Ενα από τα πολύ παλιά κλισέ είναι ότι «οι εκλογές είναι η γιορτή της Δημοκρατίας». Και δεν ήταν διόλου άστοχη αυτή η διαπίστωση-διατύπωση. Κάθε τέσσερα χρόνια λοιπόν (τότε οι περισσότερες εκλογές γίνονταν κάθε τέσσερα χρόνια) οι πολίτες είχαν τη δυνατότητα (με πολλά προβλήματα όσο πιο πίσω πάμε) να εκφραστούν, να διαμορφώσουν τον χάρτη του Κοινοβουλίου. Τότε, βλέπετε, δεν υπήρχε ούτε facebook, ούτε twitter, ούτε blogs. Και στα έντυπα της εποχής οι στήλες ήταν συγκεκριμένες…
Εχω ζήσει μέχρι σήμερα πολλές εκλογικές αναμετρήσεις. Δεν έχω δει ποτέ μέχρι τώρα τέτοια δυσθυμία για βουλευτικές εκλογές. Ούτε καν με το πολύ κοντινό μας καλοκαιρινό δημοψήφισμα δεν συγκρίνεται αυτή η δυσθυμία, γιατί τότε αρκετοί είχαν εμπνευστεί και με το ΟΧΙ και με το ΝΑΙ. Και παρά το αλλόκοτο και εκείνης της απόφασης, εντέλει πάθος και διάθεση υπήρξε. Και από τις δύο πλευρές. Ούτε καν σ’ εκείνες τις αλλεπάλληλες εκλογές των αρχών της δεκαετίας του 1990 δεν υπήρχε αυτό το κλίμα. Ούτε κατά διάνοια…
Αλλά σήμερα όπου και να κοιτάξει, όπου και να διαβάσει, με όποιον και να διασταυρωθεί και συζητήσει κανείς θα εισπράξει την απόλυτη διαφωνία του για την αναγκαιότητα αυτών των εκλογών.
Στα Μέσα Κοινωνικής Δικτύωσης, που οι απόψεις είναι συνήθως αφιλτράριστες και αυθόρμητες, η βεντάλια ξεκινάει από την απογοήτευση και τη μελαγχολία και φτάνει μέχρι τον κυνισμό και την πλάκα. Στις διαπροσωπικές συζητήσεις, όταν η αρνητική διάθεση δεν αφορά ανθρώπους που βλέπουν ότι οι δουλειές τους πάνε ακόμα πιο πίσω, ότι η οικονομία θα αργήσει κι άλλο να σταθεροποιηθεί κάπως ή ότι όλο αυτό το διάστημα το κράτος θα λειτουργεί στον αυτόματο, οι συνομιλητές ρίχνουν τα… χαρτιά για ν’ αποφασίσουν τι θα ψηφίσουν!
Διότι η πόλωση καλά κρατεί, αλλά κυρίως στις δηλώσεις των πολιτικών και στα πάνελ των τηλεοράσεων. Στην κοινωνία επικρατεί το απόλυτο μπέρδεμα. Και σε όσους ανήκουν στην αριστερά (ακραία και μη) και σ’ εκείνους που τάσσονται με την κεντροαριστερά ή την κεντροδεξιά. Παντού.
Και σαν να μην έφταναν όλα αυτά, αρχίζουμε και να παρακολουθούμε και το σίριαλ των μετεγγραφών και των συνεργασιών. Αλλες αλλόκοτες, άλλες αναμενόμενες, άλλες για τη σωτηρία και μόνο πολιτικών σχηματισμών και πολιτικών.
Παρ’ όλα αυτά και εξαιτίας όλων αυτών, οι πολίτες θα πρέπει να αποφασίσουν. Με άλλα κριτήρια, με άλλα μέτρα και σταθμά ίσως, βάζοντας, ενδεχομένως, στην άκρη τις ιστορικές τους προσωπικές διαδρομές και τους συνήθεις πολιτικούς χώρους που ίσως για χρόνια να τους είχαν εμπνεύσει και κινητοποιήσει. Το κριτήριο είναι ένα και μόνο: η πιο ευθεία οδός προς την ανάπτυξη αυτού του τόπου, η πιο γρήγορη διαδρομή προς τη μείωση αυτού του αδυσώπητου ποσοστού των ανέργων, ο πιο πειστικός δρόμος προς τη σταθερότητα. Χωρίς γιορτές και νταούλια. Με σύνεση απλώς.

