Σκόπιμο είναι να ειπωθεί ότι, τούτες τις ώρες, ουδείς Ελληνας επιθυμεί την παταγώδη αποτυχία της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ. Διότι γνωρίζει πως αν ο κ. Τσίπρας «σπάσει τα μούτρα του», οι επιπτώσεις δεν θα περιορισθούν στη μελλοντική τύχη του ΣΥΡΙΖΑ. Θα είναι βαρύτατες για ολόκληρο τον λαό και τη χώρα, την οποία θα πισωγυρίσει στο 2012. Θα σημαίνει, επίσης, την ακύρωση των σκληρών θυσιών, που έχουμε όλοι υποστεί τα τελευταία δύο χρόνια, με τη χάραξη μιας νέας και πιθανώς οδυνηρότερης «αφετηρίας» στο κυνήγι και νέου χαμένου χρόνου. Ας προστεθεί πως η αγωνία αποφυγής μιας άμεσης και παταγώδους αποτυχίας της κυβέρνησης διακατέχει περισσότερο τους ψηφοφόρους της Ν.Δ. και του ΠΑΣΟΚ, όσο και αν αυτό φαίνεται οξύμωρο. Διότι αυτοί ανέδειξαν και στήριξαν την προηγούμενη κυβέρνηση, με μοναδικό και -γιατί όχι;- πατριωτικό κίνητρο τη σωτηρία της χώρας. Αυτοί υπέστησαν αγόγγυστα τις μεγαλύτερες θυσίες, κλείνοντας τ’ αυτιά στις λαϊκίστικες Σειρήνες του ΣΥΡΙΖΑ. Αυτοί φοβούνταν και εξακολουθούν να φοβούνται την αποτυχία μιας πολιτικής, έστω και αν αυτή στηρίχθηκε στους πειραματισμούς, με διακύβευμα την τύχη της χώρας. Προφανώς, δεν συμβαίνει το ίδιο για μια μεγάλη κατηγορία ψηφοφόρων του ΣΥΡΙΖΑ. Αυτοί, εν πολλοίς, ψήφισαν με ωφελιμιστικά και ιδιοτελή κίνητρα, τα οποία υπέθαλψε ασύστολα το κόμμα του κ. Τσίπρα. Φυσικό είναι τα κίνητρα αυτά να προτάσσουν το ατομικό έναντι του εθνικού συμφέροντος. Συνεπώς, δε, να συγχέουν το ενδεχόμενο σωτηρίας της χώρας με το «γαία πυρί μιχθήτω». (Αν αποτύχει ο ΣΥΡΙΖΑ, θα υπάρξουν άλλα κόμματα, ασφαλώς ακραία, στα οποία θα εναποθέσουν τις ελπίδες τους, για την ικανοποίηση, με ανανεωμένα ταξίματα, των «συμφερόντων τους»).
Αν οι πολιτικοί μας ταγοί προτάσσουν, όπως διατείνονται, το εθνικό συμφέρον έναντι του κομματικού οφέλους, οφείλουν να προσαρμόσουν την πολιτική τους στα μετεκλογικά δεδομένα που διαμορφώθηκαν στο εκλογικό σώμα. Ευτυχώς, στη Ν.Δ. αποσύρθηκαν οι θεωρίες περί «σύντομης παρένθεσης» και η εμμονή των πρώτων ημερών στις επισημάνσεις για τις «παλινωδίες» του ΣΥΡΙΖΑ και την εξαπάτηση των ψηφοφόρων του. Αυτήν τη μικρόψυχη αντιπολιτευτική γραμμή, η οποία, όπως αναφέραμε, είχε αρνητική απήχηση στους ψηφοφόρους, έσπευσε να την αναιρέσει, με την προχθεσινή του ομιλία του στην Κ.Ο., ο κ. Σαμαράς. Υποσχέθηκε μια σοβαρή και απροκατάληπτη αντιπολίτευση στην κυβέρνηση Τσίπρα-Καμμένου, όπως είχαν πράξει ήδη οι κ. Θεοδωράκης και Βενιζέλος. Τούτο, όμως, πρέπει να αποδειχθεί στην πράξη, μιας και στη Ν.Δ. υπάρχουν πολλοί ρεβανσιστές, έτοιμοι να καταλογίσουν στην ηγεσία Σαμαρά ατολμία και συμβιβαστική διάθεση. Απείρως δυσχερέστερη είναι, όμως, η προσαρμογή του ΣΥΡΙΖΑ στα μετεκλογικά δεδομένα. Ο κ. Τσίπρας τοποθέτησε στην κυβέρνησή του πολλούς θυλάκους αριστεροδογματισμού και ανεύθυνου λαϊκισμού. Υπό την πίεση και της Ευρώπης θα υποχρεωθεί πολύ σύντομα να απαλλαγεί ή να περιορίσει τους θυλάκους αυτούς. (Ας θυμηθούμε ότι ο Α. Παπανδρέου χρειάσθηκε πολλές και αλλεπάλληλες καρατομήσεις στελεχών του, προκειμένου να προσδώσει στο ΠΑΣΟΚ ομοιογένεια και σαφή ιδεολογικοπολιτική ταυτότητα).
Εν πάση περιπτώσει! Ολα αυτά αποτελούν μετεκλογικά τα νέα στοιχεία, με τα οποία η πλειονότητα του ελληνικού λαού θα κρίνει και θα επαναξιολογήσει τους πολιτικούς αντιπάλους. Διότι το βέβαιον είναι πως οι εκλογικοί συσχετισμοί, και μάλιστα στην κορωνίδα της κρίσης, παραμένουν ρευστοί και ευμετάβολοι.

