας. Του καταλογίζεται –και ορθώς– ότι επεδίωξε την εσωκομματική εκκαθάριση, προσφεύγοντας, μέσα σ’ ένα επτάμηνο, ξανά στις κάλπες. Ενώ θα μπορούσε ο ίδιος και από θέση ισχύος να δώσει την εσωκομματική μάχη, σχηματίζοντας, τον Ιανουάριο, μια κυβέρνηση, χωρίς τα βαρίδια των εσωκομματικών ισορροπιών. (Οι οποίες, άλλωστε, κατέρρευσαν, μέσα σε ελάχιστους μήνες.) Το ανησυχητικό, λοιπόν, είναι πως, παρά την πρώτη του αποτυχία στην επιλογή προσώπων και συμμάχων, εφαρμόζει ακριβώς την ίδια συνταγή. Κατά πρώτο λόγο, προεκλογικά ακόμη, έχρισε ως μοναδικό του σύμμαχο τον κ. Καμμένο, καίτοι τη φορά αυτή είχε και άλλες, πιο συμβατές με το κόμμα του, επιλογές (ΠΑΣΟΚ, Ποτάμι). Δεύτερον, «ανανέωσε» την κυβέρνησή του (λόγω ατομικών συμπαθειών, δεσμεύσεων ή ισορροπιών) με πρόσωπα τα οποία, πιθανότατα, θα αποδειχθούν υλικά της επόμενης κυβερνητικής κατεδάφισης.
Προσωπικά αδυνατώ να κατανοήσω τέτοιες δεσμεύσεις και αδυναμίες σ’ έναν πολιτικό ηγέτη, και μάλιστα «πανίσχυρο». Εμμένω στην άποψη ότι από τα βασικά προσόντα ενός ηγέτη είναι να επιλέγει άξιους συνεργάτες, χωρίς ιδεοληπτικά ή προσωπικά κριτήρια. Να πρωτοπορεί, να συνεγείρει και να καθοδηγεί τον λαό. Οχι να «μαντεύει» και να ακολουθεί το «λαϊκό ρεύμα». Ο κ. Τσίπρας μπορεί, περιστασιακά, να αφουγκράζεται και να εκμεταλλεύεται τον «λαϊκό σφυγμό». Αλλά ως πολιτικός ηγέτης «έχει αποτύχει παταγωδώς».

