Εως πριν από λίγους μόνον μήνες το πρόβλημα της Ευρωπαϊκής Ενωσης, και συγκεκριμένα της Ευρωζώνης, ήταν ο ΣΥΡΙΖΑ, ο πρωθυπουργός της Ελλάδος Αλέξης Τσίπρας, και ειδικότερα ο τότε υπουργός των Οικονομικών της χώρας μας, ο Γιάνης Βαρουφάκης.
Μεταλλαχθέντος –εν μέρει ασφαλώς– του κ. Τσίπρα και του ΣΥΡΙΖΑ και αποκαθηλωθέντος του κ. Βαρουφάκη από το υπουργικό αξίωμά του, το πρόβλημα είναι πλέον η συμπεριφορά της Γερμανίας, και ειδικότερα του υπουργού της επί των Οικονομικών Βόλφγκαγκ Σόιμπλε.
Οχι πως η Ελλάς αναδεικνύεται σε υπόδειγμα χώρας υπεύθυνης, με εξορθολογισμένη συμπεριφορά. Μακράν αυτού. Αλλά η τροπή της διαθέσεως μηχανισμών, κρατούντων πάσης φύσεως και διαμορφωτών της κοινής γνώμης είναι εντυπωσιακή.
Η «γερμανική παθογένεια», όπως σαφώς έχει εκδηλωθεί σε αυτήν τη φάση από τον κ. Σόιμπλε, είναι γνωστή και σφράγισε με τρόπο δραματικό την ευρωπαϊκή ιστορία τον 20ό αιώνα. Παρέλκουν οι συσχετισμοί με το παρελθόν, που πέραν των άλλων θίγουν και τη φιλοτιμία των Γερμανών πολιτών.
Αλλά ο κ. Σόιμπλε έχει υπερβεί από καιρού τα εσκαμμένα. Στη διάρκεια της ελληνικής κρίσεως, αντιμετώπισε με αυθάδεια τις παραινέσεις της Ουάσιγκτον για λύση του προβλήματος, οικτίρε την αδυναμία προωθήσεως αλλαγών στη Γαλλία λόγω υπάρξεως του Κοινοβουλίου, εξεπόνησε σχέδιο προσωρινής εξόδου της Ελλάδος από το ευρώ, και τελικώς εστράφη εναντίον της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και του προέδρου της Ζαν Κλοντ Γιουνκέρ, διότι μετήλθε «πολιτικών» μεθόδων για να εξευρεθεί λύση στο ελληνικό πρόβλημα. Από «σοφός» πολιτικός της Ευρώπης καθίσταται «καρικατούρα» του ευρωπαϊκού συστήματος.
Η μείζων διαφορά εν σχέσει με το παρελθόν είναι ότι στη σημερινή συγκυρία υπάρχει εσωγερμανική αντίδραση στην τάση του κ. Σόιμπλε, που αποτελεί την έκφραση εθνικισμού κύκλων του Βερολίνου υπό μία νέα μορφή. Εκών άκων, ο Γερμανός υπουργός Οικονομικών προβαίνει σε τακτικές υποχωρήσεις, αλλά θα επιμείνει πεισματικά.
Ολα αυτά έχουν τη σημασία τους και φυσικά δεν αναιρούν τη ζοφερή πραγματικότητα του μέσου πολίτη αυτής της χώρας. Αλλά υπό τις παρούσες συνθήκες και, παρά την αφροσύνη με την οποία το πολιτικό μας σύστημα διαχειρίσθηκε την πορεία μας προς την Ευρώπη, η Ελλάς πρέπει να παραμείνει στο ευρώ, ασχέτως εάν φυσιολογικώς δεν έπρεπε ποτέ να είχε ενταχθεί στο κοινό νόμισμα.
Πληρώνουμε από μιαν άποψη τη μεγαλομανία των πολιτικών μας ηγετών, οι οποίοι τυρβάζοντες περί διαφόρων «υψηλών στρατηγικών» επιλογών, σπανίως –εάν ουδέποτε– έκριναν σκόπιμο να ασχοληθούν με τα οργανωτικά, τα τρέχοντα, τα ταπεινά· και εκτροχιάσθηκε το σύστημα και εκχυδαΐσθηκε η κοινωνία. Το αποτέλεσμα είναι ότι η Ελλάς παρέμεινε το μόνον λείψανο εν ζωή του οθωμανικού συστήματος.
Οικτίρουν ορισμένοι –και δικαίως– την ανυπαρξία αστικής τάξεως στην Ελλάδα. Αλλά οι ασκήσαντες την εξουσία στη χώρα αυτή δεν ήσαν πληβειακής καταγωγής. Αστοί ήσαν, με ό,τι σημαίνει η λέξη παρ’ ημίν. Κατά συνέπεια, θα πορευθούμε με ό,τι υπάρχει διαθέσιμο, κάτω από τις υπάρχουσες αντίξοες συνθήκες, και θα δοκιμασθούν για μία φορά ακόμη οι αντοχές του έθνους. Δυνατότητες εναλλακτικού σχεδίου υπήρχαν το 2010, όχι σήμερα· και τελικώς το διαπίστωσε με τρόπο οδυνηρό και ο κ. Τσίπρας. Αλλά επί ζημία των αμέσων συμφερόντων μας επήλθε ρήγμα στο ιδεολόγημα του κ. Σόιμπλε προς όφελος εν γένει της Ευρώπης. Μικρά η παρηγορία όμως για εμάς τους γηγενείς.

