Το αποτέλεσμα των ευρωπαϊκών εκλογών στην Ε.Ε. υπερκέρασε κατά πολύ τη σημασία της έκβασής τους στην Ελλάδα. Η ενίσχυση του ευρωσκεπτικισμού και η άνοδος της ακροδεξιάς δημιουργεί την προοπτική νέων συνθηκών στην ελληνική διαπραγμάτευση· κάτι που πρέπει να αξιοποιήσουμε. Τούτο, όμως, εξαρτάται από τη στάση, που θα τηρήσουν κυβέρνηση και αντιπολίτευση. Κατά πρώτο λόγο το ευρωπαϊκό αποτέλεσμα δικαιώνει, έστω εν μέρει, τις μαξιμαλιστικές θέσεις του ΣΥΡΙΖΑ, υπέρ μιας σκληροπυρηνικής διαπραγμάτευσης. Φυσικά, αυτό δεν το επέτυχε ο κ. Τσίπρας, με το δίλημμα «Μέρκελ ή ΣΥΡΙΖΑ». Η λιτότητα αποδοκιμάσθηκε παντού, απομονώνοντας την κ. Μέρκελ, έστω και αν το κόμμα της, πρώτευσε για μια ακόμη φορά στη Γερμανία. Παράλληλα, ενισχύει τους σοσιαλδημοκράτες, οι οποίοι, είναι βέβαιον, βάσει και της προγραμματικής τους συμφωνίας με τους χριστιανοδημοκράτες, ότι θα πάρουν το πάνω χέρι, για την αλλαγή της γερμανικής πολιτικής. Ολα αυτά, όμως, είναι εν τω γίγνεσθαι και η χώρα μας, ούτε μπορεί ούτε πρέπει να επιχειρήσει την επίσπευση των διαφαινόμενων ευνοϊκών εξελίξεων, μπαίνοντας μπροστά σ’ αυτό το εγχείρημα.
Η παραπάνω παρατήρηση αναφέρεται κυρίως στον ΣΥΡΙΖΑ, ο οποίος νιώθει δικαιωμένος. Στους νικηφόρους πανηγυρισμούς, για το πανευρωπαϊκό αποτέλεσμα πρωτοστατεί η λαφαζανική του πτέρυγα, η οποία προφανώς θα επιζητήσει την ενίσχυση της συγκρουσιακής στάσης του ΣΥΡΙΖΑ, έναντι της πλειοψηφίας του λαϊκού και του σοσιαλδημοκρατικού κόμματος στην Ευρώπη. Αντίθετα, ο κ. Τσίπρας καλείται να διαχειρισθεί περισσότερο συνετά το «ελληνικό του» αποτέλεσμα. Για μια ακόμη φορά η νίκη του ΣΥΡΙΖΑ πιστώνεται, κατά κύριο λόγο, στον ίδιο και όχι, βέβαια, στην κάθε άλλο παρά ομονοούσα και συμπαγή ηγετική του ομάδα. Επιπλέον, ο πρόεδρος του ΣΥΡΙΖΑ οφείλει να λάβει σοβαρότατα υπόψη του, τρεις σαφώς αντιφατικές, ως προς τη νίκη του, παραμέτρους. Πρώτον, ότι η συντριπτική πλειοψηφία των Ελλήνων πολιτών (περί το 80%) παραμένει φιλοευρωπαϊκή. Δεύτερον, πως, επίσης η σημαντική πλειοψηφία τάσσεται κατά της επισπεύσεως των βουλευτικών εκλογών. Και τρίτον, ότι τα αποτελέσματα των διπλών εκλογών στη χώρα μας ενισχύουν το ενδεχόμενο να σχηματισθεί η πλειοψηφία των 180 βουλευτών στη μετά δεκάμηνο προεδρική εκλογή, που ήταν και η «ύστατη προθεσμία» του ΣΥΡΙΖΑ, για την ανατροπή της σημερινής κυβέρνησης.
Από την πλευρά της η δικομματική κυβέρνηση πρέπει να αξιοποιήσει στο έπακρον τις νέες συνθήκες στην Ευρώπη, ως μετέχουσα, αλλ’ όχι πρωτοστατούσα, στις διαφαινόμενες εξελίξεις. Μακάρι, οι κ. Σαμαράς, Βενιζέλος και Τσίπρας, να έβρισκαν κάποιο συγκλίνον πεδίο στη νέα κρίσιμη περίοδο, που επέρχεται. Ομως, κάτι τέτοιο, που θα ενίσχυε εντυπωσιακά τη διαπραγματευτική μας θέση, για τα ελληνικά πολιτικά πράγματα είναι απίθανο. Ας φροντίσουν, τουλάχιστον, να μην την αποδυναμώσουν. Ο μεν κ. Τσίπρας πρέπει να λάβει σοβαρά υπόψη του τα προαναφερθέντα «αντιφατικά» μηνύματα, της νίκης του, προσπαθώντας να διευρύνει και όχι να περιχαρακώσει την -ούτως ή άλλως- ανεπαρκή του πλειοψηφία, να γίνει κυβέρνηση ή, έστω, να συγκυβερνήσει. Από την πλευρά της η κυβέρνηση οφείλει να εδραιώσει την εντύπωση πως είναι αποφασισμένη να εξαντλήσει την τετραετία. Τούτο σημαίνει ότι θα αποβάλει κάθε πειρασμό να εκμεταλλευθεί κάποια πρόσκαιρη «επιτυχία» της, π.χ. αποτελεσματικότερη διαπραγμάτευση με την τρόικα, ευνοϊκότερη αντιμετώπιση του χρέους, κ.λπ., για να επισπεύσει η ίδια τις εκλογές. Ιδωμεν…

