Τα αποτελέσματα των ευρωεκλογών άνοιξαν τρεις μεγάλες -και αρκετές άλλες μικρότερες- μαύρες τρύπες στο ευρωπαϊκό οικοδόμημα. Οι δύο πρώτες αφορούν τη Βρετανία (με τη μεγάλη νίκη του αντιευρωπαϊκού κόμματος του Νάιτζελ Φάρατζ) και τη Γαλλία (όπου ένας στους τέσσερις Γάλλους ψήφισε το κόμμα της Λεπέν), ενώ η τρίτη αφορά την Ελλάδα (με την ανάδειξη της Χ.Α. σε τρίτο κόμμα). Μεγάλο ποσοστό αμφισβήτησης του ευρωπαϊκού σχεδίου ενσωματώνει και η ψήφος υπέρ του ΣΥΡΙΖΑ. Δανία, Ουγγαρία αλλά και Γερμανία (στην οποία για πρώτη φορά εκλέγεται εκπρόσωπος νεοναζί στο ευρωκοινοβούλιο) ενισχύουν τον έντονο προβληματισμό για την με επιταχυνόμενους ρυθμούς αύξηση των αντιευρωπαϊκών τάσεων. Ομως, ανεξαρτήτως του όποιου ιδεολογικού προσήμου, το ευρωπαϊκό σχέδιο αμφισβητείται αλλά με μια ιδιαίτερη εθνική (ή και εθνικιστική) οπτική από διάφορες χώρες. Ο πληγωμένος εθνικός εγωισμός εκφράζεται διαφορετικά και με διαφορετικές αφετηρίες στη Βρετανία, τη Γαλλία ή την Ουγγαρία.
Το πιο σημαντικό είναι ότι σε δύο από τις κεντρικές και πολυπληθέστερες χώρες της Ε.Ε. η αμφισβήτηση που εκφράστηκε από το εκλογικό σώμα θέτει, εκ των πραγμάτων, επί τάπητος την αναδιαπραγμάτευση του ίδιου του ευρωπαϊκού σχεδίου ή της θέσης αυτών των χωρών στην Ε.Ε. Μπορεί να φανταστεί κανείς μία Ε.Ε. χωρίς τη Γαλλία εάν η επιρροή του Εθνικού Μετώπου αυξηθεί; Μπορούμε να διανοηθoύμε ποιες επιπτώσεις θα έχει ακόμη και μια αναίμακτη φυγή της Βρετανίας αν γίνει το δημοψήφισμα που υπόσχεται ο Κάμερον για το 2017, διαβεβαιώνοντας, μάλιστα, ότι το χθεσινό μήνυμα απογοήτευσης από την Ε.Ε. «ελήφθη και κατανοήθηκε πλήρως»;
Παρά τη διογκούμενη αμφισβήτηση με ή χωρίς ιδεολογικό πρόσημο, η ηγεσία της Ε.Ε. προσποιείται ότι δεν τρέχει και τίποτε σπουδαίο σαν να προσπαθεί να κρυφτεί από τον πυρήνα του προβλήματος. Διατείνεται ότι αφού έχει την πλειοψηφία που μπορεί να εκλέξει πρόεδρο όλα μπορούν να αντιμετωπιστούν. Λες και η οικονομία και οι επιπτώσεις της είναι αποκομμένες από τους ευρωπαϊκούς θεσμούς. Μα το θέμα δεν είναι εάν υπάρχει μια εξασφαλισμένη συναίνεση 500 εδρών που μπορεί να εκλέξει πρόεδρο ακόμη και με την άθροιση των Πρασίνων αλλά ότι παρά τη συναίνεση ένα μεγάλο τμήμα των ευρωπαϊκών κοινωνιών δείχνει να μην αντιλαμβάνεται πιο είναι το νόημα παραμονής εντός της Ε.Ε. Ακόμη και η χαμηλή συμμετοχή των πολιτών σε χώρες όπου ζητούσαν εναγωνίως να ενταχθούν στην Ε.Ε. (13% στη Σλοβακία, 20,96% στη Σλοβενία, 22,76% στην Πολωνία, 32,16% στη Ρουμανία) κι ανεξάρτητα από το γεγονός της αύξησης του μέσου όρου συμμετοχής στις εκλογές, αποτελεί μια σαφή ένδειξη κλονισμού της εμπιστοσύνης. Ο ευρωσκεπτικισμός διευρύνεται ταχύτατα. Οποιος το παρακάμπτει ή το καταδικάζει απλώς εθελοτυφλεί διότι δεν θέλει να δει ότι οι πολιτικές δυνάμεις που κυριάρχησαν στις ευρωεκλογές δεν θα αποφύγουν τη διαπραγμάτευση για την ανασκευή των πολιτικών λιτότητας και και για τις ίδιες τις νομιμοποιητικές βάσεις του ευρωπαϊκού σχεδίου.

