Μετά τις τελευταίες κινήσεις του κ. Τσίπρα, στο εσωτερικό και το εξωτερικό, πολλοί μιλούν για «μετριοπαθές άνοιγμα». Συνακόλουθα, θέτουν τα ερωτήματα αν πρόκειται για ειλικρινές ή υποκριτικό, αν προδικάζει αλλαγή στρατηγικής, ή πρόκειται για τακτικίστικη κίνηση. Οπως έγραψα προ εβδομάδων, προσωπικά πιστεύω πως ο ΣΥΡΙΖΑ, ως «εν αναμονή κυβέρνηση», ήταν υποχρεωμένος να μετακινηθεί σε μετριοπαθέστερες θέσεις. Και έθετα το ερώτημα αν το άνοιγμα αυτό ο κ. Τσίπρας θα το επιχειρήσει έγκαιρα και προεκλογικά, ή απεγνωσμένα και μετεκλογικά. Για τον απλούστατο λόγο ότι ο ΣΥΡΙΖΑ, με τις θέσεις που έχει διακηρύξει, ήταν αδύνατον να λειτουργήσει, ως κυβέρνηση. Και πέραν αυτού. Καίριο ερώτημα είναι αν και κατά πόσον οι διακηρυγμένες θέσεις του ΣΥΡΙΖΑ εκπροσωπούν την κατά πολύ διευρυμένη, επί Τσίπρα, εκλογική του βάση, Μέχρι να εμφανισθεί ο σημερινός του πρόεδρος, ο ΣΥΡΙΖΑ βολόδερνε εκλογικά περί το 4-5%. Αυτή ήταν η σταθερή εκλογική του βάση, που εκπροσωπείται σήμερα από τη λαφαζανική αριστερή πλατφόρμα του κόμματος. Ωστόσο, οι λεγόμενοι λαφαζανιστές, μετείχαν ισότιμα στη διαμόρφωση των μέχρι τώρα προγραμματικών θέσεων του ΣΥΡΙΖΑ, διατηρώντας το δικαίωμα κριτικής, αποδοκιμασίας και αναδίπλωσης, κάθε κίνησης, που θεωρούσαν αναθεωρητική.
Από την άλλη πλευρά, εκτός της ανεδαφικότητας των διακηρύξεων, υπάρχουν και άλλα δεδομένα, που ωθούν τον κ. Τσίπρα σε κάποια άμβλυνση των πολιτικών του θέσεων. Οπως καταδείχθηκε και στις ευρωεκλογές, ο ΣΥΡΙΖΑ βρίσκεται σε στασιμότητα, με τάσεις, μάλιστα, μείωσης του ποσοστού, που έλαβε στις εθνικές εκλογές. Ετσι, η δημοσκοπικά σταθερή πρώτη θέση, που διατηρεί τους τελευταίους μήνες, οφείλεται μόνον σε αντίστοιχη μείωση της δύναμης των δύο κυβερνώντων κομμάτων, έναντι των ποσοστών, που είχαν λάβει στις βουλευτικές εκλογές. Αυτή η στασιμότητα, όχι μόνον δεν ενισχύει τον ΣΥΡΙΖΑ, στον δρόμο προς την εξουσία, αλλ’ αντίθετα, τον καθιστά αβέβαιο. Διότι, μια ανάκαμψη της Ν.Δ. και του ΠΑΣΟΚ, ανατρέπει εκ βάθρων τα έως τώρα δημοσκοπικά ευρήματα. Αλλωστε, κάθε κόμμα που «οδεύει στην εξουσία» στηρίζεται στη δική του εκλογική άνοδο και όχι στην αποδυνάμωση των αντιπάλων του. Ιδίως όταν τα ποσοστά και των δύο αντιπάλων υπολείπονται σημαντικά του 30%, καθιστώντας την αυτοδυναμία, πιθανώς δε και τη διακομματική συνεργασία στον χώρο της αντιπολίτευσης, σχεδόν αδύνατη. Μακάρι, λοιπόν, ο κ. Τσίπρας να έχει αντιληφθεί πως η εκλογική δύναμη, με την οποία ο ίδιος ενδυνάμωσε τον ΣΥΡΙΖΑ είναι έξι φορές μεγαλύτερη από εκείνη που εκπροσωπεί η «αριστερή πλατφόρμα». Και ότι, συνεπώς, η εκλογική του στασιμότητα υποδηλώνει μεγάλο έλλειμμα, μεταξύ των μέχρι τώρα προγραμματικών του διακηρύξεων και των ιδεολογικοπολιτικών πεποιθήσεων της συντριπτικής πλειονότητας των «νεοψηφοφόρων» του. (Ιδίως σήμερα, που η οργίλη και αδιέξοδη ψήφος, τείνει να περιορισθεί, υποκαθιστάμενη από την ψήφο καρτερίας και μιας, -αμυδρής έστω- ελπίδας).
Κατόπιν όλων αυτών, είναι περιττόν να διερωτώμεθα αν «το μετριοπαθές άνοιγμα Τσίπρα» είναι ειλικρινές ή υποκριτικό. Στο ερώτημα αυτό οφείλει να απαντήσει ο ίδιος. Προεκλογικά και έμπρακτα. Αν είναι ειλικρινές το «άνοιγμα», τούτο προϋποθέτει σύγκρουση με την αριστερή πλατφόρμα, ώστε η σχέση επιρροής και υπερίσχυσης των δύο εσωκομματικών τάσεων να διαμορφωθεί στο 6:1 (τσιπριστές-λαφαζανιστές), Δηλαδή, την ίδια σχέση την οποία, όπως τεκμαίρεται, εκφράζουν οι σημερινοί ψηφοφόροι του ΣΥΡΙΖΑ. Ιδωμεν…

