Το ελληνικό κράτος έχει από την ίδρυσή του, μια μοναδική ιδιότητα. Χρεοκόπησε πριν συσταθεί! Είναι πολύ γνωστή η ιστορία ότι τα δανεικά που είχαν συγκεντρωθεί για την ενίσχυση του Αγώνα και τον εξοπλισμό των επαναστατημένων Ελλήνων, στις ξένες αγορές, «κουρεύτηκαν» από πονηρούς ενδιαμέσους που χειρίστηκαν την υπόθεση και το υπό σύσταση κράτος δήλωσε αδυναμία πληρωμής. Πολλές δεκαετίες, το ελληνικό κράτος δεν μπορούσε να δανειστεί στις διεθνείς αγορές εξαιτίας της εκκρεμότητας αυτής.
Τις επόμενες φορές, οι δανειστές της χώρας έθεσαν την οικονομία υπό διαχειριστικό έλεγχο και στις μέρες μας η δημόσια συζήτηση έχει ως επίκεντρο το αν και πότε η χώρα θα απελευθερωθεί από το Μνημόνιο που προβλέπει τις δεσμεύσεις που έχουν επιβάλει οι δανειστές.
Το πραγματικό ερώτημα, ωστόσο, είναι αν η χώρα θα βρισκόταν σε καλύτερη κατάσταση χωρίς τις δεσμεύσεις που επέβαλλαν οι δανειστές έναντι των δανείων. Το ερώτημα δεν αφορά τόσο την οικονομία ούτε την πολιτική, όσο την ικανότητα διαχείρισης δύσκολων καταστάσεων που διαθέτει η ηγεσία της χώρας συνολικά. Κάθε είδους ηγεσία, σε όλους τους τομείς, στην πολιτική, στην οικονομία, στις επιχειρήσεις, στην ακαδημαϊκή κοινότητα, στον πολιτισμό. Γιατί όλοι αυτοί έχουν ευθύνες για το θεσμικό πλαίσιο και την αποδοτικότητα με την οποία λειτουργεί η χώρα. Προφανώς το Μνημόνιο επέβαλε τη δραστική μείωση δαπανών του Δημοσίου, τη μείωση μισθών, την αύξηση της φορολογίας, απέσυρε πόρους από τους ιδιώτες και έφερε μεγάλη ανεργία και πολλά ανθρώπινα δράματα. Ολα αυτά όμως έγιναν εξαιτίας της χρεοκοπίας που έφερε το Μνημόνιο και όχι αντιστρόφως. Η πικρή αλήθεια είναι ότι η ύπαρξη του Μνημονίου έδινε σε πολλούς το πρόσχημα για να κάνουν ό,τι έπρεπε να είχαν αναλάβει, με δική τους πρωτοβουλία, από αίσθηση υψηλού καθήκοντος…
Ωστόσο, η ύπαρξη και μόνον του Μνημονίου είναι προσβλητική για τη χώρα που αναγκάζεται να εφαρμόσει πολιτική που επιβάλλεται και ο προφανής στόχος είναι ο τερματισμός του.
Από την άλλη πλευρά, δεν πρέπει να ξεχνάμε τους αριθμούς. Από τα περίπου 320 δισ. που είναι το δημόσιο χρέος, περίπου τα 200 δισ. τα οφείλουμε στην Ευρωπαϊκή Ενωση και στο Ταμείο Σταθερότητας, τα 60 δισ. σε ιδιώτες και τα υπόλοιπα 60 δισ. στην Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και στο ΔΝΤ. Οι τόκοι που καταβάλλουμε κάθε χρόνο για τα δάνεια αυτά είναι περίπου 9 δισ.
Οι διαπραγματεύσεις, που θα ενταθούν τις ερχόμενες εβδομάδες, στοχεύουν στη μείωση των πόρων που κατευθύνονται στην εξυπηρέτηση του χρέους. Είτε με τη μετάθεση στο μέλλον των σχετικών υποχρεώσεων είτε με τη μείωση επιτοκίων.
Είναι πολύ πιθανόν να εξοικονομηθούν 3-5 δισ. ευρώ τον χρόνο που δεν θα χρειάζεται να καταβάλλονται στους δανειστές και είτε θα μειώνουν το δημόσιο χρέος είτε θα μειώνουν τους υπερβολικούς φόρους, είτε θα ενισχύουν την οικονομική δραστηριότητα, είτε θα επιλεγεί ένας συνδυασμός όλων αυτών.
Ακόμη όμως και σε αυτό το αισιόδοξο σενάριο, το κεντρικό ερώτημα παραμένει. Η χώρα μπορεί να λειτουργήσει χωρίς τις ασφυκτικές δεσμεύσεις του Μνημονίου και να ξεκινήσει αναπτυξιακή πορεία που είναι η μόνη πραγματική έξοδος από την κρίση;
Η απάντηση δεν είναι εύκολη. Υπάρχουν αντιφατικές ενδείξεις. Περιπτώσεις μεγάλης ανευθυνότητας συνυπάρχουν με εξαιρετικά παραδείγματα αριστείας και υψηλών επιδόσεων.

